Γιάννης Δάλλας (1924-2020), Δύο ποιήματα

ΜΗ ΦΩΝΑΣΚΕΙΣ

Μετά την εποχή των αγενών μετάλλων
τη βασιλεία του τροχού κι ώς τη διάσπαση
του ατόμου
ιδού που αναβοσβήνει και για σένα
η ηλεκτρονική επανάσταση της ύλης
και αντιύλης

Μη φωνασκείς λοιπόν χέρι που γράφεις
μη θορυβείς και πάψε να χειρονομείς
πίσω απ΄ τις λέξεις
Το ιμπέριουμ της φωνής σου τέρμα!

*Πηγή: Θράκα

*

ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΖΥΓΙ

Όλο το Ιόνιο κάτω απ’ το κελλί
κι έναν φεγγίτη φινιστρίνι τ’ ουρανού
τι αρμένισμα η ζωή ενός απόμαχου
Μετά από τόσες εξορίες και σφαγές
ο κρεμασμένος
σάλταρε απ’ το σκοινί του γι’ άλλη παγανιά
(τουλάχιστον το φάντασμά του να χαρεί)
Θάμπωμα των μοιχών και των αγίων
Έπαψε κάτω να κοσίζει ο θάνατος
και το φεγγάρι να γυρίζει γειτονιά τη γειτονιά
μ’ ένα δισκάρι
και να ‘ναι η πλάστιγγα του γείτονα
με την ψυχή στο ζύγι
και το κλινάρι κλίτος

*Από τη συλλογή “Γεννήτριες”, εκδ. τυπωθήτω, 2004.

Λεωνίδας Καζάσης, Πυγμή  

Και στο στενό το μαγαζί,
στο κουτούκι τ’ Αποστόλη,
απήγγειλα ένα κείμενο
και μου χύμηξαν όλοι.

Όχι πως δεν θά’ παιρνα πιστόλι,
όχι πως δεν θα μάτωνα αυτόν που με κλωτσά,
αυτόν που μ’ απαγόρεψε την σκόλη,
αυτόν που εκδιώκει την χαρά.

Η κοινωνία των ανθρώπων μιά λαιμητόμος είναι,
που τα γρανάζια της λαδώνουν κάθε μέρα,
τα καθάρματα οι πλούσιοι κι οι ρουφιάνοι τους οι φτωχοί.
Άσπονδοι εχθροί μου είναι όλοι!
Μιά γάτα τα μάτια της κλείνοντας,
στα πόδια μου τρίβεται.

Κι όσοι πρόταξαν πιστόλι
στην αδικία, στην κατάντια, στην προσβολή,
πυροβόλησαν δίχως βόλι,
δίχως του έρωτα την ηδονή.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ο τελευταίος ερωτικός

Photo: Dora Maar

Κάθε σταγόνα από σένα
το τέλος του έρωτα
ό,τι έχασα στη ζωή
το ξαναχάνω στα μάτια σου
το φως έγινε τρυπάνι
μες το παράλογο σχήμα
μιας άπιαστης επαφής
όταν στα πόδια χύνεται
το κύμα
το αιώνιο πέλαγος
του ζώου – θανάτου.
Δεν υπάρχει λόγος να ζούμε
τα κόκαλα θα σπάσουν
σαν καλοκαιρινά καλάμια
κι ο μαγνήτης θα γίνει πίσσα
στα λαμπερά να ρίχνει μαύρο.
Το σώμα σου – η Πύλη
έκλεισε, έφραξε
απ’ τον πολύ πόνο
κι εγώ καμένος ερημότοπος
τσουρουφλισμένη επιφάνεια
δεν υπάρχω
ενώ διπλασιάζονται οι μέρες
του φορτίου
η άμμος ξύνει
όλο ξύνει την πληγή.
Η καταστροφή είναι π’ αρνιέμαι
να καταστραφώ
να σπάσει το πιθάρι
να χυθούν τα μέσα
έξω εκεί
όπου συναντιέται ολόστητος
ο βράχος.
Μες το δωμάτιο
φάνηκαν ξαφνικά τα όριά μου
τα νύχια μου σπασμένα
η σπλήνα μου βαριά τραυματισμένη
κι ο ποταμός που λάτρεψα
σ’ άλλη κοίτη κυλάει.
Όλο κι αλλού σκάει
το ρόδι
οι χυμοί που προχωρούσαν
τη ζωή
αλλού λιμνάζουν
απ’ την αφθονία στη στέρηση
πετάω, τρομαγμένη νυχτερίδα
η νεότητα
σκοτάδι τα φτερά της.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ωραίοι άνθρωποι

Δεν είμαι βέβαιος πως είχε δίκιο ο Δαρβίνος
για την καταγωγή και εξέλιξη των ειδών:
μεταξύ μας
υπάρχουν μυαλά μεγάλα
(παράδειγμα ο Henry Kissinger)
που προφανώς βαστάνε απ τον απόπατο
ουδεμία με τον πίθηκο σχέση
κι ακόμα, τόσοι
άλλοι
(ωραίοι άνθρωποι)
που βαστάνε απ’ το φεγγάρι προφανώς
απ’ τη χιονιά κι απ’ τα μαχαίρια
απ’ τα σύννεφα απ’ το Παρίσι απ’ τους γκρεμούς
απ’ τις φιλοφρονήσεις κι απ’ τις προπόσεις
απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά
απ’ τα δειλινά
απ’ το γιασεμί
απ’ τα λαϊκά κεντήματα
απ’ τις τροχιές των πεφτάστερων
απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας
απ’ το χρωστήρα των ναϊφ ζωγράφων
απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα
απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των ζητιάνων στο μετρό
απ’ τον κύβο του Ρούμπικ
απ’ το τόπι που παίζει κάποιο κοριτσάκι
απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη
απ’ τα φιλιά του μερακλή
απ’ τα ανατολίτικα παζάρια κι απ΄ τους αράπικους τεκέδες
απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών
απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια χθεσινών ονείρων
απ’ τις πλάκες, ιδιαίτερα, τις παλιές του γραμμοφώνου εκείνες
με τα παθητικά ταγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…

William Carlos Williams, Δύο μικρά ποιήματα

ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ

Έχω δει τους λόφους γαλανούς
τους έχω δει μαβιούς
κι είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω
τα λόγια μιας γυναίκας
όσο το να ισιώσω το ζαρωμένο κλαδί
μιας γέρικης ιτιάς.

