Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’ το λιμάνι.
Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυναικών.
Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλοκάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρινό το μέλλον το μέλλον μας τ’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προσκλητήρια.
Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη. Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.
Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.
Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.
Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.
Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.
Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά διαλεγμένη για το φετινό καλοκαίρι – που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυνη νοσταλγία λυσσασμένη.
Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.
Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.
Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.
Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.
Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρονους φουκαράδες λίγη χαρά:
Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου… Το διαβατήριο μου…
Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω… Δε νομίζω…
Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακούλες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…
Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών απορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.
Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους πράκτορες.
Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθεται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προσχήματα.
Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανίζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας. Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.
Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.
Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά. Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά. Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.
Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμόνι.
Μετά την εποχή των αγενών μετάλλων τη βασιλεία του τροχού κι ώς τη διάσπαση του ατόμου ιδού που αναβοσβήνει και για σένα η ηλεκτρονική επανάσταση της ύλης και αντιύλης
Μη φωνασκείς λοιπόν χέρι που γράφεις μη θορυβείς και πάψε να χειρονομείς πίσω απ΄ τις λέξεις Το ιμπέριουμ της φωνής σου τέρμα!
*Πηγή: Θράκα
*
ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΖΥΓΙ
Όλο το Ιόνιο κάτω απ’ το κελλί κι έναν φεγγίτη φινιστρίνι τ’ ουρανού τι αρμένισμα η ζωή ενός απόμαχου Μετά από τόσες εξορίες και σφαγές ο κρεμασμένος σάλταρε απ’ το σκοινί του γι’ άλλη παγανιά (τουλάχιστον το φάντασμά του να χαρεί) Θάμπωμα των μοιχών και των αγίων Έπαψε κάτω να κοσίζει ο θάνατος και το φεγγάρι να γυρίζει γειτονιά τη γειτονιά μ’ ένα δισκάρι και να ‘ναι η πλάστιγγα του γείτονα με την ψυχή στο ζύγι και το κλινάρι κλίτος
*Από τη συλλογή “Γεννήτριες”, εκδ. τυπωθήτω, 2004.
Και στο στενό το μαγαζί, στο κουτούκι τ’ Αποστόλη, απήγγειλα ένα κείμενο και μου χύμηξαν όλοι.
Όχι πως δεν θά’ παιρνα πιστόλι, όχι πως δεν θα μάτωνα αυτόν που με κλωτσά, αυτόν που μ’ απαγόρεψε την σκόλη, αυτόν που εκδιώκει την χαρά.
Η κοινωνία των ανθρώπων μιά λαιμητόμος είναι, που τα γρανάζια της λαδώνουν κάθε μέρα, τα καθάρματα οι πλούσιοι κι οι ρουφιάνοι τους οι φτωχοί. Άσπονδοι εχθροί μου είναι όλοι! Μιά γάτα τα μάτια της κλείνοντας, στα πόδια μου τρίβεται.
Κι όσοι πρόταξαν πιστόλι στην αδικία, στην κατάντια, στην προσβολή, πυροβόλησαν δίχως βόλι, δίχως του έρωτα την ηδονή.
Κάθε σταγόνα από σένα το τέλος του έρωτα ό,τι έχασα στη ζωή το ξαναχάνω στα μάτια σου το φως έγινε τρυπάνι μες το παράλογο σχήμα μιας άπιαστης επαφής όταν στα πόδια χύνεται το κύμα το αιώνιο πέλαγος του ζώου – θανάτου. Δεν υπάρχει λόγος να ζούμε τα κόκαλα θα σπάσουν σαν καλοκαιρινά καλάμια κι ο μαγνήτης θα γίνει πίσσα στα λαμπερά να ρίχνει μαύρο. Το σώμα σου – η Πύλη έκλεισε, έφραξε απ’ τον πολύ πόνο κι εγώ καμένος ερημότοπος τσουρουφλισμένη επιφάνεια δεν υπάρχω ενώ διπλασιάζονται οι μέρες του φορτίου η άμμος ξύνει όλο ξύνει την πληγή. Η καταστροφή είναι π’ αρνιέμαι να καταστραφώ να σπάσει το πιθάρι να χυθούν τα μέσα έξω εκεί όπου συναντιέται ολόστητος ο βράχος. Μες το δωμάτιο φάνηκαν ξαφνικά τα όριά μου τα νύχια μου σπασμένα η σπλήνα μου βαριά τραυματισμένη κι ο ποταμός που λάτρεψα σ’ άλλη κοίτη κυλάει. Όλο κι αλλού σκάει το ρόδι οι χυμοί που προχωρούσαν τη ζωή αλλού λιμνάζουν απ’ την αφθονία στη στέρηση πετάω, τρομαγμένη νυχτερίδα η νεότητα σκοτάδι τα φτερά της.
Δεν είμαι βέβαιος πως είχε δίκιο ο Δαρβίνος για την καταγωγή και εξέλιξη των ειδών: μεταξύ μας υπάρχουν μυαλά μεγάλα (παράδειγμα ο Henry Kissinger) που προφανώς βαστάνε απ τον απόπατο ουδεμία με τον πίθηκο σχέση κι ακόμα, τόσοι άλλοι (ωραίοι άνθρωποι) που βαστάνε απ’ το φεγγάρι προφανώς απ’ τη χιονιά κι απ’ τα μαχαίρια απ’ τα σύννεφα απ’ το Παρίσι απ’ τους γκρεμούς απ’ τις φιλοφρονήσεις κι απ’ τις προπόσεις απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά απ’ τα δειλινά απ’ το γιασεμί απ’ τα λαϊκά κεντήματα απ’ τις τροχιές των πεφτάστερων απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας απ’ το χρωστήρα των ναϊφ ζωγράφων απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των ζητιάνων στο μετρό απ’ τον κύβο του Ρούμπικ απ’ το τόπι που παίζει κάποιο κοριτσάκι απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη απ’ τα φιλιά του μερακλή απ’ τα ανατολίτικα παζάρια κι απ΄ τους αράπικους τεκέδες απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια χθεσινών ονείρων απ’ τις πλάκες, ιδιαίτερα, τις παλιές του γραμμοφώνου εκείνες με τα παθητικά ταγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Έχω δει τους λόφους γαλανούς τους έχω δει μαβιούς κι είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω τα λόγια μιας γυναίκας όσο το να ισιώσω το ζαρωμένο κλαδί μιας γέρικης ιτιάς.
*Poems, 1919.
*
ΑΝΟΙΞΗ
Ω, γκρίζα μου μαλλιά! Είστε πράγματι λευκά όπως το άνθος της δαμασκηνιάς.
Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να σε παρεξηγούν να σε παρερμηνεύουν. Αυτό σημαίνει ότι προσπαθούν να σε διαβάσουν. Όταν θα σε διαβάσουν θα σε αφήσουν. Γιατί θα προχωρήσουν. Θα συνεχίσουν να παρεξηγούν να παρερμηνεύουν. Αυτό είναι ένα καλό ποίημα γι’ αυτούς.
Γράφετε ό,τι θέλετε Στο ύφος που σας φαίνεται καλύτερο. Αρκετό αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες Για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε Πως μόνο ένα δρόμο μπορούμε ν’ ακολουθούμε. Στην ποίηση όλα επιτρέπονται, Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ασφαλώς Ξεπερνάς την άγραφη σελίδα.
*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης. **Από το βιβλίο “Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα”. Επιλογή: Μαρία Λαϊνά, εκδόσεις Ρώμη, 2021.