Ρώμος Φιλύρας, Μοίρα άγει

Α, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’ έκρουσε στη θείαν ανατροφή
και μ’ άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!

Πεθαίνει τ’ όνειρο, η ψυχή, το μέγα,
πάει το σκήπτρο, χάνεται η κορφή,
ξεθωριάζουν σαν τα βελούδια τα έργα,
στην τραγική μες στο λαό ταφή.

Όχλε, λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο;
Α! μαστροπέ, στην άβυσσο με πας

(1926)

Κώστας Κουκούλης (Αγρίνιο, 15/1/1955 – Ουψάλα, 18/2/2021), Πορεία (αποσπάσματα)

Νυχτώνει.
Η πολιτεία στην ίδια θέση πάντα. Αμετακίνητη.
Στις φλέβες τού πληθυσμού γαλήνη.
Αργόσυρτα ένας ψίθυρος την έννοιά του αποκτάει ―
Το να υποδαυλίζεις, λέει,
μιαν επανάσταση ενάντια στη μοναξιά
ενώ δεν έχεις σπίρτα ν’ ανάψεις το τσιγάρο σου,
μοιάζει επίλογος αντί προλόγου.
(Ήσουν εσύ; Είσαι εσύ;
Πού έλειψες; Και τώρα, πώς να δείχνεις;)
Μυριάδες υποκείμενα δωροδοκούν τον ΄Υπνο.
Τα οδόσημα αχνοφαίνονται και χάνονται αμέσως.
Ανοίγω χαραμάδες. Ανοίγω χαραμάδες
στο σκοτάδι. Να περάσω.
……………………………………………….
Η Ποίηση, είπα,
δεν είναι όνειρο μέσα στον ύπνο
είναι ένα τεράστιο φορτηγό βαπόρι
που μανουβράρει μες στην αχλύ τής ανοιχτής θάλασσας
και, είναι να πάμε μακριά τόσο,
όσο μπορεί να φτάσει ένα ταξίδι.
Έπειτα καημούς κατέβασα στους δρόμους ― μα
το σκοτάδι με ξεγέλασε. Στον έρανο που έκανα
τ’ αστέρια με γέμισαν δαχτυλικά αποτυπώματα.
Απέτυχε η γιορτή.
…Είπα, μόνος και πάλι θα διαβώ τον Εύριπο των αισθημάτων.
Άλλα δυο βήματα στον χώρο. Ακόμη μια προσπάθεια.
Ποιος δρόμος;
Και τα δέντρα, ισχνά ― σύμβολα στίχων.
Στη σκοτεινή γωνία εκεί
στον εαυτό του κλεισμένος ένας μύθος
από αιώνες φώτιζε θαμπά το καφενείο.
Στους τοίχους του επάνω και στις καρέκλες του άλλοι καιροί, έδιναν
στίγμα, οστά και πρόσωπο αποκτούσαν, ρούχο ― απόμακροι καιροί,
σαν κοιμητήρια υγρά, που ’ναι βαθιά στη λήθη χωνεμένα.
Στα χνώτα των τζαμιών του σχεδίαζε το νυν η εφηβεία
και άναβε με του δικού της πόνου το κερί ένα τσιγάρο
ενώ στην άπνοια της νύχτας αργά αργά ο καπνός
ταξίδευε κατά το μέλλον το μήνυμα.
… Στην ησυχία κάποτε
θόρυβοι από γυαλιά που έσπαζαν
τη νύχτα κομματιάζοντας –δεν ξεχώριζες το σκοτάδι
απ’ το αίμα– ή και φωνές, ζητωκραυγές που έρχονταν
και έφευγαν, που ξανάρχονταν και αναιρούνταν.
Ρώτησα, ποιος είν’ εκείνος που δωροδοκεί;
Και η μνήμη, Κυνέγειρος, πάσχιζε να συγκρατήσει
κάποιες στιγμές και λάμψεις.
……………………………………………….
Σε λίγο, μια νέα θα ανθίσει μέρα
η πρωινή κυκλοφορία θα βουΐσει
θα βάλει τα καλά της η καθημερινότητα.
Εγώ, με μισόσβηστα τ’ άυπνα μάτια μου
θα εξακολουθώ να ωθούμαι προς μια νέα διέξοδο.
Η καρδιά μου στο σώμα μου θα πάλλει
ποίημα επίμονο
μέσα σ’ ένα κλονιζόμενο, παλιό λεωφορείο.
.

