Ζακ Πρεβέρ, Το μήνυμα

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) - τονική οξυγραφία

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) – τονική οξυγραφία

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

Πάνος Σταθόγιαννης, Το ποτάμι

936059_935127146513405_86403420049013148_n

Να γαληνέψουμε. Να ’ναι η αγάπη χρυσή νεφέλη, ψωμί με μέλι, φως ιλαρό. Έτσι, που να τολμάω ξέγνοιαστους λυρισμούς. Να λέω – «θα σου βρω μια πατρίδα στο ζενίθ του ουρανού» ή, προτείνοντας γονατιστός ένα πλατωνικό μονόπετρο – «θα σου χτίσω ένα σπίτι στην κορφή του φιλιού». Και να αληθεύει πάραυτα ό,τι λέω. Άσχετα αν, μετά, η αχαΐρευτη πραγματικότητα.
Δεν γίνεται άλλο να προσκυνάμε το παρελθόν, να μας μαστιγώνουν οι στατιστικές, να εκκολάπτουμε διαρκώς τον ίδιο αστρίτη. Πόσο φαύλος είναι ο κύκλος αυτός, πόσο ακελάηδιστος. Καρφωμένος με πρόκες στο χώμα. Δεν τον καταδέχονται τα θαύματα. Γιατί, εμείς (ας είμαστε ειλικρινείς) μονάχα στο θαύμα ποντάρουμε. Άμα δεν γίνει θαύμα – πάει, καήκαμε.
Αλλιώς, θα είναι σαν, μεσάνυχτα, να ψάχνεις θεό. Από ανάγκη, όχι από ελευθερία. Κι ο κόσμος όλος βουλιαγμένος στη σιωπή. Κι όλες οι σκάλες του ουρανού κλειστές. Θυμάσαι, παλιά, με τι ευκολία τις ανέβαινες; Λικνίζοντας, μάλιστα, τους γοφούς σου. 
Έρχεται τότε η Απουσία από τους μέλανες δρυμούς. Πάντα εκείνη έρχεται. Είναι μια πανοπλία άδεια από σώμα. Περπατάει, όμως, μονάχη της. Μονάχη της κι άδεια. Τρίζουν οι παλιοτενεκέδες. Και όπου πας, εκείνη έρχεται από πίσω. Πόσα ρόδα να συνθλίψεις μια τέτοια νύχτα; Πόσα τιμάρια να παραδώσεις στη στάχτη; Ακούς το δικό σου αλύχτισμα και σου παγώνει το αίμα. 
Όμως εγώ σου μιλάω για τα ακαθοδήγητα βαρομετρικά, αυτά που δικαιώνονται στο φτερό. Εκεί όπου ο χρόνος αφαιρεί τα ασήμαντα όχι μονάχα από τη μνήμη, αλλά κι από τη ζωή. Συναντάς, αίφνης, μιαν παλιά αγάπη, που δεν έσβησε ποτέ στην ψυχή σου. Κι όπως πλαγιάζετε μαζί μετά από τόσα χρόνια – «είναι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε», σου λέει. Και, πράγματι, δεν πέρασε. Διότι, όσο αποτρόπαιες, τόσο και ασήμαντες οι μέρες και οι μήνες χωρίς εκείνη. Δεν προσμετρούνται στον βίο.

***

Μα, τι σ’ τα λέω όλα αυτά; Αφού τα γνωρίζεις. Σου τα ’πανε στην Έφεσο, τότε που, ιέρεια, λιτάνευες. «Κάθε φορά σ’ άλλο ποτάμι λούζεσαι πριν μπεις στο θυσιαστήριο», έσκυψε ο γέρος στο αυτί σου, «κι ας λες εσύ πως όλο στον Κάυστρο κάνεις τους καθαρμούς σου». Ξέρεις καλά, λοιπόν, πόσο πολλοί είναι ο ένας, πόσο τίποτα. Να γαληνέψουμε.

Rainer Maria Rilke, Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Laurie Justus Pace, The Good People are Gathering

Laurie Justus Pace, The Good People are Gathering

Οι νύχτες, για τα πλήθη δεν έγιναν, στοχάσου.

Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου

Γι’ αυτό δεν πρέπει εσύ να τον ζητήσεις.

Κι αν νύχτα ανάψεις φως στην κάμαρά σου,

Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…

Ποιους; – πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι, φοβερά απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι

ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους

Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι

Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες

Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.

Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,

όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,

το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους

και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία

που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,

όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,

ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,

οποιονδήποτε θεωρούνε.


