Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Έξυπνες βόμβες Ι

images

Ι

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

ΙΙ

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

ΙΙΙ

Όχι στολίδια.
Όχι στις φιοριτούρες.
Οι στίχοι αρκούν.

IV

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

V

Μία εικόνα
Χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

frames-wall3

Διώχνοντας τα όνειρα μακριά

Η νύχτα σε άξονα
κι εσύ στο αναμμένο μου κάρβουνο
κοιμάσαι με την καρδιά ανοικτή
το φως είναι κάθετο, ποιος το απαρνιέται

κάθε του σπίθα όνειρο
για μένα λόγχη

αποφλοιώνω τη μνήμη
θέλω το κάρμινο κορμί σου
και ευτυχώς, αν δεν το έχω
έχω τη δίψα του

και τον αξιοπρεπή
και πρακτικό
αδυσώπητο χρόνο
που μας λάτρεψε έχω,
τις ανεξάρτητες πανβιωτικές μας νύχτες

επαναλαμβάνεται η ζωή,
με άλλους συνανθρώπους
μεριζόμαστε σκέψεις,
σε βαθμούς Κελσίου της επόμενης
σε εσοχή και επανάληψη

αυτό το μάθημα ήταν αστήρικτα δύσκολο
δεν πρόλαβα καμία υποσημείωση
κυλάμε σαν ποτάμι δίπλα, ομαλά με συγγνώμες,
μη μου λες όμως για δέκτες αποδέκτες
αιμορραγήσαμε, διώχνοντας τα όνειρα μακριά
εμείς, από τους πολλούς, μονάχα εμείς

Ευγενικό

Aυτό είναι το ντύσιμο που επί τέλους θέλει η λέξη

κάθε πατημασιά και κάθε θόρυβος
αδυνατίζουν την όραση της ισορροπίας
εδώ τα φύλλα φτιάξανε δικούς τους
γρήγορους χορούς
βήμα του ανέμου
βήμα φτερού
επιστροφή κατά συνθήκη
επιστροφή σε συγκατάβαση
και σε ρυθμό, πίσω γυρμένο το κεφάλι
στην πίστα σαν να τρέχει το αίμα
από τα μάτια από την κοίτη

και ο χορός
είναι χαρά ως αίμα
ρέει όταν υπάρχει ζωή
είναι βαθύς ως κοίτη
και η ευγένεια
είν’ η πορεία των καλών σχέσεων
του πνεύματος με το σώμα
επιλογή σου ο χρόνος
που μεσολάβησε
όταν ήρθα αργοπορημένη

η πορεία, αντίθετη με όσα ήθελες

να είχε πεινασμένος;
να είχε απόλυτα;

τόσο ξέρεις,
πως αυτό είναι
δεν έχει άλλο
ξέρεις πως όταν χορεύεις, το λάθος φαίνεται
είναι τέλειο από μόνο του
το τραγούδι της εντέλειας
κι ο χορός βασίζεται
στο βιβλίο που δεν άντεξες ν’ ανοίξεις

πόσες μανούβρες να χρειάστηκες
να γίνεις αυτό που είσαι
ενώ το ήσουν τέλειος όταν φιληθήκαμε;
το ήσουν έστω μικροαστός
αστός των αισθημάτων σου
η άμαξα που μας έφερε τη νύχτα είχε σταθμό
τη μια στο Ψυχικό την άλλη στα Πετράλωνα
εδώ που είμαι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο
έχει μόνο ευγένεια χρόνου
και παρορμήσεις
που δεν αδυνατίζουν μνήμη
είμαι το φως της νύχτας
το βήμα ενός χορού
το μεσονύχτι του λιτού περάσματος