*Poems, 1919.

*

ΑΝΟΙΞΗ

Ω, γκρίζα μου μαλλιά!
Είστε πράγματι λευκά όπως το άνθος της δαμασκηνιάς.

*Sour grapes, 1921.

**Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

Γιάννης Λειβαδάς, Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από
το να σε παρεξηγούν
να σε παρερμηνεύουν.
Αυτό σημαίνει ότι προσπαθούν
να σε διαβάσουν.
Όταν θα σε διαβάσουν θα σε αφήσουν.
Γιατί θα προχωρήσουν.
Θα συνεχίσουν να παρεξηγούν
να παρερμηνεύουν.
Αυτό είναι
ένα καλό ποίημα
γι’ αυτούς.

*Από το “La chope Dafuerre , Ποιήματα Κελύφους”, εκδόσεις Κέδρος 2013.

Nicanor Para, Νεαροί

Γράφετε ό,τι θέλετε
Στο ύφος που σας φαίνεται καλύτερο.
Αρκετό αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες
Για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε
Πως μόνο ένα δρόμο μπορούμε ν’ ακολουθούμε.
Στην ποίηση όλα επιτρέπονται,
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ασφαλώς
Ξεπερνάς την άγραφη σελίδα.

*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης.
**Από το βιβλίο “Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα”. Επιλογή: Μαρία Λαϊνά, εκδόσεις Ρώμη, 2021.

Μιχάλης Κατσαρός, Τρία ποιήματα

ΕΒΑΝΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ ΤΟΥ

Έβανε το κασκέτο του
και τώρα – που ο γιος του εμεγάλωσε
ούτε να μας τον πει δεν θέλει
ο Όμορος. Γιατί φοβάται
ακόμα – μην τον ερωτευτούμε.

*

ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΔΙ ΕΖΗΣΑΝ ΠΟΛΛΟΙ

Από το λάδι έζησαν πολλοί.
Αλλά στην άθλια πόλη να μιλούν
ότι σε σχάρα πέθανε ο Λάκητος
αυτό ‘ναι ψέμα. Γιατί καλά
την βόλευε και με μιστό απ’ το στρατό ακόμα.

*

ΟΥ ΤΙ ΦΑΣΑΡΙΑ

Ου τι φασαρία σαν πέθανε
ο ποιητής του έθνους.
Θαρρώ από πείνα
ή από πολύ να γράφει
για κάτι που κανείς δεν εκατάλαβε.

Thelonius Monk, Notes on the art of memory / Σημειώσεις για την τέχνη της μνήμης

The stars are a memory system
for thru them
we remember our origin

Our home is behind the sun
or a divine wind
that fills us

makes us think so

Τα αστέρια είναι ένα σύστημα μνήμης
γιατί μέσω αυτών
θυμόμαστε την καταγωγή μας

Το σπίτι μας είναι πίσω από τον ήλιο
ή θεϊκός άνεμος
που μας γεμίζει

μας κάνει να το σκεφτόμαστε

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Αν αφεθείς ολοκληρωτικά στο κάλεσμά της

Η νύχτα είναι δύσκολη υπόθεση
μπορεί να σ’ οδηγήσει σε μονοπάτια δύσμοιρα
πνιχτάσε σώματα που προδίδουν μιαν ερεβώδη ομορφιά
ή καταρρέουν πολλαπλώς
σε τροχιά διαρκούς διασταύρωσης.

Δεν ωφελεί να ξέρεις
να υποθέτεις
να φαντάζεσαι
να βρεις μια καθαρτήριο έξοδο.

Πάντα υπάρχουν ενδεχόμενα
να συναντήσεις ναυαγούς
πνιγμένους συντρόφους σε απόκοσμες νήσους
νεκρούς που μεταφέρονται δια μέσου του νερού
ή ξεσηκώθηκαν
περιδιαβαίνοντας κρεμασμένοι στον κόσμο τον επάνω.

Φαντάσματα θα δεις από πολέμους εμφύλιους
φυλακισμένους σε παλιά και νέα Αλκατράζ
χωρίς ονόματα
χωρίς μιλιά
διαστάσεις που διανοίγουν απρόσμενα
στο χώρο και στο χρόνο
και ταξίδια θανάτου
λίγο πριν έρθει το μοιραίο.

Μπορεί ν’ αφουγκραστείς κλαγγές
Οιμωγές
να αισθανθείς ανατριχίλες
ακούγοντας ιστορίες
που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα
από γενιά σε γενιά
Κυκλικά
Πολυφωνικά
σαν ηπειρώτικο τραγούδι.

Η νύχτα είναι δύσκολη υπόθεση
μοιάζει με σκουριασμένη αλυσίδα ισχυρή
Πανίσχυρη
που σε τραβά σαν πυρετός
αν αφεθείς ολοκληρωτικά στο κάλεσμά της.