Gathered Avant-Garde Poets, Καπνίζοντες και μη καπνίζοντες, Εκδόσεις www.vakxikon.gr

dtbook070614

TOY ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟY

Στις μέρες μας, εκδίδονται αρκετές ποιητικές ανθολογίες και πολλοί ποιητές σπεύδουν να συμμετάσχουν, όμως, συνήθως πρόκειται για πρόχειρες δουλειές, έτσι και ο αριθμός των ποιητών μιας ανθολογίας είναι τεράστιος και τα ποιήματα είναι αταίριαστα μεταξύ τους. Οι αρετές μιας ποιητική ανθολογίας είναι ο μικρός αριθμός των ποιητών και η ενιαία θεματική των ποιημάτων.

Τέτοιες αρετές έχει και η ποιητική ανθολογία της ομάδας Gathered Avant-garde Poets: «Καπνίζοντες και μη καπνίζοντες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Vakxikon.gr». Η συγκεκριμένη ανθολογία περιλαμβάνει 15 ποιητές εύστοχα διαχωρισμένους σε καπνίζοντες, που είναι οι: Ευριπίδης Δρατσέλος, Tadeusz Robert Bialek, Βασίλης Ντιλιάς, Θανάσης Ζαφειρόπουλος, Άννα Σωτρίνη, Ανθοφίλη Τελωνιάτη, Δημήτρης Τρωαδίτης και σε μη καπνίζοντες, που είναι οι: Αλέξης Αντωνόπουλος, Γιώτα Βούζνα, Γιώργος Κακαές, Λάμπρος Καραγεώργος, Γιάννης Καρτέρης, Φωτεινή Μαρκάκη, Πελαγία Μπότση και Κωνσταντίνος Χατζηφραγκιός-Μακρυδάκης.

Διαβάζοντας, την συγκεκριμένη ποιητική ανθολογία θα διαπιστώσουμε, πως όλοι οι ποιητές, που συμμετέχουν, έχουν στα ποιήματά τους έναν τόνο κοινωνικού προβληματισμού, που αλλού είναι πιο έντονος μέχρι και κραυγαλέος και αλλού είναι πιο κεκαλυμμένος με έντονες δόσεις υπερρεαλισμού. Η μεγάλη αρετή, όμως, της ανθολογίας «Καπνίζοντες και μη καπνίζοντες», είναι το ότι ο κάθε ποιητής προσεγγίζει το θέμα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Από την ποιητική ανθολογία «Καπνίζοντες και μη καπνίζοντες» δεν λείπει το ερωτικό στοιχείο. Όμως, πρόκειται για μια σύγχρονη οπτική του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του, δηλαδή, στο από το ότι σήμερα ο έρωτας μετριέται με το χρήμα, μέχρι και τις αρκετές αδιέξοδες ερωτικές σχέσεις, που έτσι κι αλλιώς αποτελούν μέρος των κοινωνικών αδιεξόδων.

Κλείνοντας, παραθέτουμε μια ερώτηση, που κάνει ο Αλέξης Αντωνόπουλος στο τέλος του προλόγου της ανθολογίας: «Έγινε, έστω για λίγο, ο κόσμος λίγο πιο όμορφος;», απαντώντας: Ναι. Διαβάζοντας αυτή την ανθολογία, έγινε.

Georg Trakl, Σ’ έναν πρώιμα νεκρό

Έργο του Federico Castellón

Έργο του Federico Castellón

Ω, ο μαύρος άγγελος που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέ-
ντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.
Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχ-
σμπεργκ:
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη, παράξενα κουκουλωμέ-
νος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια’ και πέθανε
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.
Η ψυχή τραγούδησε το θάνατο, την πράσινη σήψη της
σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γα-
λάζιες καμπάνες του βραδινού.
Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε τους ίσκιους στον
πορφυρό ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί’
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κό-
τσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα
νεκρού.
Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που α-
κούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι’ ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.
Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνο-
μιλείς κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.

