Όλη μέρα μες στον ύπνο μου
κοιτούσα ευθεία στην πλάτη μου
καθώς έφευγα.
Άρχισε να βραδιάζει
για να μ’ ακούσω να πλησιάζω
από παντού.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/06/14/5517/
Όλη μέρα μες στον ύπνο μου
κοιτούσα ευθεία στην πλάτη μου
καθώς έφευγα.
Άρχισε να βραδιάζει
για να μ’ ακούσω να πλησιάζω
από παντού.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/06/14/5517/

Ενεργός Πολίτης
Πεσμένος στο οδόστρωμα,
το αίμα, νερό τρεχούμενο
εκ της πηγής-κεφαλής σου.
Το μηχανάκι δίπλα σου πεσμένο.
Όλοι λυπηθήκαμε πολύ
για τον χαμό σου,
καθώς σε κοιτούσαμε να υποφέρεις
από τα μπαλκόνια μας.
*
Σπίθα
Το κορίτσι με το κίτρινο φόρεμα
λουζόταν από τις αχτίδες του ήλιου
ενώ έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα.
Για λίγο τα μάτια μου ξεγελάστηκαν,
ώστε το φως και το κορίτσι δεν ξεχώριζαν.
Μια αχτίδα έτρεχε και γελούσε.
*Από τη συλλογή “Η Επιστροφή”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2021.
Μη δυνάμενοι να απεξαρτηθείτε από τις πλασματικές υλικές ανάγκες, που δημιουργεί η κοινωνία της αφθονίας (η οποία προϋποθέτει την υπερεργασία, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, χωρίς να οδηγεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στον καπιταλισμό),όντες ευνούχοι, χαρίζετε την ηθική αρετή στις θρησκείες, που την προβοκάρουν, θεωρώντας ανήθικη την αβρότητα του αγκαλιάσματος, του φιλιού, την οικουμενικότητα της ένωσης.
Οι θρησκείες, κλείνοντας τα μάτια στην εγκληματικότητα όλων εκείνων, που έθεσαν σκοπό ζωής τον υλικό πλούτο (είτε επιτύχουν τον σκοπό τους είτε όχι), ζητούν από τους πλουσίους, την ελεημοσύνη της αλαζονικής φιλευσπλαχνίας τους, προάγοντας αυτούς και την υποταγή σε αυτούς, υποκρινόμενες ολιγάρκεια, ανιδιοτέλεια!
Ενώ, τόσο η ολιγάρκεια, η ανιδιοτέλεια, όσο και οι υπόλοιπες ηθικές και διανοητικές αρετές, ευρίσκονται μακριά από τις θρησκείες του πολιτισμού, οι οποίες, ως συνοδοιπόροι της εκμετάλλευσης, ενστερνίζονται την ηθική της την ανήθικη, που απαγορεύει στους ανθρώπους να φιλιούνται, για να τους πείθει να αλληλοεξοντώνονται.
Οι προβοκατόρισσες θρησκείες διασύρουν, υπονομεύοντας, το απροσπέλαστο, αυτό που διαφεύγει, προσαρμόζοντάς το, σε ό,τι εκλογικεύει, αναπαράγει, διαιωνίζει το μικρόβιο της εκμετάλλευσης!
Ο κόσμος δεν αλλάζει, βγάζοντας οι φτωχοί, τα απωθημένα-συμπλέγματά τους, παίρνοντας την θέση των πλουσίων, ως δικτάτορες προλετάριοι, σε ένα κράτος αυστηρής ειδίκευσης, εξειδίκευσης των ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων ενός επεκτεινόμενου συστήματος παραγωγής, μέσα σε μιά υστερική, αλματώδη άνοδο της τεχνολογίας, που δεν είναι φιλική προς το φυσικό περιβάλλον, και παράγει ανάγκες, παρά αποκρίνεται σε αυτές, όπου η γνώση, η ικανότητα θα αποτελούν πάλι, αιτίες εξουσιαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο,διατηρώντας, ταξικά-υλικά προνόμια· ούτε αλλάζει, αυξάνοντας οι εργοδότες τα ημερομίσθια και τις κάθε είδους παροχές προς τους υπαλλήλους τους, μικραίνοντας το άνοιγμα της ψαλίδας της ανταλλακτικής υπεραξίας, που ο επιστήμων «σοσιαλιστής» εντόπισε, κρούοντας, στους πλουσίους, τον κώδωνα της ολοκληρωτικής απώλειας.
Ο κόσμος θα αλλάξει,όταν απομυθοποιηθούν οι πλούσιοι (και τα υλικά αγαθά που αντιπροσωπεύουν) ως ψυχασθενείς-μανιακοί, που, όντες καταπιεσμένοι, και αυτοί δυστυχούν, αλληλοσφαζόμενοι, φθονούμενοι από τους πάντες, αγοράζοντας-δωροδοκώντας τα πάντα, βιάζοντάς τα – Και πάψουν, να αποτελούν τα ιδανικά των ανθρώπων.