Nicholas Kachtitsis, Vulnerable Point*

Δεν ήθελα την αιωνιότητα
Καιρό μόνο ζητούσα

Δημήτριος Καπετανάκης**

ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Λυκόφωτο γκρίζο
στην παγερή οδόν Αυτοκτονίας
κι οι ανεμοδείκτες
όλοι γυρνούν προς τον τάφο
εκείνου του υστερικού αηδονιού
που δολοφόνησαν χτες βράδυ.

Κάποιο γήινο μάτι
σε μιαν απόμακρη γωνιά αυτού
του έρημου πάρκου κατασκοπεύει
τα χαλύβδινα αγάλματα
και τις μοναχικές σιλουέτες
που τριγυρίζουν δίχως λόγο
στα ομιχλώδη μονοπάτια
σφυρίζοντας πένθιμους σκοπούς.

Μόλις γλιτώσω
απ’ αυτήν την ασπρίλα
θα πρέπει ν’ αγοράσω ένα πιστόλι
για να σκοτώσω το φάντασμα
που κουρνιάζει στο κρανίο μου
και με κατηγορεί κάθε φορά που λείπω.

Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές
με χειρόγραφα στις τσέπες
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι
στο πλακόστρωτο του λιμανιού
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο
που δεν έρχεται από πουθενά
και που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει
αφού δεν υπάρχει.

Όταν ήμουν παιδί
μισούσα ένα κοκαλιάρικο κορίτσι
και το βασάνιζα συνέχεια
μες στον περίβολο του κήπου.

Ύστερα από ’ναν τρομερό σεισμό 
που κλόνισε το νοσοκομείο
κι ολόκληρη την πόλη,
τα τζάμια του αδειανού κτιρίου
οι καθρέφτες και τ’ ανθογυάλια, 
όλα κείτονται χάμω συντρίμμια
κι άνεμος κουβαλά
ένα σιδερένιο φέρετρο στον ορίζοντα.

Τεντώνει τ’ ωχρό του χέρι
να πάρει το ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
από το πιάτο…
μάταια όμως: δεν μπορεί να το φτάσει.

*

ΤΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ

Μες σ’ όλο τούτο τ’ απέραντο
διάστημα του Χρόνου
η επιφάνεια της Γης άρχισε πια
να διαβρώνεται
ενώ αυτή ακόμα περιφέρεται
με λυσσαλέο σφύριγμα
στο Χάος.

Και δε θα σταματήσει ποτέ
αν ένας αρχιτέκτων
δεν την χτυπήσει με σφυρί
στο πιο τρωτό της σημείο.

Μα μέχρι τότε
υπάρχει άφθονος καιρός
και τα κτίρια τα χτίζουν
μ’ ανθρώπινα κόκκαλα,
οι άνθρωποι σπάζουν τα ρολόγια τους
να σταματήσει ο χρόνος
βάφουν τα πρόσωπα τους
με διάφορα χρώματα
για να προφυλαχτούν
απ’ τον επερχόμενο Καύσωνα.

Κι όπως κυλούνε τα χρόνια
ολισθαίνουν βαθμιαία στον τρόμο
αλλά και στην ψευδαίσθηση
πως θα βγουν σώοι
από την τελική καταστροφή.

*Nicholas Kachtitsis, Vulnerable Point 1949. Fourteen Poems of Youth, “Anthelion Press” [ιδίοις αναλώμασιν], Μόντρεαλ, Δεκέμβριος 1968, βλ. Τρωτό σημείο, Δεκατέσσερα νεανικά ποιήματα, Πρόλογος, Μετάφραση και Σημειώσεις Γιώργος Δανιήλ,Θεσσαλονίκη, «Εγνατία», 1979, σειρά «Τραμ/ Λογοτεχνία», αρ. 47, σελ. 35.
**Το μότο προτάσσεται στη συλλογή. Να σημειωθεί ότι ο Καπετανάκης (1912-1944), όπως και ο Ν.Κ., πέθανε από λευχαιμία. Κι οι δυο νέοι: 32 και 44 ετών αντίστοιχα.

