Mahmoud Darwish, Για το αίμα στα μάτια των Παλαιστίνιων αδελφών

Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας
Και η ταυτότητα μου
είναι το νούμερο
πενήντα χιλιάδες
Έχω οκτώ παιδάκια
Και το ένατο θα έρθει
μετά το καλοκαίρι
Θα ερεθιστείτε ; Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας,
που δουλεύει με τους άλλους
εργάτες στο αυλάκι
Έχω οκτώ μωρά
Από τα βράχια
Βγάζω το ψωμί μου,
Τα ρούχα και Τα βιβλία
Δεν ζητώ την φιλανθρωπία
στις πόρτες σας
Ούτε εξευτελίζομαι στα
σκαλιά των αιθουσών σας
Γι αυτό, θα ερεθιστείτε ; Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας
Έχω ένα όνομα δίχως τίτλους
Και παραμένω υπομονετικός στην γη
Της οποίας ο κόσμος είναι ερεθισμένος.
Οι ρίζες μου
σφετερίστηκαν πριν από την γέννηση του χρόνου
πριν από το άνοιγμα των καιρών
πριν από τα πεύκα, και τις ελιές
και πριν να μεγαλώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου…από την σπορά του άροτρου,
Όχι από μια προνομιούχο τάξη
και ο παππούς μου, ήταν ένας αγρότης
ούτε καλοαναθρεμένος, ούτε καλογεννημένος!
Μου δίδαξε την περηφάνια του ήλιου
Πριν να μου διδάξει να διαβάζω,
και το σπίτι μου είναι όπως το παρατηρητήριο ενός φρουρού
φτιαγμένο από λυγαριά και ψάθα:
είστε ικανοποιημένοι από την κατάσταση μου;
Έχω ένα όνομα δίχως τίτλο! Να θυμάστε!
Είμαι ένας άραβας,
Κι εσείς κλέψατε τους κήπους των προγόνων μου
Και την γη που καλλιεργούσα
μαζί με τα παιδιά μου,
Δίχως να μας αφήσετε τίποτα
εκτός από αυτά τα βράχια,
Και το Κράτος θα τα πάρει και αυτά,
Όπως μουρμουρίζεται. Γι αυτό!
Σημειώστε το στην κορυφή της πρώτης σας σελίδας:
Δεν μισώ τον κόσμο
Ούτε καταχράστηκα κανέναν
εάν όμως πεινάσω
Το κρέας του σφετεριστή θα γίνει η τροφή μου.
Δώστε προσοχή!
Δώστε προσοχή!
Στην χολέρα μου
Και στην πείνα μου!

*Πηγή: Αέναη Κίνηση

Κατερίνα Γώγου, Με λένε Οδύσσεια

Τρίτη μέρα.

Ξημέρωμα της ποιας μέρας;… Χαράζει η ώρα…

Βραδιάζει ο κόσμος.
Ουρανός και θάλασσα ένα.
Χωρίς διαζευκτικό ή …
Όπως ο θάνατος- ζωή-νύχτα-μέρα-χάος-αρμονία.

Τώρα;…

Πως να κάνω
να βάλω σε κάποια τάξη
τους ανονόμαστους πλανήτες
και τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών
που κατέλυσαν μέσα μου…
πως να μου θυμίσω τι…πως
με ποια τάξη, με ποια σειρά
όμοιο εγώ διαζευκτικό 
καταμεσής της θάλασσας;

Θα προλάβω άραγε να δω
αν ο ήλιος
σαν άσπρος νάνος μικρός
από άλλη μάνα αδερφός
αφήσει να χαθεί από γεράματα
ή τηρώντας το λόγο του
με έκθαμβη έκρηξη 
από του σύμπαντος το παρελθόν
τον πλανήτη μας Γη 
ζωντανό τον αφήσει;

Εγώ, Οδυσσέα
τον ουρανό τον είδα
απ’την κορυφή της Γκιώνας, απ’ τα ψηλά αετώματα
κι από τα δημόσια ουρητήρια της Ομονοίας.
Αυτό δεν λέει πως δεν σ’αγαπώ. Πως δεν είμαι χτυπημένη.

Πάει, Οδυσσέα, το έκτο γραφτό.
Γραφτό που είδε τον ήλιο
μέσα σε άσυλο
με διαμαντένια κορόνα σμιλεμένο.
Ε, καρδιά τ’ουρανού
βοήθησε το χρέος το υπέρτατο
το έβδομο της ψυχής αποτύπωμα 
στα μελανά πόδια της γης
σ’ένα έλατο, σ΄ένα πλατάνι
ή σε γερό ποτάμι που πάει 
σ’ωκεανό να φτάσει αφημένο 

… μια χορδή από ήλιου φως …

Απλώνει ο κόσμος
ο ουρανός αργά σηκώνεται… ανεβαίνει
η θάλασσα στη θέση της
καταιγισμός λάμψεις λουλουδιών
δάφνινα στεφάνια
στις πλατείες, στις σκάλες
στα – απ’τους θαλάμους παρμένα – τηλέφωνα
στα καμένα φώτα των ασφάλτων.

Μη παρακαλώ
είναι μελανό 
το έβδομο 
της ψυχής
αποτύπωμά μου.

Με λένε

Το όνομά μου βγαίνει από το όνομα
του μεγαλύτερου κινδυνευτή 
της πατρίδας μου,

Με λένε Οδύσσεια.

Πως θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί 
συντρόφους,, από τ’άγγιγμα της Κίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευκτικό καταμεσής της θάλασσας;

Χωρίς εισπνοή πως εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.

Ω, πόσο αγαπώ τη γη, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά…
Και τι ανέντιμη.
Τόσες φορές που μ’έχει σώσει το νερό 
πνιγμό απ’το νερό φοβάμαι.
Και να με λένε Οδύσσεια.
Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί
χωρίς συντρόφους και πανιά
στ’απόκρημνα νερά
χωρίς για μένα γυρισμό
μόνο να ταξιδεύω.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο (απόσπασμα)

angel-boligan-the-grandfather3

IV.
Θεία Χάρις —δυσκολεύομαι να σε φανταστώ—
με το μακρύ σου φόρεμα και την παγκρεατίτιδά σου
κι ένα χαμηλό ψάθινο καπέλο
ν’ ασθμαίνεις στις ανηφοριές της Πειραϊκής
δίπλα στο Παλαιό Κέντρο Βασανιστηρίων
στον ατέλειωτο διάδρομο
στη σάλα
όπου συσκέπτονται οι απεγνωσμένοι προγραμματίζοντας
τον επόμενο συμβιβασμό,

—το καστανό, λυπημένο σου πρόσωπο
τα δάκρυα του συζυγικού ψυχαναγκασμού
(τι απαρηγόρητες διευθετήσεις, πνιγμένοι λυγμοί,
χρεόγραφα και πρωινές αγγαρείες —ανάμεσα στ’ ασπρόρουχα της γειτονιάς—
ατέρμονη υποχώρηση —υποταγή — συνθηκολόγηση—
στις παρυφές κάποιου προφήτη Ηλία)
τότε που στεκόμουν στο μπάνιο γυμνός
και συ πουδράριζες τις μελανιές στα γόνατά μου —
άραγε τι να σκεφτόσουν τότε —κρυφά —βλέποντας πως γίνομαι άντρας
σιγά-σιγά—κι εγώ ένα υβρίδιο οικογενειακής σιωπής πάνω στο ετοιμόρροπο βάθρο
των αόρατων φτερών σου στον ακάλυπτο —Μουσείο της Καστέλας—
Θεία Χάρις
ο Παττακός ζει —ο Παττακός ξυπνάει στις πέντε παρά τέταρτο τα χαράματα
—για κολύμπι και διατάσεις —απόψε μιλάει στο ξενοδοχείο Καλυψώ —στην
Ανάβυσσο —ο σύλλογος απόστρατων έχει ετοιμασίες —ήδη γυαλίζουν τα
κέρατα των βαλσαμωμένων ταράνδων— φωταγωγούν την αίθουσα των
γαμήλιων τελετών και βγάζουν απ’ τα πατάρια τις παλιές πορσελάνες —με το
οικόσημο της δικέφα-λης μαρμαρωμένης μηλιάς —και του αέναα υποσχόμενου
τράγου —το βράδυ θα συναχθούν γηπεδικοί φαλλοί —πρώην φερέλπιδες
μπακ-χαφ της τοπικής — κράχτες στο γουναράδικο «Αντάμα»—
θα σηκώσουν τις γαλανόμορφες ελπίδες του έθνους καμαρωτά —ψελλίζοντας
το “Three blind mice” το “London Bridge” ή κάποιο άλλο παιδικό νανούρισμα
μετεμφυλιακής βοήθειας—

μόνο που εσύ δεν θα γίνεις ποτέ γριά
μήτε θα δεις την πόλη αυτή να τρεκλίζει
ξεθεωμένη και σκυφτή —μες στην οξειδωμένη της μυθολογία—
μια wannabe Ιερουσαλήμ που παριστάνει την καμπόση
στους φθισικούς και στους ακρωτηριασμένους
μοιράζοντας ληγμένο μουρουνόλαδο στα κατηχητικά
κόρες από μπαγιάτικο πρόσφορο
στα φιλεύσπλαχνα συσσίτια του δήμου
ένα πιάτο φακές —ένα γαμημένο πιάτο φακές—
για κάποια ομορφιά —που ατύχησε —και στον δικό μας αιώνα —
είπαμε
δυσκολεύομαι να σε φανταστώ—κάποιος ξέχασε ανοιχτό ένα τηλέφωνο μες στο
μυαλό μου —τα βράδια χτυπάει στη δόνηση και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ—

Ωστόσο ακόμα σε βλέπω να στέκεσαι, —φάσμα της Ερμούπολης—
Στην καγκελόπορτα με τ’ αγιόκλημα των αποχωρισμών
φορώντας τον ανεπίδοτο έρωτά σου κατάσαρκα
και κάτι που υπό άλλες συνθήκες ίσως και να ήταν ένα φόρεμα μεταξωτό—
βαδίζοντας κάτω απ’ τον τεφρό ουρανό
κι αποστηθίζοντας το αντίο:
το αντίο —ένας λαβύρινθος που συνωστίζονται κουβάρια οι κλωστές
το αντίο —ένας Μινώταυρος σε αμφιθυμία
κι η μόνη χρησιμότητα της αφής: να τρίβουμε ολημερίς
σε μια σκάφη προπολεμική
το Σύμπαν
Θεία Χάρις

…………………………………………………….

*Απόσπασμα από τη συλλογή “Κλέφτικο”, εκδ. Πανοπτικόν, 2013 (σελ. 29-30).

Gathered. Avant-garde. Poets – Βασίλης Ντιλιάς

how_to_write_poetry_flickr

Σαν αποκούμπι μοναξιάς 
Αντίδοτο στη θλίψη
Ντόπα λαμπρής κληρονομιάς
Αντίσταση στην πλήξη
Σκόρπιες ψυχές
Κοινός σκοπός
Κάποια ιδέα, αναλαμπή
Η φλόγα της συσπείρωσης
Μεράκι στρώνει το χαρτί
Μελάνι το ημερώνει
Πρεμούρα, ν’ αρθρώσουμε φωνή
Πιλάλα, να προκάνουμε λέξεις για τα βιβλία
Ύστερα, άρχισαν
οι συνδιαλλαγές
οι ερωταποκρίσεις
οι τριβές
τ’ ατέλειωτα μηνύματα
τα ξεραμένα χείλη

Τι λες;
Θα ταίριαζε, σε κάποιο ποιητή,
η νεκρική σιωπή ενός μουσείου,
τα σκονισμένα ράφια κάποιου παλιατζίδικου,
πιότερο, απ’ το λάτρεμα της τέχνης του,
καταμεσής στ’ αλισβερίσι της αγοράς,

πάνω στ’ ασίγαστο παραλήρημα της μέθης;

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο των Gathered. Avant-garde. Poets. στο http://gatheredavantgardepoets.blogspot.gr/2014/07/gathered-avant-garde-poets.html

Χρήστος Ζάχος, Ποιήματα γραμμένα στο καφενείο

Fabian Perez, Valerie at Las Brujas

Fabian Perez, Valerie at Las Brujas

Αναμφισβήτητη τέχνη

Τι πιο όμορφο από τέσσερα κορίτσια
να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου
με το χλομό φωτισμό
να περιγράφει τα υπέροχα πόδια τους
που τα επιδεικνύουν
τόσο θελκτικά…

Μια τέχνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς

~.~


Διαφορετικές Τέχνες

Ώχρα, κόκκινο και μαύρο
καθώς η σελήνη και οι χλομοί λαμπτήρες 
δημιουργούν γύρω σου
πανέμορφα θέματα  
που δεν θα ζωγραφίσεις ποτέ.

Τελικά η ζωγραφική και η ποίηση
είναι όντως διαφορετικές τέχνες;

πίνακας του Fabian Perez

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Χρήστου Ζάχου Η Νόσος Της Ποίησης στο http://czachos78.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html

Idea Vilarino, Δύο ποιήματα

Artwork: Abdalieva Akzhan

Artwork: Abdalieva Akzhan

Μετά

Άλλη είναι
μάλλον άλλη
εκείνη που διαδοχικά μαζεύει
φόρεμα, μαλλιά, το είναι της
εκείνη που τώρα ανακτά
διαστάσεις,
ύψος, βάρος
και, μετά από ατέλειωτα ταξίδια ηδονικά,
το κατώφλι διαβαίνει ακέραιη και άσπιλη
και να μάθει δεν ψάχνει
δε χρειάζεται
ούτε να μάθει θέλει∙
τίποτα από κανέναν.

Δεν ήξερες

Αγάπη μου δύστυχη
πίστεψες
πως έτσι ήταν
δεν ήξερες.
Ήταν πιο πλούσιο από αυτό
ήταν πιο φτωχό από αυτό
ήταν η ζωή κι εσύ
με τα μάτια κλειστά
τους εφιάλτες σου οραματίστηκες
κι είπες
η ζωή.

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Κατερίνα Κούσουλα, Λήδα

ArtScans CMYK

η φούστα σου ανέμιζε με χάρη
απαράμιλλη
μέσα στην ομορφιά του χρόνου
σκιάδι κράταγες
με τον λεπτό σου φέγγοντας αστράγαλο
τα μονοπάτια

κι εγώ, κορίτσι χωρίς πρόσωπο
ριγμένη από την τύχη στο μεράδι
στην ωραιότητά σου εγνώρισα
τη μόνη βεβαιότητα
που είχα πάντα, πλήρη

μικρή μου πεταλούδα άσπρη
στα μαύρα πάντοτε ντυνόσουν
τη χάρη μοναχής
σε ανθισμένο αποσυρμένον Έρωτα
κάποτε σεργιανούσες
ζεστή ψυχή μέσα στα μάτια μου
με κοίταζες.

πού πας φίλη μου
πού φεύγεις μου γλιστρώντας
το άρωμά σου μένει το κατόπι
αχνή ανάπνια αγάπης άδολης
μοναχική νυχτιά σ’ αναμονή
μου χαμογέλασες και φώτιζε το πρόσωπό σου
πού πας
λιγάκι βιαστική με το τσαντάκι σου
τα άσπρα σου τσιγάρα πάντα ιίδια
τα ψιλά-
πάντα ανέσυρες τα χρήματα
με κάποια αδημοσύνη-
και πάλι εκείνα τα χορευτικά σου
βήματα
που σού ξεφεύγανε – θυμάσαι;
βαδίζαμε μαζί δεμένα κύματα
τανγκό στην αγορά χωρίς φιγούρες
και γύρω γύρω κόσμος κόσμος
και τα θαύματα
εγχάρακτα πια μέσα μας

έλα, κάνε μία στροφή όλο χάρη
πού πάς. εσένα δεν σ’ αγγίζει η λησμονιά

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Bev Braune
 reviews Jordie Albiston’s XIII Poems

XIII-Poems

XIII Poems
by Jordie Albiston

Rabbit Poet Series, 2013

XIII Poems might be seen as a snapshot of what Albiston’s main concerns have been since Botany Bay Document (1996) appeared culminating with, I think, Vertigo (2007). Her publications since the mid-2000s reflect on similar concerns but with more biographical tones. Albiston’s main interests have been history, limitations or framed lives, their voices and interpretations of them, often using easily located words to tie groups of poems (‘heart,’ ‘black,’ and ‘white’ feature in XIII Poems).

These Albiston poems, however, have arrived with a stated purpose to them. XIII Poems has been published as the first volume of Rabbit Poets Series of ‘non-fiction’ poetry books, raising some old questions about the relationship between artistic intention and works of art as constructed artefacts. I tried to find a way into the issue via Anthony Savile’s 1969 essay to which I keep returning, ‘The Place of Intention in the Concept of Art.’1

Continue reading

Άρης Αλεξάνδρου, Τις νύχτες

%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91

Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά μια υπόγεια σήραγγα
μ’ ένα σουγιά, μ’ ένα πιρούνι, με τα νύχια

Σκάβαμε τις πέτρες ξέροντας πως θα φτάσουμε
το πολύ ως τη θάλασσα

Κι όμως μας ήταν ανάγκη να βλέπουμε
τα χέρια μας να ζούνε

Μου ήταν ανάγκη να βλέπω
πως κοντεύω πόντο πόντο να σε φτάσω