*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
**Από τη σελίδα της Ιωάννας Αβραμίδου στο facebook.

Franz Kafka, Η κρίση

643

Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη. Ο Γκέοργκ Μπένντεμανν, ένας νεαρός έμπορος, καθότανε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του στον πρώτον όροφο κάποιου απ’ τα χαμηλά, λυόμενα σπίτια που τραβούσανε κατά μήκος του ποταμού σε μια μακρά σειρά, διαφέροντας σχεδόν μόνο στο ύψος και το χρώμα. Είχε μόλις τελειώσει μία επιστολή σ’ έναν φίλο της νιότης του που βρισκότανε στο εξωτερικό, την έκλεισε με παιγνιώδη αργοπορία κι ύστερα έβλεπε, με τον αγκώνα στηριγμένο στο γραφείο, απ’ το παράθυρο τον ποταμό, τη γέφυρα και τα υψώματα στην άλλη όχθη με το λιγοστό της το πράσινο.

Συλλογιζότανε πώς αυτός ο φίλος, ανικανοποίητος απ’ την πρόοδό του στον τόπο του, το είχε σκάσει κανονικά πριν από χρόνια για τη Ρωσία. Τώρα διατηρούσε ένα εμπορικό στην Αγία Πετρούπολη, που αρχικά είχε ξεκινήσει πολύ καλά, από καιρό όμως φαίνονταν ήδη να κόβουν οι δουλειές, όπως παραπονιόταν κατά τις όλο και πιο σπάνιες επισκέψεις του ο φίλος. Έτσι σκοτωνότανε στη δουλειά στα ξένα αδίκως, η παράξενη γενειάδα κάλυπτε απλώς άσχημα το γνωστό απ’ τα παιδικά χρόνια πρόσωπο, που το κίτρινο χρώμα του δέρματός του φαινότανε να δείχνει κάποια υπό εξέλιξη αρρώστια. Καθώς έλεγε στις διηγήσεις του, δεν είχε καμμιά σωστή σχέση με την εκεί αποικία των συμπατριωτών του, αλλά και σχεδόν καμμία κοινωνική επαφή μ’ εντόπιες οικογένειες κι έτσι ετοιμαζότανε να μείνει οριστικά εργένης.

Continue reading

Χάρης Μελιτάς, Τρία χαϊκού

Natalia Sergeevna Goncharovna, Composition (1916)

Natalia Sergeevna Goncharovna, Composition (1916)

ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ

Ρίξτε στο μέλλον
αποχρώσεις σιωπής.
Μη μαρτυρήσει.

ΙΑΒΕΡΗΣ

Λίγο πριν φύγω
συνέλαβα τον δράστη.
Στον καθρέφτη μου.

ΣΑΦΑΡΙ

Όλη τη νύχτα
κυνηγάω τη μέρα
μ’ ένα μαχαίρι.


*Από τη συλλογή ”Ποτάμι κόκκινο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Αυτή τη νύχτα

10527869_320909201391973_5678161735279076375_n

Αυτή τη νύχτα
δε μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά.
Το δωμάτιο γυρίζει,
οι δρόμοι τρέμουν.
Σεισμός του πλήθους η φωνή,
τραντάζει τα θεμέλια του σπιτιού,
διώχνει τα όνειρα,
μπαίνει στα αυτιά μου,
με τρομάζει.
Αυτή τη νύχτα
δε μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά
στην Παλαιστίνη!

*Το ποίημα αυτό γράφτηκε το 2002 όταν σκοτώνονταν Παλαιστίνιοι στη Γάζα. Πιστεύουμε ότι σήμερα εξακολουθεί να είναι τραγικά επίκαιρο…

Κατερίνα Κούσουλα, Δύο ποιήματα

elpida_swtirias_0512

Η επίθεση

τα μουσκεμένα μου μαζεύω
θλιμμένα δώρα ξέμπαρκα
βαρκούλες χάρτινες ονείρων
που απέτυχαν στην πλεύση
ο ωκεανός αληθινός
την πρόσκαιρη τη φύση τους βυθίζει

μικρές μου χάρτινες βαρκούλες
κομψότατες σας σκάρωνα
τόσο μα τόσον τεχνικά
τα ονόματά σας σύννεφα
“ελπίδα” “καλομοίρα” “πάντοτε”
με πινελάκι κόκκινο καλλιγραφούσα

