Ασίκηδες: Οι ερωτευμένοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

asikides-27-1

Το άρθρο αυτό του τετ…ραδίου σημειώσεις είναι αφιερωμένο στους Ασίκηδες. Ένα άρθρο για τον πολιτισμό και τις εκλεκτικές συγγένειες της τέχνης που μας ενώνουν με τον πολιτισμό της ανατολής. Αρθρο- απάντηση σε όλα αυτά ακούστηκαν και γράφτηκαν τις τελευταίες μέρες με αφορμή χωριστικά τερτίπια και λόγους. Τετ…ραδίου σημειώσεις λοιπόν σήμερα για τους Ασίκηδες, για τους περιπλανώμενους και μοναχικούς που γυρνούσαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τον πόνο και τον καημό όχι μόνο τον δικό τους αλλά όλου του λαού. Για τους αγράμματους που κατάφεραν να σώζουν έναν ολόκληρο πολιτισμό και μια παράδοση που το επίσημο κράτος εχθρεύονταν, για τους ανθρώπους που με τη μαγεία της τέχνης τους καυτηρίαζαν το άδικο χωρίς περιστροφές. Για τους ανθρώπους που μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πως τελικά η παράδοση είναι μία, πως τα αρχέγονα πρότυπα είναι πανανθρώπινα και μας ενώνουν. Όπως έγραψε και ο Ασίκης Νεσιμί Τσιμέν: 



«Για το Νεσιμί ο καθένας είναι αδελφός αληθινός,

αυτή είναι η αρχή κι η αξία του, φίλε και καρντάση,

άλλοι έχουν χότζα, άλλοι αλεβή ντεντέ, άλλοι καλόγερο,

η πίστη μας είναι διαφορετική μα είμαστε από την ίδια ουσία»…




Ασίκηδες: Οι ερωτευμένοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας*



Ασίκηδες ονομάζονταν οι περιπλανώμενοι λαϊκοί καλλιτέχνες της Ανατολής. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το aşik που στα τούρκικα σημαίνει ο εραστής, ο ερωτευμένος, ο παθιασμένος παράφορα με κάτι στη ζωή. Οι Ασίκηδες βέβαια δεν είχαν πάντα αυτή την ονομασία παλαιότερα ονομάζονταν ozan ή halk şairi δηλαδή λαϊκοί ποιητές και ακόμη πιο παλιά baksι.


Τα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά του Ασίκη και οι συσχετίσεις του με μορφές δημιουργίας σε Ελλάδα και Ευρώπη


