Θυμάστε τότε πού έγραφα για τα δαιμονισμένα πορτοκάλια;
στον Πόρο βρέθηκε η Lynne ένα κορίτσι από την γηραιά Αλβιόνα όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ βλέπω όνειρα φριχτά στον Πόρο μπαρ και μπαράκια και τα κουμπαράκια. Αν δεν βρει αλλού δουλειά η Lynne θα γυρίσει πίσω στα ζώα και τα θηρία της και την αγαπώ Lynne, Lynne, πώς έτσι αναποδογύρισε ό κόσμος Πόρος, θερμοκρασία 43° κάτι το πρωτοφανές!
Είπες, “δεν μπορώ άλλο κουράστηκα δεν έχω δύναμη” μπορείς μπορούμε τα πάντα ούτε που φανταζόμαστε τι δυνάμεις κρύβουμε μέσα μας μπορείς μπορούμε να φέρουμε τα πάνω – κάτω να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως πραγματικά μας αξίζει μόνο μακριά από ρήτορες και μάγους της φυλής δεν έχουμε ανάγκη λογάδες και μεσολαβητές μπορούμε μόνοι μας να κάνουμε τον αγώνα μας και να αποδώσει καρπούς όχι ψίχουλα κι ελεημοσύνες από δήθεν φιλάνθρωπους και προνομιούχους.
Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙ σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας (πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;) Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν να ’ναι ελαφρό το χώμα τους φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι συγύριζαν το μέσα τους, στόλιζαν τις ψυχές τους ήξεραν να μοιρολογούν εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους στ’ όνειρό τους κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα της μάνας μας… Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας δεν ξέρουμε να κλάψουμε πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας άδεια χελωνοκαύκαλα
Αίσθηση παντάνασσα! Μανία θηλυκή! σε μονή να βρεθώ Ιβηρική, που, στηθόδεσμα, νταντέλες απλώνουν, έγερσης χρώμα έμμηνο ρέοντας!
*
Κόμες αιωρούνται ξέπλεκες, χείλη διαστέλλονται, αιμάτινο χρώμα, γλώσσες σαλιώνουν θηλές μαστών που αναριγούν, καλλίπυγες θωπευτικά τα σκέλη αναμειγνύουν. Η αίσθηση απαγγέλει θηλυκά την αποθέωσή της, ο πλάστης πνέει στην Σαπφώ την θεία αποστολή της.
*
Αφού η Γαλάτεια τέλειωνε με τα πλατιά σου χείλη, με τα ακροδάχτυλα που ηδύπαθα κεντούν, τους γλουτούς σου παραδίδει ανοίγοντας, στα χείλη τα δικά μου που ριγούν.
Εισδύοντας στον κόρφο σου Βασιλική, των κραδασμών σου ιαχές δαμάζω, την βασανιστική σου ηδονική ταπείνωση θαυμάζω.
*
Ευεπίδεκτα μάτια, μελίφρονα κορμιά παθογόνα, Αμφιτρίτη και Γλαύκη μαλάζονται, της αλλότητας κίνητρα μόνα.
Τρυφηλότητα άφθορη, αβάσταγη των οίκων ανία, Μαρία των αγγέλων σπασμοί, συνουσία θεία!
*
Λή Τα σκέλη σου ορθάνοιχτα, αχόρταγα ρουφούν την ρώμη την αρσενική, την φλόγα της συλφίδος, που κάθυγρα τα χείλη της, τα χείλη σου που πάλλονται φιλούν.
Αγλάϊσμα των γυναικών! Της ηδονής ιέρεια! Γητεύτρα εσύ των στεναγμών, σε ήθη ελευθέρια!
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν: «Μετανάστες». Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο, δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν. Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε. Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία. Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά στα σύνορα, προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε, χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε. Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδα τους. Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο…
Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο
Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη
Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι
Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.
***
Η ποίηση δε μας αλλάζει
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
Sous l’étoile trop pure Du grand ciel froid La toile de la tente Au vent qui tourmente Claque – et c’est la voile Des galères d’autrefois. Oppressés, compressés Les prisonniers s’irritent Des toux rocailleuses Et des voix pleureuses Des mourants qui s’agitent. Le projecteur est dur La sentinelle boit Je ferme mes gerçures Et mes lèvres sans joie. Le projecteur est dur La sentinelle boit J’étire mes jointures Et fais craquer le bois.
Κάτω από το πεντακάθαρο αστέρι Του μεγάλου ψυχρού ουρανού Το πανί της σκηνής Στον άνεμο, που βασανίζει Χτυπάει – και είναι το πανί Στις παλιές γαλέρες. Καταπιεσμένοι, συμπιεσμένοι Οι κρατούμενοι θυμώνουν Βραχνός βήχας Και φωνές πένθους Ετοιμοθάνατοι που αναστατώνονται. Ο προβολέας είναι σκληρός Η φρουρός πίνει Κλείνω τις σχισμές μου Και τα χείλη μου χωρίς χαρά. Ο προβολέας είναι σκληρός Η φρουρός πίνει Τεντώνω τις αρθρώσεις μου Και σπάω το ξύλο.
*Από το “Neuengamme” (1945). Μετάφραση: Αλεξάνδρα Β.
An autumn equinox, we make a fire in the courtyard: sparks gust into the black air, and all seasons are enfolded in these flames: snow gathers and tips the lilac twigs; a stinkhorn rises out of dirt below a watersprout; ants climb the peony stalks; and, gazing into coals, I skydive and pass through stages of youth: at first, I climb a tower and, looking out, find the world tipped; then I dash through halls: if ripening is all, what can the dead teach us? We who must rage and lust, hurtle zigzagging between cars in traffic, affirm the call to abandon illusions is a call to abandon a condition that requires illusions; and, as I pull the cord, spring rips and blooms; on landing, I sway on earth.
Φωτιά στην αυλή Την εαρινή ισημερία, ανάβουμε φωτιά στην αυλή: σπίθες ανεβαίνουν σε ριπές στον μαύρο αέρα, και όλες οι εποχές τυλίγονται στις φλόγες: το χιόνι μαζεύεται και κάνει τα μαβιά κλαδάκια να γέρνουν· ένα μανιτάρι φυτρώνει μέσα απ’ το χώμα κάτω από μια πηγή· μυρμήγκια σκαρφαλώνουν στα κοτσάνια της παιώνιας· και, κοιτάζοντας τα κάρβουνα, βουτώ από τον ουρανό και περνώ από εποχές νεότητας: στην αρχή ανεβαίνω σ’ έναν πύργο και, κοιτώντας έξω, βλέπω τον κόσμο γυρισμένο ανάποδα· έπειτα ορμώ μέσα σε αίθουσες: εάν η ωριμότητα είναι το παν, τότε τι μπορούν να μας διδάξουν οι νεκροί; Εμείς, που οφείλουμε να ωρυόμαστε και να λαχταράμε, χιμάμε κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε αυτοκίνητα στην κίνηση, επιβεβαιώνουμε ότι το κάλεσμα να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις είναι ένα κάλεσμα να εγκαταλείψουμε μια κατάσταση που απαιτεί ψευδαισθήσεις· και, καθώς τραβώ το καλώδιο, η άνοιξη περνάει βολίδα κι ανθίζει· σαν προσγειώνομαι, ταλαντεύομαι πάνω στο έδαφος.