Χ. Π. Σοφίας, Billie

Στοὺς ἀνθοὺς τοῦ δρόμου
μὲ φτεροῦγες πληγωμένες
μακιγιαρισμένη μὲ χρώματα
γιασεμιῶν. Μέθη νυχτερινῶν
ἀγγέλων μὲ χείλη ἐαρινῶν
κήπων μὲ τὸ βλέμμα τοῦ
ξημερώματος τῶν σκιῶν.
Μὲ τὸ αἷμα τῶν στίχων στὸ
βασανισμένο κορμί της μὲ τὴ
μελαγχολία τῆς δυνατῆς βροχῆς.

*Από τη συλλογή “τετράφωνη συγχορδία”, εκδόσεις στο περιθώριο, Μάρτιος 2021.

Πατρίδες των παιδικών ονείρων

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια εμμονή στην κωλότσεπη», εκδ. Στοχαστής, 2020

Γράφει ο Γιώργος Γκανέλης*

Η ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη είναι γραφή ουσίας. Δεν αντιπαρέρχεται τα γεγονότα, ούτε κρατά ίσες αποστάσεις από αυτά. Αντίθετα δηλώνει παρών, πάντα σε πνευματική εγρήγορση, έτοιμος να αποδομήσει την αδικία, να κατακρίνει την κρατική αναλγησία, να προτείνει μια ανατρεπτική θέαση του κόσμου. Πιστός στην ιδεολογική του ταυτότητα, δεν κάνει εκπτώσεις ούτε περιχαρακώνεται πίσω από μια δήθεν διανοουμενίστικη εκφορά του λόγου. Επιδιώκει να γκρεμίσει σαν χάρτινους πύργους τις εμμονές των μαζών γιατί η ποίηση «ή θα γίνει επανάσταση ή δεν θα υπάρξει ποτέ.»

Ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο, ο ποιητής πετυχαίνει να περιγράψει με ρεαλιστικό τρόπο την αναγκαιότητα της κοινωνικής συμμετοχής μέσα από την καθημερινή πράξη, τη μοναξιά των πόλεων, τα συνοικιακά λεωφορεία, τις αποβάθρες, τους ρημαγμένους δρόμους, τις σκληρές μέρες και τις σκοτεινές νύχτες, τους αδικημένους και τα παιδικά όνειρα, το κατακρήμνισμα του σύγχρονου ανθρώπου.

Η θεματολογία του ποιητικού υποκειμένου δομείται μέσα από μια διαρκή αγωνιστικότητα για ιδανικά και χαμένες αξίες, οι ήρωές του είναι εργάτες του μεροκάματου και των οδοφραγμάτων και προσδοκούν την έλευση ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι πατρίδες του είναι «ξεπουλημένα γραμμάτια στην αγορά της υποκρισίας, λίστες φοροφυγάδων και αμείλικτων πολιτικών» όπου κατοικοεδρεύουν σύγχρονες Πυθίες χωρίς καμία πολυφωνία. Η συχνή χρήση του β’ προσώπου ερμηνεύεται ως μια αγωνιώδης προσπάθειά του να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη που τελικά μετατρέπεται σε πρωτοπρόσωπο αυτοεξομολογητικό λόγο, ιδιαίτερα στα ποιήματα «Θα ήθελα να μιλήσω», «Θέλω να γράψω ένα ποίημα».

Πέρα από την πολιτική διάσταση των στίχων του ανιχνεύονται και φιλοσοφικοί προβληματισμοί με γνωσιολογικό και υπαρξιακό υπόβαθρο: /τίποτα δεν είναι/ πραγματικό/είναι απομιμήσεις/ανεστραμμένα είδωλα/από το χάος/στο άπειρο/ Στο τέλος διαβλέπει μια αναπόφευκτη και οδυνηρή συμφιλίωση των μαζών με την κυρίαρχη ιδεολογία – «ίσως η εποχή είναι λάθος» – αν και ο ίδιος διακαώς ελπίζει σε μια ανατροπή: /αν δεν έχεις μέλλον/είσαι καταδικασμένος/σε ύπνο δίχως όνειρο/ και εύχεται: /οι δίνες του παρελθόντος να μετουσιωθούν/σε νάματα του μέλλοντος/

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/me-mia-emmoni-stin-kolotsepi/

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

Έργο Νίκου Δεληγιάννη

ΟΠΤΑΣΙΑ

Λες και έχουμε γυρίσει από έξοδο
φοράς κόκκινο φόρεμα και λευκό μαντήλι στο λαιμό.
Ο δίσκος στο πικάπ κι χορεύουμε σε στροβίλισμα τρελό.
Ένα νυχτοπούλι με ξυπνά
μόνος στο δωμάτιο
βαθιά μεσάνυχτα
μια οπτασία.