Άλλωστε, ο Αριστοτέλης, αν και διδάσκαλος βασιλέων, δεν διστάζει, τόσο στα «Ηθικά Νικομάχεια», όσο και σε άλλα έργα του, να αποκαλεί τους φιλοχρήματους, ανελεύθερους, και την φιλοχρηματία, ανελευθερία.
Στην απομυθοποίηση των πλουσίων, και τoν περιορισμό των υλικών αγαθών στην χρηστική σημασία τους, θα συμβάλλει τα μέγιστα, η απελευθέρωση-αποποινικοποίηση του ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, του οποίου ο αυτάρκης, πάνδημος χαρακτήρας, διαφυλάσσοντας την ατομικότητα, προάγει την φιλία της συλλογικότητας, καταλύοντας την ξιπασιά των διαχωριστικών ταξικών γραμμών.
Γενάρχα της σοσιαλδημοκρατίας! Εισάγεις τον καπιταλισμό από τον φεγγίτη, αντί της κυρίας εισόδου, γι’ αυτό οι ιθύνοντες σε υποδεικνύουν, ως το αντίπαλο δέος της εκμετάλλευσης!
Ο πολιτισμός, μέσα από την ανικανότητα του αισθάνεσθαι, διά της εισβολής της σεξουαλικής ηθικής(η οποία επέφερε την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών), εσήμανε τον ηθικό-πνευματικό θάνατο των ανθρώπων, διαστρέφοντας τον βιοπορισμό και το νόημα της ζωής, σε αιμοδιψή πλουτισμό, που κατέστρεψε την φύση. Επομένως, ο κομμουνισμός του πολιτισμού, δηλαδή, ο κομμουνισμός που, ο Μάρξ, επενόησε, ερείδοντας τον «κομμουνισμό του», στα εκμεταλλευτικά θεμέλια της αλλοτρίωσης της μονογαμικής αποχής έρωτος (όπου, στο Μανιφέστο, με πολύ ύπουλο, ειρωνικό, διφορούμενο τρόπο, εναντιώνεται στην πολυγαμία, την οποία αποκαλεί, σαν φαλλοκράτης, κοινοκτημοσύνη των γυναικών, ισχυριζόμενος, ότι αυτή υπήρχε πάντα, μέσα στον αστικό γάμο, τον οποίο ονομάζει, κοινοκτημοσύνη των παντρεμένων γυναικών· στην συνέχεια, την εξομειώνει με την πορνεία, όπως εξομειώνει και την μοιχεία, που την χαρακτηρίζει ανεπίσημη πορνεία, και τέλος υπόσχεται, να την καταργήσει(την καταργημένη εδώ και χιλιάδες χρόνια), μαζί με τις αστικές σχέσεις παραγωγής), της τεχνολογίας, της υλικής αφθονίας· ένας τέτοιος κομμουνισμός, που διατηρεί, ενθαρρύνοντας, τον ευνουχισμό, την μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, τον καταναλωτισμό, την ιεραρχική εξουσία, τον ανταγωνισμό, την εργασιακή μανία, με κίνητρο, την υλική ανισότητα· ένας τέτοιος κομμουνισμός δεν υφίσταται, παρά μόνο, ως άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία(όπως οι πράξεις, τα γεγονότα που συνθέτουν την ιστορία, κατέδειξαν), κακοποίησε, δυσφήμισε την κομμουνιστική ιδέα, που δεν μπορεί, να είναι τίποτε άλλο, από την απελευθέρωση της μοναδικότητος των ανθρώπων, μέσα σε συνθήκες ισηγορίας, συνθήκες ολιγαρκούς υλικής αυτάρκειας με γεμάτα κελλάρια (από την ενασχόληση με την γεωργία, την κτηνοτροφία, όπου η μηχανή, θα είναι διακόνισσα, και όχι άνασσα), και ελεύθερο χρόνο, συνθήκες αναγνώρισης-προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και ελέγχου των γεννήσεων, συνθήκες, που μόνο η απενοχοποίηση του έρωτα εξασφαλίζει.
Ο Μαρξ, ενώ επεσήμανε, δίκην ψυχαναλητού, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, με την ρήση: -το εμπόρευμα, φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων- είπε την μισή αλήθεια! Την άλλη μισή, ότι το εμπόρευμα γίνεται φετίχ στις ψυχές των ανθρώπων, γιατί έχει ακρωτηριασθεί, εκθρονισθεί το ερωτικό-σεξουαλικό ένστικτό τους, και στην θέση του ενθρονίσθηκε το εμπόρευμα, δεν τόλμησε(δικαιολογημένα, σύμφωνα με αυτά που έγραψε στο μανιφέστο), να την πει.