φοξ τροτ, ποιήματα, Έρμα Βασιλείου, Αφροδίτη, 2013
Μπλε και άσπρο σατέν

Έτσι αφού κάποτε έμαθα τη μεγαλομανία του χρόνου
άντεξα να μην του ζητήσω να σε δω από έτη φωτός μακριά
ήσουν ντυμένος με μπλε σατέν και άσπρο
σαν γη από πλανήτη αλλόπιστο
και η γη ακούγεται στη ρύπανση της περηφάνιας
στριφογεμίζει κύκλους
να μετράει ένας πλανήτης άδειος από κοσμήματα
ασορτί σατέν σαν θάλασσα
φαρμπαλάδες ακοίμητους
κοκτέιλ με αγάπης σπίρτο
ευωδιές ιβίσκων
λούλουδα μπανανιάς πελώρια σφίγγονται πάνω σου
να σ’ αφήσουν να γιάνεις
έρχομαι να σε δω
σαν έλεος
στο κοιμητήρι παραδόσεων
να, η αφάνεια
σου γλιστρά
γυαλοκοπά η αυτάρκεια
φεύγω πάντα ακίνητη
και πάντα νικημένη
όμως με χρόνια είναι που θέλει ο αέρας να σε ντύσει
είναι που θέλει ο κάμπος να ντυθεί
εγώ γυμνή να δίνω, μόνο εγώ, γυμνή
ούτε ντυμένη, ούτε άντυτη

γιατί σε θέλω ακόμα στο ατελείωτο

*Από τη συλλογή “φοξ τροτ”, εκδόσεις Αφροδίτη, 2013.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food VII

photoday-08-04-2014-665x435

ΧΧΧΙ ΄

Ομορφη φύση
Μα … αλληλοτρώγεται.
Κορνίζα κενή.


XXXII

Του νταλκά ζητά
τραγούδια για ν’ ακούσει.
Μαζί του κι εγώ.

XXXIII

Φαίνεται καλός,
μα σαν μένει μόνος του
τροχίζει νύχια.

XXXIV

Αγαπά το γιο
η μάνα, μα πεθαίνει
για τον εραστή.

XXXV

Θαύμα η φύση,
είπε, μα τους ανθρώπους
βάζει χωριστά.

Τζούλια Φορτούνη, κυκλαδίτικο παράπονο

3+ξερολιθιές+Τήνος

ακουμπώ σε τούτη την ξερολιθιά
μια νότα κλαίει μέσα μου
βιολί που γρατσουνάει παράτονα
καταμεσήμερο καλοκαιριού

δεν έχω άλλο στήριγμα
από αυτή την παράξενη μονωδία
άλλη μουσική δεν ξέρω

όταν ακούς ήχο μονότονο
καταμεσήμερο καλοκαιριού
να ξέρεις
είμαι εγώ που κλαίω

ανάμεσα στα άλλα τζιτζίκια
αυτού του πεύκου
δίπλα στην ξερολιθιά και τ’ αγριόχορτα

*Από τη συλλογή ‘Φυσικό αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας 2013.

Γιώργος Καββαδίας, διλήμματα

2008-12-29_171236

Καληνύχτα, κι ίσως καλημέρα..
Κι ίσως μια διαφορετική αρχή,
κάπου στη μισοσκότεινη σκηνή, κάπου στο βεστιάριο της θλίψης σου…
Εκείνης της μοναδικής χαρμολύπης του χαμόγελού σου…
Καταχωνιασμένη και πάλι,
ανάμεσα σε φορέματα και ψεύτικα μαλλιά…
Καταχωνιαμσένη και πάλι,
ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον…
Δίχως απάντηση καμιά σε ερώτηση αιώνια…
Τρομαγμένη, μαζεμένη στη γωνία,
σαν μια γάτα που αναρωτιέται αν πρέπει να επιτεθεί…
Άγνοια κι απελπισία…
Φόβος και οικειότητα…
Έλξη και αμαρτία…
Λόγια μεγάλα, σημαντικά, ίσως και ψεύτικα…
Λόγια σαν μαστίγια στ’ αυτιά μας…
Επαγρύπνηση… και πόνος…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, εκδ. Νυχτερίδας http://www.nyxteridas.gr

Η αυτόνομη ποίηση της Ανατολικής Γερμανίας (1979-1989)

-1

Οι γνώσεις σου για την ποίηση της Ανατολικής Γερμανίας εξαντλούνται στον Μπέρτολτ Μπρεχτ; Αναρωτιέσαι αν υπάρχει ποίηση μετά τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Ο μόνος Μπάντερ που ξέρεις είναι αυτός της Μάινχοφ; Πιστεύεις ότι «Η μηχανή Άμλετ» είναι σίκουελ του «Άμλετ»; Αναρωτιέσαι πόσοι ποιητές χωράνε σ’ ένα αυτοκίνητο Trabant; Αν τα καίρια αυτά ερωτήματα σε ταλανίζουν σφόδρα, τότε υπάρχει λύση!
Το περιοδικό Τεφλόν και ο σύλλογος γραφέων και κηδεμόνων «Έριχ Χόνεκερ» σε προσκαλούν στην εκδήλωση:

«Όποιος πίστευε σε κάτι εκτελούνταν»: Η αυτόνομη ποίηση της Ανατολικής Γερμανίας (1979-1989)

την Παρασκευή 27 Ιουνίου, στις 8μμ, στην αυλή του Αρχείου 71, Καλλιδρομίου και Ζωσιμαδών, Εξάρχεια.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η τρίτη –και τελευταία– γενιά Ανατολικογερμανών ποιητών αρνήθηκαν το ηθικό και παιδαγωγικό καθήκον της τέχνης, το οποίο υπηρέτησαν οι δύο προηγούμενες γενιές, και απέρριψαν την ηθική της εργασίας, η οποία αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του σοσιαλιστικού οικοδομήματος. Έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι η εξουσία διαιωνίζεται και διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη κυριαρχώντας στο πεδίο της γλώσσας, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο υπονομεύοντας τους γλωσσικούς και συντακτικούς κανόνες του και προκρίνοντας τους λεκτικούς πειραματισμούς, την πολυσημία, την ειρωνεία και τους συνειρμούς.

Ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, οι νεαροί ποιητές και ποιήτριες δημιούργησαν μαζί με εκατοντάδες άλλους καλλιτέχνες τη δική τους δημόσια σφαίρα και, πιο σημαντικά, τον δικό τους δημόσιο λόγο στα σύνορα του καθεστώτος και ενάντια σε αυτό.

Η εκδήλωση, μεταξύ άλλων, θα περιλαμβάνει ξεπεσμένα ερωτικά ποιήματα, κατεστραμμένα νεγκλιζέ, λένιν χέβι μέταλ, σώβρακα-μπακούνιν, ρώσικη ρουλέτα, ακέφαλα σκουλήκια της αυγής, βιομήχανους λαμόγια και καρπούζια με τη βούλα! Έκτακτη εμφάνιση από τους Ντιγκ, Νταγκ και Ντιγκεντάγκ. Θα σερβιριστεί φρέσκια μαυράδα.

Σπύρος Μαρούλης, Λες…

10464184_709348795788177_6488019413994851341_n

Λες ότι αγαπάς τη βροχή

Όταν η βροχή πέφτει ανοίγεις ομπρέλα

Λες ότι αγαπάς τον ήλιο

Όταν είναι ηλιόλουστη η μέρα, 

βιάζεσαι να βρεις τη σκιά κάτω από τον ήλιο

Λες ότι αγαπάς τον άνεμο 

Όταν τ’ αεράκι του θεού φυσήξει 

εσύ ερμητικά κλείνεις τα παράθυρα

Όταν λες ότι με αγαπάς

ο μορφασμός του μετώπου σου

στηρίζει τον παγετό.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα

daqzavyhfi4fe2a85812517

ΑΝΤΙΓΟΝΗ IV

Τώρα γνωρίζει
Ήρεμη γνώση, πάγος
Δεν ήταν ο Κρέοντας ο εχθρός
Ήταν εκείνο το ελάφι μέσα της
που λαχταρούσε υποταγή
Μ’ αυτό αναμετρήθηκε στη σκοτεινή σπηλιά

ΠΗΝΕΛΟΠΗ IV

Της έλειπε πολύ
Όχι γιατί ήλπιζε ή φοβόταν
Αλλά γιατί κάποια βράδια το ίδιο το νησί
ξεκολλούσε από το σώμα της
και χανόταν στη μαύρη θάλασσα που άχνιζε

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης 2012.

Φερνάντο Αραμπάλ, Από την πέτρα της τρέλας

pio-epikinduna-plasmata-thalassas-02

Καμιά φορά το δεξί μου χέρι ξεκολάει απ’ το μπράτσο
μου στο ύψος του καρπού και πάει να ενωθεί με
το αριστερό. Το σφίγγω με δυναμη για να το εμποδίσω
να πέσει, γιατί θα μπορούσε να χαθεί. Πρέπει να
έχω ακατάπαυστα την προσοχή μου σ’ αυτό, για να
προφυλαχτώ από κάποια στιγμή αφηρημάδας την ώρα
της ανασυγκόλησης, μην το τοποθετήσω απ’ την
ανάποδη με την παλάμη γυρισμένη προς τα έξω.

*Μετάφραση Ανδρέας Ταρνανάς. Από το βιβλίο “Η πέτρα της τρέλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989.