κι αδύναμες σας υπεράσπιζα
από του μέγα χρόνου το ανελέητο κατόπι

Το κέρδος

πυκνές σκέψεις ακίνητες
αδιάφορο γαλάζιο σήμερα
τάξη στη μέρα

με ορμή ανοίγω
θάλασσα γνώσης
λίγο να δροσιστώ

όμως μεγάλα απλώνοντας
τα χέρια, ξυπνά η πληγή
πονά το να θυμάσαι

πριν να προλάβει αυτό το κέρδος
της αόρατης μέρας
να σηκώσει κεφάλι

πάλι μόνη την ώθηση δίνω
-ύπτιο, πρόσθιο, ακίνητη
να ξεχνώ να ξεχνώ-

ας αρχίσει πάλι η μέρα.
συντεταγμένες αόρατες πληγές
αιμάσσοντα τα κέρδη


*Η Κατερίνα Κούσουλα γεννήθηκε, ζει και εργάζεται ως αρχαιολόγος στη Θεσσαλονίκη. Έχει κυκλοφορήσει τις συλλογές “Ζητήματα Κυμάτων” εκδ. Έψιλον 2009, “Σαν αγελτήρια” εκδ. Πάροδος 2009, “Ο Μέγας Απών” εκδ. Πάροδος 2010, “Αρμόδιο σώμα” εκδ. Μικρός Αστρολάβος 2011 και “Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη Άνοιξη” Εκδόσεις των Φίλων 2013. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και ανθολογηθεί στην “Αυγή”, τον “Πόρφυρα” και την “Πάροδο”. Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Θεοδοσία Δουτσίου, Μονοτονία

psycho2

Ξέρεις,
η ανία πολλές φορές σκοτώνει
γδέρνει
γδέρνει το καθετί που προσπαθεί να αναπνεύσει.

Η ανία μπορεί να σκοτώσει
η ανία γδέρνει
γδέρνει
κάθε ζωντανή ιαχή μέσα σου
γδέρνει
γδέρνει τον αυθορμητισμό
τη χαρά.

Η ανία φτύνει
η ανία φτύνει με μίσος
όλες τις ημέρες της εβδομάδας που περνάνε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Γυμναστήριο, σχολείο, μελέτη, φροντιστήριο αγγλικών,
χόμπι, τηλεοπτικά σίριαλ, πάνελ
συνελεύσεις, διαδήλωση.

Η ανία κρέμεται από το μπαλκόνι της απέναντι γειτόνισσας,
έτοιμη να πέσει στο πεζοδρόμιο,
στο κέντρο της πλατείας,
μπροστά από την παιδική χαρά.

Υπάρχουν διάφορες ανίες
κρεμασμένες σε πολλά μπαλκόνια.
Νέες, μεσήλικες, γερασμένες ανίες.
Κάποιες είναι γύρω στα 30
και απλώς έχουν βαρεθεί τη ζωή τους.

Είναι ωραία τα μάτια σου
Είναι ωραία τα μάτια σου απόψε
Μου λείπεις
αλλά η ανία πίνει τον έρωτα, τον αυθορμητισμό.

Η ανία μπορεί να διατηρήσει μια αγάπη
Η ανία πλάθει αγάλματα
Η ανία πλάθει αγάλματα,
βαρετά άρθρα στις εφημερίδες, ευτελείς διασημότητες
περιοδικά μόδας, τηλεοπτικά σίριαλ, φτηνά b-movies.

Η ανία μπορεί να γεμίσει ενα σχολικό
με δωδεκάχρονα που δεν θα διαβάσουν ποτέ Όσκαρ Ουάιλντ
ή δεν έχουνε διαβάσει ποτέ ένα ποίημα.

Πόσο άσχημο μπορεί να γίνει
ένα στόμα όταν βαριέται.
Πόσο άσχημο μπορεί να γίνει
ένα όμορφο στόμα.
Η ομορφιά συνηθίζεται.
Η ανία κρεμασμένη στο απέναντι μπαλκόνι
περιμένει.

Η ανία ποτίζει κάθε πόρο του δέρματος
με μαύρο δηλητήριο.

Το χρήμα.

Η ανία τυλίγει τα χαρτονομίσματα.
Η ανία τυλίγει τα χαρτονομίσματα
με εκδηλώσεις και παρουσιάσεις ανέραστων συγγραφέων.
Η ανία τυλίγει με χαρτονομίσματα
τις εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής και την Όπερα.
Η ανία τυλίγει με χαρτονομίσματα
τις πουτέντες της μπαλαρίνας.