*Από το “Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Ματάφραση-Σχόλια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, 2005. Εμείς το πήραμε από το http://www.poiein.gr/archives/290/index.html

Idea Vilarino, Δύο ποιήματα

222410-rain_theme_by_sielojramu1

Στην αγκαλιά σου…

Μέσα στην αγκαλιά σου
μέσα στην αγκαλιά μου
μέσα στα απαλά σεντόνια
μέσα στη νύχτα
τρυφεροί
ξεχασμένοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά.

Αγάπη

Αγάπη
από τη σκιά
από τον πόνο
αγάπη
σε καλώ
από την κρήνη την ασφυκτική της ανάμνησης
δίχως τίποτα να ωφελεί ούτε και να σε περιμένει.
Σε καλώ
αγάπη
όπως τη μοίρα
όπως το όνειρο
τη γαλήνη
σε καλώ
με τη φωνή
με το σώμα
με τη ζωή
με ό,τι μου ανήκει
κι ό,τι είναι των άλλων
με απόγνωση
με δίψα
με θρήνο
σαν να ήσουν αέρας
κι εγώ να πνίγομαι
σαν να ήσουν φως
κι εγώ το φως να χάνω και να χάνομαι.
Από μια νύχτα τυφλή
από τη λήθη
από τις ώρες τις κλειστές
στη μοναξιά
δίχως δάκρυα μα ούτε αγάπη
σε καλώ
όπως το Τέλος
αγάπη
όπως το Τέλος.

*Από τα Δεκατέσσερα Ποιήματα. Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Questions and Answers with Nicholas Walton-Healey and His Land Before Lines

Image of and by Nicholas Walton-Healey

Image of and by Nicholas Walton-Healey

Land Before Lines is a book from Melbourne-based photographer and writer Nicholas Walton-Healey. The 144-page, full-colour volume (the images appear in black and white here for page recall considerations) features portraits of 68 Victorian poets and a single, previously unpublished poem written by each poet in response to their photograph.

Jacinta Le Plastrier: What led you to starting off on this project which, given the complex personalities of so many poets, must have felt like a daunting prospect?
Nicholas Walton-Healey: There wasn’t a single event. For a long time I resisted the idea. It seemed ‘too obvious.’ Before commencing the project, I was spending a lot of time with poets, mainly through my involvement with Rabbit Poetry Journal. I found it really very difficult to be around so many creative, intelligent people without participating in an aesthetic dialogue with them. I mean, although you might be able to go up to a certain poet and say, ‘your work is wonderful because of x, y and z,’ that sort of compliment always means so much more when it’s said in your work.

I studied poetry in the honours year of my first degree. I wrote a thesis on the relationship between the visual and literary arts. If you look at the work of the ‘greatest’ poets, you see a sustained engagement with the work of visual artists. I’ve always been fascinated by that intersection. I know that when I suffered writer’s block, or was in the process of conceptualising a suite of poems or a piece of writing, I often turned to the visual arts or the work of particular visual artists for inspiration. That’s actually how I began taking photographs. So I guess if you really want to trace it back, you could possibly say that the project started here.

The complexity of the poets’ personalities fascinated me. It was actually the main reason I persisted with the project. But this sort of complexity isn’t specific to poets. What is specific to poets is that their chosen medium of expression is financially unrewarding. Poets can’t sell individual works for thousands of dollars. They can win prizes that are worth lots of money but there isn’t that system of patronage or gallery representation or even the opportunity to forge a living by selling private, independent works. I think this accounts for some of the ‘complexity’ of these people’s personalities. I mean, in the best instances, some of these people are producing work that’s every bit as important as that being produced by the country or state’s leading artists, but because poets don’t get the sort of recognition that artists working in other mediums sometimes receive, something gets twisted. I don’t mean to imply that these people write poetry for recognition or accolade so much as to emphasise how unusual it is to see some of the most accomplished and creative poetic minds living in situations or circumstances that would comparatively be described as poverty.

Continue reading

Αχιλλέας Κατσαρός, Υλικά του κόσμου

Nenad Zilic, Poslednja vecera za Van Goga

Nenad Zilic, Poslednja vecera za Van Goga

στον Αλέξη Σταυράτη

Τεθλιμμένα αποσιωπητικά
οι κωπηλάτες
στη βάρκα σου.
Επισύναψε
τα ραπισμένα ωσαννά.
Να θες μονάχα τα Ουαί.
Έτσι θα πλάσεις
μ’ αυτά τα υλικά
τον κόσμο.
Και πάλι να θες
Λοστρόμο να τον βγάλεις.

*Από το βιβλίο Αχιλλέας Κατσαρός, «Η χειρουργική των έσω ουρανών», εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια 2014, σελ. 38.

1

Νεκταρία Μαραγιάννη, (Τις) Νύχτες

10153050_10152960772629240_6284390777422618558_n

…τα “φαντάσματα” βγαίνουν από τα δάση
και παίζουν κυνηγώντας
τις μικρές νεράιδες των παραμυθιών,
ενώ αυτές κρύβονται πίσω από το μεθυστικό άρωμα
των γιασεμιών…
…σκόρπιοι περαστικοί γεμίζουν τις οδούς
σαν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου…
…κάποτε φεύγουν…

Μα η θάλασσα χτυπά λυσσασμένα τα βράχια
γράφοντας τις ιστορίες των ανθρώπων…
κι εκεί ψηλά, στον πύργο που τον φυλάκισαν,
ο Ποιητής γράφει με τη βροχή των ματιών του
για τη μεγάλη Οδύσσεια των ημερών μας…
Μόνος,
κάτω η θαλασσοταραχή…
Κι όμως, ο Ποιητής πετά τα γυαλιά της αιωνιότητας, υπογράφει
και πέφτει…

αναβίωση · η αλληγορία του σπηλαίου

Νέττα

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Η επιστροφή

IMG_9576

Αν ήταν άλλος στη θέση του, τη μέρα που θα γύριζε θα άρχιζε από το σπίτι των δικών του. Της μάνας του και του πατέρα του το σπίτι. Από κει θα άρχιζε πρώτα.
Κι ύστερα θα περνούσε από τ’ άλλα σπίτια, με τη σειρά. Των στενών φίλων και των κοντινών συγγενών.
Κι ύστερα, όταν θα τους έχει δει και θα τους έχει μιλήσει και θα έχει απαντήσει στις ερωτήσεις τους, πού χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια και τι έκανε και πώς ζούσε και άμα παντρεύτηκε και γιατί δεν παντρεύτηκε και γιατί ποτέ δεν πήρε ένα τηλέφωνο ή γιατί ποτέ δεν έγραψε ένα γράμμα πέρα από κείνη την κάρτα, τον τρίτο μήνα που έφυγε, με τις ευχές, τότε μπορεί ν’ αρχίσουνε να του λένε πόσο έχει αλλάξει, κι αυτός δεν θα καταλαβαίνει τι του λένε, και μπορεί να του δείξουνε φωτογραφίες, να δει να θυμηθεί, και τότε θα θυμηθεί, και στις φωτογραφίες που θα του δείχνουνε, να δει να θυμηθεί, μπορεί να του δείχνουνε επίμονα με το δάχτυλο, σαν να ‘ναι μωρό παιδί, κι εκείνους που θα ‘χουνε φύγει πια, όλους τους πεθαμένους, και τότε θ’ ακουστεί ένας αναστεναγμός, κι ύστερα κι άλλος ένας, και θα αρχίσουνε τα κλάματα, και κάποιες λέξεις θα μείνουνε μισές κι άλλες θ’ αργούνε να τελειώσουνε, και μύτες θ’ ακούγονται να ρουφάνε μύξες και χέρια θα σηκώνονται να σκουπίσουνε τα μάτια που θα τρέχουνε ή τις μύτες, κι ένα χέρι θα χτυπήσει μία πλάτη τρεις φορές, κι ένα άλλο θα αγκαλιάσει δύο ώμους, κι ένα σώμα θα πεταχτεί όρθιο να τρέξει στην κουζίνα, να φέρει ένα ποτήρι νερό, μισό, να το δώσει σ’ ένα χέρι που θα τρέμει και που θα σηκώσει το ποτήρι στο στόμα, να πιει, για να το δώσει πάλι πίσω μετά, δύο γουλιές λειψό, στο χέρι που του το έφερε μισό και που θα περιμένει.
Κάπως έτσι θα περνούσαν οι ώρες, και κάποια στιγμή θα νύχτωνε η μέρα που θα γύριζε, αν ήταν άλλος στη θέση του. Κι ύστερα θα ξημέρωνε και θα είχε επιστρέψει.

*Το πεζό αναδημοσιεύεται από το Poema στη διεύθυνση http://www.poema.gr/reader.php?id=124&pid=

logotexnia21@gmail.com

Visit Regularly / Να Επισκέπτεσθε Συχνά

1656020_10152839282649240_978682779_n

A Hundred Gourds
http://www.ahundredgourds.com

Hi, I’m Cozats
http://cozats.wordpress.com

Poetry International
http://www.poetryinternationalweb.net

Korekts
http://korekts.blogspot.gr

The Allen Ginsberg Project
http://ginsbergblog.blogspot.com

Rochford Street Review

ROCHFORD STREET REVIEW

Στην Κόψη του Ζεν
http://meteikasmata.blogspot.com

Ψυχοναύτες
http://doumoustella.wordpress.com

Χρόνος για Ξόδεμα
http://xronos-gia-ksodema.blogspot.gr

Το Πορτατίφ
http://toportatif.blogspot.com

Ζακ Πρεβέρ, Στο μεγάλο ποτέ

Edv. Munch, Ένας άνδρας και μια γυναίκα (1905)

Edv. Munch, Ένας άνδρας και μια γυναίκα (1905)

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα
στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
θα σ᾽αγαπώ
Αυτό του τραγουδούσε

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε
Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή
και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

Ναι βέβαια
σου λέω πως σ᾽αγαπώ
σ᾽αγαπώ ως το θάνατο
σ᾽αγαπώ για να ζω
Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ
πως δεν θέλω να φύγω
να φύγω για να ξαναγυρίσω
πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ
και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ
το γέλιο-σου

Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς
λέει εκείνη
αλλιώς δεν αξίζει
Προσπάθησε να καταλάβεις

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία
σημασία έχεις να ξέρεις

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

Έχεις δίκιο
δεν έχει σημασία το να ξέρεις
σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά
θέλω να μ᾽αγαπάς
και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς
μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες
κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές
για χάρη-μου

Τρομερή η πλεονεξία-σου

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα
στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο
και νάτος μεσ᾽στο δρόμο
μόνος με τις βαλίτσες

Να τώρα είμ᾽ολομόναχος σαν σκύλος
κάτω απ᾽τη βροχή
έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει
είναι λυπηρό
δεν πέτυχε πολύ
τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει
χιονοθύελλα
και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε
δραματικό
Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες
τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος
τα μπουκάλια με τα ποτά
και με τα χέρια στις τσέπες
σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας
χώνεται μέσα στην ομίχλη
Δεν υπάρχει ομίχλη
αλλά ο άντρας σκέφτεται
Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη
κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη
και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα
και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης
και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο
και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια
άλλη γέφυρα
και δεν ξέρει γιατί
Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου
πίσω από μια αφίσα …

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται απο το ιστολόγιο Ποιητές του Κόσμου στη διεύθυνση http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Νίκος Καρούζος, Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας

images

Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαοι πλανόδιο σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας
δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.