Continue reading

Τζούλια Φορτούνη, Το κόκκινο σπίτι

10377288_10204389245240961_7076574217019049779_n

(στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

τρίζουν οι σκάλες συνήθως

στα παλιά σπίτια

σκουριάζουν τα λουκέτα

φυτρώνουν συκιές

σαν ερημώνονται

κατοικούν σκιές και σκοτάδι

κι όλα έτοιμα να σωριαστούν

μα στο κόκκινο σπίτι

μπαίνει φως απ΄τα σπασμένα παράθυρα

σε κάθε γωνιά παίζει ένα παιδί

– όλοι το βλέπουν -

κι εκείνο ντρέπεται

στο κόκκινο σπίτι 

δεν υπάρχει λουκέτο

σκουριάζει μόνο η μνήμη

και η ξύλινη σκάλα

ανεβαίνει ποιος ξέρει πού

και στον κήπο στην κούνια

ανάμεσα στις φιστικιές

λικνίζεται ένας άγγελος

τις νύχτες κλέβει το ποδήλατο

-βλέπουμε τις διαδρομές του στα όνειρά μας-

μα κάθε πρωί ο χρόνος σκάει τα λάστιχα

τίποτα και όλα είναι στη θέση τους

στο κόκκινο σπίτι κατοικούν μόνο ποιήματα

λίγες φωτογραφίες και μια μουσική πιάνου

οι άλλοι απλώς πάνε κι έρχονται

στο κόκκινο σπίτι

δεν σκεπάζουν τους καθρέφτες με σεντόνια

η φθορά σ’ αγγίζει απαλά στον ώμο

με εκείνη την ανεπαίσθητη σκόνη των βιβλίων

το πιο ακατέργαστο υλικό

που θα κρατάει στέρεο

για πάντα

το κόκκινο σπίτι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ιδιόλεκτη

ιδιόλεκτη/
κι αν το σώμα σου μεγαλώνει μαζί με το δικό μου/
τέντα της ψυχής/
του πόθου κάλτσα/
κι αν τα χρόνια επιπλέουν άσηπτα στο αρχαίο νερό/
βυθισμένες κούκλες/
με πανσφράγιστα βλέφαρα/
οι πλόες τους για πάντα θα υφαίνουν/
την Ερατινή,την Υπάτη, το παλιό Γαλαξίδι/
στο ελώδες σημάδι τους/
καλοκαίρι κοντεύοντας/
λίγο πριν τη βροχή/
ΚΛ- 2014

Γιάννης Ποταμιάνος, Σύννεφο με νυφικό

10444005_899235476770320_5433180110108635811_n


=============

Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό

—– ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 

—————————- όμορφα κορίτσια

γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα

————— στους ανοιχτούς μηρούς τους

Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο

————————— της υγρασίας τους

Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο 

——————- των νυμφόληπτων νεαρών
Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια

————- μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι, 

——————- μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι

Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη

——————— μες τα διάφανα σεντόνια 

Εκεί κοντά στο λυκαυγές 

—– που τα χέρια ασυναίσθητα 

————————– ψάχνουν άλλα χέρια

τα σώματα άλλα σώματα,

———————– τα όνειρα άλλα όνειρα

Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει 

————————- μόνο για το τραγούδι

κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,

ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει

—– τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του

Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα 

———– που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,

αυτός ο ληξίαρχος των πόθων

—– που τακτοποιεί το χάος του βυθού

—————————– πριν την κάθε αυγή

Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας 

———————– είναι μύστης των σκιών

φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα 

όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων

Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του

να τη φοράει το άσπρο σύννεφο, 

—— που ταξιδεύει στους γλαυκούς ορίζοντες

Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,

όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς 

——————– και μακροβούτια του βυθού

15 Φλεβάρη 2014


Πελαγία Φιτοπούλου, Mantona

10442946_329390000560975_8018670693707691812_n

../ Ευγένεια είναι η αλήθεια.

Εμφανίζεται στην ασπράδα των βυζιών μιας ανήλικης

Στα φαγωμένα κόκκινα νύχια της μαγείρισσας του Δάντη

Στην κάλτσα του ανάπηρου “σκεπαστή ανωνύμων”

Στον πάτο των ψυγίων

Στο πούρο του πατέρα

Στο χώμα του άντρα που αγάπησα

Στο σχοινί που κρατάει όρθιο το σύννεφο,

γι’ αυτούς που τρέχουν με τα μάτια

Στην ταράτσα που κοιμήσαμε τ’ αγόρι μας

Στην νεράιδα που ένοχα θυμάται

τα ξυπόλητα στιχάκια που ακόμα

κρέμονται ηλικιωμένα πια 

στα μαλλιά σου

Κι όμως
Κι όμως

τα βράδια πλένεται κρυφά

κι αυτός ο σκύλος ζωγραφίζει την πραμάτεια της.
…

Ω, ξέχασες το χέρι σου στο εικονοστάσι της.
../

Έκτωρ Κακναβάτος, Αυλίδα – Σχόλιο

Έργο του Agim Sulaj

Έργο του Agim Sulaj

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας…
Αριστοτέλης

Σου ‘λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση οβίδας;
Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος
Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό
πού τη σφάξανε;

…κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι
βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα
το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε

στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες·
είπαν, η ψυχή της που έφευγε
Και τότες — χίλιοι ταύροι —
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
— Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτ’ άλλο
κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα
απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να είναι αλάθητος ο λόγος σου
να ‘σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται
ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Dylan Thomas, Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη

Imogen Cunningham, Ruth asawas wire baskets and their shadows (1956)

Imogen Cunningham, Ruth asawas wire baskets and their shadows (1956)

Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη

Που ασκείται στην ακίνητη νύχτα

Όπου μόνο η σελήνη εφορμά

Και οι εραστές ξαπλώνουν

Μ’όλες τις θλίψεις τους αγκάλη

Ξενυχτώ τραγουδώντας απαλά

Όχι για φιλοδοξία ή για της μέρας το ψωμί,

Ή για κομπασμό και κολακείας εμπορία
σε από φίλντισι σκηνές

Αλλά για την καλή τη πληρωμή

Της τρυφερής καρδιάς τους

Όχι για τον περήφανο που

χώρια στέκεται άνδρα

απ’ τη σελήνη τη τρελή γράφω
σ’ αυτές απ’ το θαλασσινό αγέρι

τις σελίδες τις βρεγμένες

Ούτε για τους επιβλέποντες νεκρούς

Με τα αηδόνια τους και τους ψαλμούς

Μα για τους εραστές, που τα χέρια τους

Γύρω απ’ τις θλίψεις των καιρών

Αυτούς που δεν πληρώνουν σε κολακεία η μισθό

Ούτε νοιάζονται για τη δεξιοτεχνία μου ή την τέχνη

*Δοκίμιο Μετάφρασης Σ.Φάβρος
**Από το http://stratesphabbros.wordpress.com/2014/03/16/628/

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μες στο υγρό σκοτάδι

1618191_470897433032413_374007917_o

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα
Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό
Βροχή
μουσικές φωνές
Μες στο υγρό σκοτάδι
Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε
Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα
Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

Μες στο υγρό σκοτάδι (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου)

David Dick Reviews Ken Bolton and B. R. Dionysius

weranga

threefer

Weranga
by B. R. Dionysius
Walleah Press, 2013

Threefer
by Ken Bolton
Puncher & Wattmann, 2013

Ken Bolton and B.R. Dionysius emerge from different traditions, respectively: a New York School sense of everyday occasion punctuated by the presence and shaping forces of contemporary art (Frank O’Hara and James Schuyler are clearly present in Bolton’s diction); and a modernised kind of Romantic pastoral, littered with juxtaposed objects of the natural and contemporary world. Yet, at admitted risk of over-generalising, both of their recent books can be seen to be dealing with notions of how to write memory in poetry: how to write a poem to be honest to the process, even the implication itself, of remembering. How can language be used in the service of this retrospective vision, they ask; how does language, shaped by differing poetic forms, illuminate, distort or neutralise it?

Threefer extends Bolton’s ongoing study of how to best conceptualise a forever-shifting consciousness. His poetics moves in, and against, a personal and collective artistic and poetic milieu, littered with acquaintances, the urban, the voice of the autonomous poem itself, and the artistic works and figures he admires (even, sometimes detracts):


bland, bleak, Turneresque That old bore give me one of the other great names instead almost any will do Dufy, Picasso Gerhard Richter maybe not Stan Brakhage
(‘On Reflection’)

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Υποχρεώσεις

10374877_680477162022101_8142138404682229633_n

Να καθορίσουμε τα ακαθόριστα
να διασπάσουμε τα αδιάσπαστα
να συνδέσουμε τα ασύνδετα
να πατήσουμε τα απάτητα
να γιορτάσουμε τ’ αγιόρταστα

όλα αυτά μαζί
και να λιποτακτήσουμε
κάτω απ’ τη μύτη
των πολυεθνικών

ν’ αποπειραθούμε
να διασχίσουμε αμαχητί
τις λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας