William Carlos Williams, Προλεταριακό πορτραίτο

WCW portrait by Romano

Μια εύσωμη κοπέλα με ποδιά
χωρίς μαντήλι

Τα μαλλιά της λυτά πίσω στέκει
στον δρόμο

Τα δάχτυλα ενός ποδιού με κάλτσα
αγγίζουν το οπεζοδρόμιο

Το παπούτσι της στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα προσεκτικά

Τραβά τον χάρτινο πάτο
να βρει το καρφί

που την πλήγωσε

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Ευριπίδης Δρατσέλος, Τρία ποιήματα

Μια Εύρυθμη Οπορτουνιστική Κοινοπραξία

Μες στη συννεφιά,
η μικρή μου γατούλα,
πολύ χαίρεται
που ’χει μεγάλα νύχια,
καθώς τα πουλιά
με τα μικρά τους ράμφη,
χτυπούν στο τζάμι,
που λιάζεται η μύγα
με τα μεγάλα μάτια.

*

Ε;

Ήρθε η εποχή
που ανοίγει τα ρόδια
πάνω στα κλαδιά!
Και μπορούμε δηλαδή
να φάμε… σπόρια!
Πριν έρθουν τα πουλιά,
πριν τα σκουλήκια
τα προφτάσουν στο χώμα!
Πριν… ο ένας τον άλλο;

*

.Άτιτλο

Ρίγη.
Το κεφάλι μου,
πήγαινε για να σπάσει.
Είχε αδειάσει,
όπως το ποτήρι μου.
Σαν καθρέφτιζε,
στο προφίλ, τη σελήνη
-ως να γεμίσει-
σαν άνθος μου έμοιαζε,
που ανφάς το ‘χα μαδήσει.
Ήδη.

*Από τη συλλογή “Το 18”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Peter Kertis

Κάπου εκεί

Να είσαι και να μην είσαι
Στην ανυπαρξία της ύπαρξής σου, στη σκιά της σκιάς σου, ακροβάτης

Η παρουσία εκεί, η επιθυμία εκεί
Άλλοτε την διακρίνεις, την καλοδέχεσαι, άλλοτε προσμένεις καραδοκείς, άλλοτε προσπερνάς, λησμονείς
Μικρή στιγμή που ξεθωριάζεις, στάσου λίγο ακόμα
Στο κενό, στο διηνεκές, στο απόλυτο.

*

Προσμονή

Η λαλιά σωπαίνει
Στο μούδιασμα της προσμονής
Στη σχισμή ανάμεσα στο μετά και το τώρα

Το παρόν του κενού
Του άδειου χρόνου
Της μιας στιγμής του μέλλοντος που αναμένεις

Πίσω από το αμάλγαμα της ασκήμιας που βιάζει τη φύση
και της ομορφιάς που αντέχει στο χάος,
αχνοφέγγει η στιγμή της προσμονής σου.

Ζωή Δικταίου, Μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού


Artwork: Mary Newcomb (1922–2008)

Μονόλογος

Να λησονήσεις τον κόσμο, να λησμονήσεις λένε
λογής – λογής μαυροπούλια
μαζώχτηκαν στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα του συνόρου,
να λησμονήσεις, όλους τους κακοθάνατους,
εκείνους που τους θέρισαν τα βόλια εδώ,
τους έκλαψαν οι ράχες στο Γράμμο και στη Μουργκάνα
και τους θαλασσοπνιγμένους ν’ αστοχήσεις, ακούς;
Πάνε αυτοί διάβηκαν.
Κι αυτούς που τους κατάπιαν τα ρέματα στο έβγα του χειμώνα
και τους φαρμακωμένους στο έμπα του καλοκαιριού
κι όσους ένιωσαν το μαχαίρι στο λαιμό,
για το χατίρι τους έβαψε η παπαρούνα τον κάμπο κόκκινο.
Μυρίζει παραπόνεση ο αέρας στη Βελούνα,
στο Σμόλικα και στη Χιονίστρα κανακεύουν σερπετά,
να λησμονήσεις τον κόσμο λένε τα πουλιά, λαλιά ανθρώπινη΄
κι εκείνους που τους έκλαψαν, όλους,
τώρα σημαδεύει τα νηστεμένα χείλη η ζωή, προλαβαίνεις,
ένας κοκκινολαίμης στο φράχτη
ο σταχτωμένος χρόνος στο κλειδωμένο συρτάρι
το τσίπουρο σε Γιαννιώτικο ασημένιο παγούρι.

Παρελαύνουν στο συρματόσκοινο οι σταγόνες,
από το πρωί απαγγέλει μοιρολόγια η βροχή στη στέγη
αριστερά σου σκεβρωμένες σανίδες η παλιά πόρτα
με το μπρούτζινο μάνταλο ξεσαρκωμένο απ’ το ξύλο
φωνή της Μοίρας ήρεμη και μετρημένη, στάζει ο καιρός,
τα σταφύλια μελωμένα στην κληματαριά
τ’ άνανθα αγριόχορτα στις ρωγμές του τοίχου.
Συκοφαντημένη η αγάπη όπως την δείχνουν τα ενθύμια
στο περβάζι με τα ξεχασμένα τρόπαια,
γανωμένα χαλκώματα, χάντρες και χαϊμαλιά
και το δρεπάνι στο χρυσωμένο γιασεμί.
Σε μια ζαρωματιά της έρημης αυλής κουρέλια η ομίχλη,
η μνήμη αλάτι κι εσύ φταίχτης να θυμάσαι, να διψάς
να σωπαίνεις, πλαντάζει η περηφάνια στα μάτια
την ώρα που δαγκώνεις το αχ και το παράπονο στα χείλη.

Μια μόνο αχτίδα διαπερνά τις φυλλωσιές,
πρώτα στην πέτρινη σκάλα
και μετά λοξά στο χρωματιστό γυαλί
κίτρινο και βαθύ πορτοκαλί ως τη σκουριά
φωτίζει το κλειδί, αντιστέκεσαι στην παρόρμηση,
λιτανεύοντας ονόματα κοιτάζεις ξανά και ξανά τα χέρια,
τα χέρια σου τρέμουν, νοτίζουν οι γραμμές,
στη μοσχοβολιά της κουμαριάς
θα σταθούν φιλήδονα τα ρουθούνια, επίμονα,
ενάρετη σκέψη η αγάπη, «αγάπη μου…»
Ανασταίνεις το βαθύ σκοτάδι, φέγγει μέσα σου,
κλαις, τρέμουν οι σταγόνες της βροχής
αυτές που παρελαύνουν στο συρματόσκοινο πριν την πτώση.

Αμήχανα μετράς τα κέρματα στην τσέπη
μπορεί για τρίτη ή και τέταρτη φορά χωρίς λόγο,
υπόκωφος μεταλλικός ήχος, αδιέξοδα βλέμματα
το πέρασμα του ποταμού στο σύνορο
κι εσύ στο σύνορο, περιμένεις, δικαιώνεσαι, απελπίζεσαι,
σ’ έναν άλλο κόσμο θαρρείς ζητάς μια θέση
πριν μετοικήσουν τα όνειρα
πριν η πατρώα γη κλείσει στα σπλάχνα της μαζί μ’ εσένα
όλες τις δικές σου περασμένες γενιές
προετοιμασμένη καθώς ξέρει
και προορισμένη να βολεύει και την απώλεια
την ίδια ώρα που ακόμη και αυτός ο θάνατος
πεθυμιά αιώνια της γης
έρχεται να δώσει καινούριο νόημα στις μέρες σου.

Τον φόβο σου τον νέρωσαν τα πρωτοβρόχια,
αλάργεψε με το κιρκινέζι και το βοριά στις αγριομολόχες
πέρα απ’ τα σκιάχτρα τον νίκησε η απουσία
στην αυλή σου, μηλιά μετανάστρια
δοξάζει πρώτη φορά με ώριμους καρπούς την ίδια ελπίδα,
χειρονομία προσδοκίας η αφή, αύριο στα μήλα,
ένα ξημέρωμα πριν την παρακμή,
μίλα μου,
εκεί που ραγίζει γυάλινο το σύνορο στο ποτάμι
εκεί που τα άδεια σπίτια σημαδεύουν την καρδιά
εκεί που και οι άγγελοι έχουν πάθη, τα πάθη σου,
όταν το κλαρίνο ηχεί μέσα σου,
μίλα μου,
όταν σε μια στροφή του χορού λυγίζοντας το σώμα
αγγίζεις την κόψη τής αλήθειας στην υγρή φλούδα,
στο χώμα οι άχραντες σκιές, αυτές που φυλάνε τον ύπνο σου.
Κιτρινίζουν οι φτέρες στο λόγγο,
βαράει ο Αχέροντας το ντέφι εκεί που όλοι έχουν ξεχάσει,
μόνο εσύ, θυμάσαι ελευθερωμένος από αχρείαστες υποσχέσεις
χαμογελάς, ο κόσμος αλλάζει,
μίλα μου,
στα ιερά κλαδιά της ιτιάς κρεμάστηκε η προφητεία των άστρων
στη νερομάνα καινούριο τρέχει
πάνω στο πράσινο φύλλο, φλύαρο το παμπάλαιο νερό.
Διψάς, διψώ,
μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού
όταν μοιράζεται αλειτούργητο το πρόσφορο του έρωτα
και γίνεται ζωή η αμαρτία,
τότε, αύριο έλα, πριν αποδημήσουν οι λέξεις,
χάρισέ μου μια γωνιά από την μέσα πατρίδα
αυτή που φυλάς στον κόρφο,
έλα στην κόψη του καιρού με μια σταγόνα και σώσε με…

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Φιλιάτες, Σεπτέμβρης του 2020

Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα


František Janoušek (1890-1943): Love Ends on the Rocks (1936-1942)

ΑΛΗΤΙΚΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Ψυχές κροταλίζουν
καθώς τη Νύχτα ενώνονται ερωτικά με πνεύματα
αλήτικα.
που σουλατσάρουν όλο τον κόσμο,
πίνουν τσίπουρο για να καούν ως τη Ρίζα,
προσθέτοντας λίγη τριμμένη κόκκινη πιπεριά,
κοχλάζοντας από τον Πόθο τον μπερμπάντη

Καρναβάλια 200?

*

Η ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

μια κουβέρτα κεντημένη αστέρια.
Κάθε αστέρι, κάθε χάντρα,
μια ψυχή,
που χάθηκε στο μονοπάτι της ζωής
και έσβησε στους δρόμους.
Αποστεωμένη, λευκή,
έχοντας αφήσει από καιρό τη λάμψη της
μέσα στη χάντρα-αστέρι για Τέχνη.

*Από τη συλλογή «Ονειράκατος», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάιος 2009.

Γρηγόρης Σακαλής, Η γενιά μου

Ελλάδα.
Η γενιά μου
έφαγε στη μάπα
τ΄ απόνερα της χούντας
κι ύστερα
τον κοινοβουλευτικό μανδύα της
την ανάπτυξη της πολυκατοικίας
και του τσιμέντου
μαζί με την καταστολή
με αύρες και ΜΑΤ
έπειτα ήρθε ο πλούτος
δανεικός κι αγύριστος
νομίζαμε
κι έφαγαν ψωμί
και οι φτωχοί
ήταν η εποχή
της κουλτούρας του καφενείου
κι ύστερα μια μέρα
βρεθήκαμε χρεωμένοι
ως το λαιμό
κι έπρεπε να πληρώσουμε
γι΄αυτά που φάγανε άλλοι
αυτοί που μας κυβέρνησαν
τόσα χρόνια
κυβερνούν και τώρα
γεράσαμε
και η ζωή μας
πήγε στράφι
τα παιδιά μας
δεν βρίσκουν δουλειά
είμαστε μια γενιά χαμένη
καταναλώσαμε ιδεολογίες
μα ήταν φούσκες
σκέτα συνθήματα
που φωνάζαμε στις πλατείες
κουνώντας πλαστικές σημαίες
την ώρα που οι ταγοί σιωπούσαν
κάνοντας τέχνη για την τέχνη.

Λευτέρης Πούλιος, Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη

Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα-
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη-
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν αφθονία
μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

*Βίντεο: Thanasis Panou

Χρήστος Τσιαήλης, Ανθρακονήματα

Ο [άνθ]ρακας κατάφερε να κάνει το δικό του
ξεπέρασε κι αφάνισε πια το συνηθισμένο
ίνες μικρές, αόρατες σε συμπαγείς ενώσεις
διαφεντεύουν το σύστημα
μονοπωλούν το πλέγμα
όσο κι [αν θ]έλεις να κρυφτείς
κάποτε θα τ’ αγγίξεις
το ξένο τούτο υλικό
σκληρότερο απ’ ατσάλι
και ελαφρύ σαν δέλεαρ
του μόχθου ο εφιάλτης.

[Άνθ]ρακα μη με παρατάς
μη γίνεσαι άλλο ξένος
στρέφονται πια στα χημικά
κι αφήνουν τη χημεία
αν με αφήσεις πλαδαρό
πώς θα ορθοποδήσω.

Είναι κι η αεροναυπηγική
όλο μου τραγουδάει
να πάω ιπτάμενος, να ευφρ[ανθ]ώ
γιορτή μήπως και ζήσω
το όνομά μου ίσως θυμηθώ
το εισιτήριο, αν διαβάσω.

Κοίτα όμορφες κυρίες γηραιές
χαρτί, γυαλί και πλαστικό
αδέσμευτη σιλικόνη
στα παλαιοπωλεία που μείναν
αγέρωχα να προμαχούν
του μέλλοντος το διαβα.

Μαύρα [ανθ]ρακονήματα
σε κύβους και σε σφαίρες
σε πλάγια κοψίματα
του κόσμου η νέα μοίρα
σε μαγαζιά κομψά στημένη
δεν είναι μεταβατικός συρμός
κυκλοφορούν διαδικτυακές
αιτήσεις για νέες αιρέσεις.

[Άνθ]ρακα μην ανησυχείς,
όλο το τερατούργημα
θα γίνει ολοκαύτωμα
όταν πια άυλοι εμείς
αλλού θα κατοικούμε
τα νέα ζώα που θα ρθου[ν
θα] τα καθοδηγήσεις.

*Από τη συλλογή “Συμπτώματα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2021.

Βύρων Λεοντάρης, Ζωή – χωρίς να ζούμε

Φωτογραφία: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει Έρωτας

δίχως ν’ αγαπάμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία… δική σου ή άλλη…

Τι σκαλίζεις Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,

-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω, λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου

τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσες μαγείες- δίχως θάμα.αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.

να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
-Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
σάπια βροχή και τιποτένια.

το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Δύο ποιήματα

Παιδί στο προσφυγόσημο

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλητο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος.
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί

*

Λήδρας

Πέραν του οδοφράγματος
χρόνος ανάδρομος
χώρος αλαλάζων
ουρανός πλατύτερος
μνήμη αιχμηρή
Η χώρα ενδότερη
στρώματα ιστορίας
σώματα μυθολογίας
χώματα και ονόματα
φιλολογία
Εκεί
η πατρίδα ψυχή
πτώμα σε Προκρούστειο κλίνη.

*Από τη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούλιος 2014.