*

ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ


Πουλί με σπασμένα φτερά
σε δρόμους ξένους
μόνος μέσα στους πολλούς.
Η μέρα σου βασανιστική και ατέλειωτη
αιχμάλωτη στα βλέμματα
και έπειτα η μοναξιά της νύχτας
εσύ και η σιωπή
με τη φλόγα του κεριού να τρεμοπαίζει
μακριά από τις αδιάκριτες ματιές
σαν το μικρό παιδί
φτιάχνεις χαρταετούς
ψηλά για να πετάξεις
πάνω από αγρούς, πόλεις και θάλασσες

*Από τη συλλογή «Το βρέφος», Εκδόσεις opportuna, Πάτρα 2014.

Απερίγραπτα όνειρα..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

 

Στην άκρη του καλοκαιριού

ο μεταξοσκώληκας τρώει φως

και βγάζει μετάξι για την νύχτα.

 

Γιάννης Κοντός

Δευτερόλεπτα του φόβου.

View original post

William Carlos Williams, Προλεταριακό πορτραίτο

WCW portrait by Romano

Μια εύσωμη κοπέλα με ποδιά
χωρίς μαντήλι

Τα μαλλιά της λυτά πίσω στέκει
στον δρόμο

Τα δάχτυλα ενός ποδιού με κάλτσα
αγγίζουν το οπεζοδρόμιο

Το παπούτσι της στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα προσεκτικά

Τραβά τον χάρτινο πάτο
να βρει το καρφί

που την πλήγωσε

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Ευριπίδης Δρατσέλος, Τρία ποιήματα

Μια Εύρυθμη Οπορτουνιστική Κοινοπραξία

Μες στη συννεφιά,
η μικρή μου γατούλα,
πολύ χαίρεται
που ’χει μεγάλα νύχια,
καθώς τα πουλιά
με τα μικρά τους ράμφη,
χτυπούν στο τζάμι,
που λιάζεται η μύγα
με τα μεγάλα μάτια.

*

Ε;

Ήρθε η εποχή
που ανοίγει τα ρόδια
πάνω στα κλαδιά!
Και μπορούμε δηλαδή
να φάμε… σπόρια!
Πριν έρθουν τα πουλιά,
πριν τα σκουλήκια
τα προφτάσουν στο χώμα!
Πριν… ο ένας τον άλλο;

*

.Άτιτλο

Ρίγη.
Το κεφάλι μου,
πήγαινε για να σπάσει.
Είχε αδειάσει,
όπως το ποτήρι μου.
Σαν καθρέφτιζε,
στο προφίλ, τη σελήνη
-ως να γεμίσει-
σαν άνθος μου έμοιαζε,
που ανφάς το ‘χα μαδήσει.
Ήδη.

*Από τη συλλογή “Το 18”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Φώτο: Peter Kertis

Κάπου εκεί

Να είσαι και να μην είσαι
Στην ανυπαρξία της ύπαρξής σου, στη σκιά της σκιάς σου, ακροβάτης

Η παρουσία εκεί, η επιθυμία εκεί
Άλλοτε την διακρίνεις, την καλοδέχεσαι, άλλοτε προσμένεις καραδοκείς, άλλοτε προσπερνάς, λησμονείς
Μικρή στιγμή που ξεθωριάζεις, στάσου λίγο ακόμα
Στο κενό, στο διηνεκές, στο απόλυτο.

*

Προσμονή

Η λαλιά σωπαίνει
Στο μούδιασμα της προσμονής
Στη σχισμή ανάμεσα στο μετά και το τώρα

Το παρόν του κενού
Του άδειου χρόνου
Της μιας στιγμής του μέλλοντος που αναμένεις

Πίσω από το αμάλγαμα της ασκήμιας που βιάζει τη φύση
και της ομορφιάς που αντέχει στο χάος,
αχνοφέγγει η στιγμή της προσμονής σου.