Ανία
Πλήξη

Χιλιάδες νοικοκυρές με πλήξη στα μάτια
Εκατομμύρια δωδεκάχρονα με ένα ipod 4 στο χέρι.
Πλούσιοι Αμερικάνοι ξαπλώνουν απ’ τα ξημερώματα
μπροστά από το υπερκατάστημα
για να προλάβουν να αγοράσουν πρώτοι
το καινούργιο μοντέλο ενός κινητού τηλεφώνου.
Χιλιάδες άστεγοι κοιμούνται δίπλα από τις ράγες των τρένων
Εκατοντάδες πρεζάκια άρρωστα,
ξαπλωμένα μπροστά από τα Μουσεία της Αθήνας
Εκατοντάδες νεαροί ξαπλωμένοι στο γήπεδο
περιμένουν για ώρες να μπουν τρέχοντας πρώτοι
για να δούνε τη συναυλία του αγαπημένου τους rock star.

Πλήξη
Ανία

Ξέρεις
υπάρχουνε πολύ όμορφες κοπέλες
που έχουνε βαρεθεί να ντύνονται
να μακιγιάρονται.

Η ανία σκοτώνει.
Ποιος έχει βαρεθεί το απέραντο της θάλασσας;
Ποιος;
Ποιος έχει βαρεθεί τα τρίσβαθα του ουρανού;

Ένα σμήνος πουλιών
δεν βαριέται ποτέ
να ταξιδεύει από τη μια Ήπειρο στην άλλη.
Ένας ώριμος άντρας που
έχει βαρεθεί να κοιτάζει αυτό το σμήνος πουλιών
να επισκέπτεται την πόλη του κάθε καλοκαίρι.

Τα φύλλα δεν βαριούνται ποτέ
να αλλάζουνε χρώμα από εποχή σε εποχή.
Μια γυναίκα γύρω στα 50
έχει βαρεθεί να κοιτάζει τα φύλλα να αλλάζουνε χρώμα.

Η ανία μπορεί να σκοτώνει
η ανία γδέρνει
γδέρνει
κάθε ζωντανή ιαχή μέσα μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό”Ένεκεν”, τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Γιάννης Καλογερόπουλος, Διαπραγματεύσεις

selfportrait1160cmx120cmoilpastelonc%255B1%255D

Λοιπόν, ας διαπραγματευτούμε. Υπάρχει αρκετός χώρος για όλους μας, νομίζω. Έχω την κάθε καλή διάθεση να συμβιώσουμε, ή και να αγαπηθούμε ακόμα. Όχι, ε; Ακούω τότε. Τι προτείνετε εσείς; Μια στιγμή, μια στιγμή, όχι όλοι μαζί, σας παρακαλώ, δεν μπορώ να σας καταλάβω. Μη. Σταματήστε, σας λέω, μη φωνάζετε, τουλάχιστον όχι όλοι μαζί. Θέλετε μήπως να φύγω; Θα μου απαντήσετε; Γιατί μιλάτε ψιθυριστά; Δεν είναι καθόλου ευγενικό εκ μέρους σας αυτό, τυγχάνει να είμαι ο οικοδεσπότης εδώ, έχω το δικαίωμα να… Όχι, όχι, συγγνώμη, συγχωρέστε με, δεν το εννοούσα. Δεν ξέρω πώς τόλμησα να ξεστομίσω κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, πραγματικά δεν ξέρω, δεν είχα πρόθεση, ζητώ συγγνώμη.
 
Ας κάνουμε μια νέα αρχή. Συμφωνείτε; Ας πούμε λοιπόν ότι εγώ ζητάω να μένω μόνος μου δύο ώρες την ημέρα, τι θα λέγατε εσείς; Και ίσως λιγάκι ακόμα το βράδυ. Θυμάστε παλιότερα που ερχόσασταν επίσκεψη μόλις νύχτωνε; Γιατί γελάτε; Δεν υπήρξα καλός οικοδεσπότης; Έκανα κάτι που σας πείραξε; Το αλκοόλ ίσως; Ή μήπως ο καπνός; Τις άλλες μου παρέες πάντα τις απέφευγα, ήξερα πως σας ενοχλούσαν, ακόμα και αν κάποιος απ’ αυτούς με ζητούσε, εγώ δεν απαντούσα, δεν άνοιγα την πόρτα, όσο επίμονα και αν χτυπούσε το κουδούνι. Προσπαθούσα πάντα να έχω τον κατάλληλο φωτισμό, την καλύτερη μουσική μόνο για σας. Όχι, αυτό που λέτε δεν είναι αλήθεια, δεν το έκανα για μένα, για εσάς το έκανα, πιστέψτε με.
 
Continue reading