Εάν η δόλια βία που χαρακτηρίζει την ζωή των ανθρώπων (ξεπερνώντας την βία του ζωϊκού βασιλείου), αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη φύση, ώστε τα πράγματα, να μην είναι αντιστρέψιμα, και κάποιοι να φαντάζουμε ευήθεις! Μην χαίρεστε για την νίκη σας! η νίκη σας είναι καδμεία!
*Η φωτογραφία της ανάρτησης δείχνει σύνθημα γραμμένο σε τοίχο του εσωτερικού προαστίου Carlton τηγς Μελβούρνης.
Δεν κατάλαβα διόλιου πώς πέρασε ο καιρός
Εκ των υστέρων φαίνονται όλα αλλοιώτικα
Είχα μια μεγάλη ανάγκη να μάθω τα καθέκαστα
Έκανα πίσω ολοταχώς για να πάω πιο γρήγορα μπρος
Εκείνη με κοίταζε μ’ ένα μάτι ανέκφραστο θολό
Ήμουν απ’ τους πρώτους που παραδέχτηκε πως είχε κάτι
Άρπαξα την τύχη μου απ’ τα μαλλιά την ώρα που πνιγόταν
Την κάθισα στο σκαμνί και μου μίλησε με λέξεις
Οι περισσότερες λέξεις ήταν γνωστές μα πολλές ήταν άγνωστες.
Πήρα λίγο πηλό κι έφτιαξα ένα κεφάλι για να σκεφτώ
Όταν το σκέφτηκα μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα
Και προχώρησα χωρίς δισταγμό έως το τέλος
Το τέλος δεν ήρθε όπως όταν το περιμένει κανείς
Κάτι που γίνεται δεν είναι πάντοτε πριν από κάτι άλλο
Με τη γλώσσα οι σχέσεις μου είναι τώρα πιο ήρεμες
Παρακολουθώ ό,τι γίνεται χωρίς να δίνω πολλή σημασία
Έκανα πολλές προβλέψεις που δεν επαλήθεψαν διόλου
Ανεβαίνουμε σιγά σιγά μα δεν αισθανόμαστε βάρος.
Ο διπλανός μου κάθισε στο τραπέζι
Με κάποιο δισταγμό δέχτηκε να προχωρήσει πρώτος
Δεν ήξερε ποιος ήταν που του μιλούσε
Τον φανταζόταν πάντοτε λίγο εξημμένο να βηματίζει
Τον έβλεπε να βγαίνει από μια σκοτεινή στοά
Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που φάνηκε ολόκληρος
Το φαινόμενο πέρασε απαρατήρητο
Το μυαλό του ανοιγόκλεινε όπως δύο Συμπληγάδες.
Ακούστηκε ξαφνικά ένας πολύ δυνατός αέρας
Τον κοίταζε σαν να μην τον είχε δει ποτέ στη ζωή του
Ήταν μια μέρα από κείνες όταν όλα φαίνονται ολοκαίνουργια
Κανένα σύννεφο δεν ρυτίδωνε τη λεία της επιφάνεια
Πήγαμε με αυτοκίνητο ως την παραλία και γυρίσαμε
Καμιά φορά νομίζω πως το κάνει επίτηδες
Δεν πιστεύω να ’ταν από κείνους που προσφέρουν το άλλο μάγουλο
Περάστε παρακαλώ καθίστε – καφεδάκι; τσιγάρο; γλυκό;
Καλιφόρνια, 1984
*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.
Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά.
Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους
ροδαλή ακόμα πριν από τη σήψη
προκαλεί στον νου θρομβώσεις
κι εκείνη η αναβλύζουσα σχισμή
δακρύρροιες επιφέρει.
Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές
πληγές αιμορραγούν
σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά
τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα
αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν.
Ανήκεστος η βλάβη.
Κι ύστερα ακούγεται
κι ο μακρινός εκείνος ρόγχος των πραγμάτων
αχός που ακατάσχετα μονολογεί
σφαδάζει του λόγου η εκφορά
απαιτεί απόσταση αναπνοής
και ασφαλείας ζώνη
ένα φιλί ζωής εναγώνια ζητά
που πάντα τον κανόνα επιβεβαιώνει.
*Από τη συλλογή “Το αιώνιο αίνιγμα”, Εκδόσεις “Κίχλη” 2020.
**Artwork: Σοφία Περδίκη.
1.
Άγουρα φώτα λεμονιάς
μες στον Νοέμβρη
όχι ακόμα κίτρινα
πράσινα όχι πια
Το ολοένα φτάσιμο του ολοκλήρου;
Το ακριβώς λίγο πιο πριν
αυτού που αρχίζει να τελειώνει;
2.
Μελωμένος απόυπνος
μετά από κούραση πολλή
τέλος βδομάδάς
σε βγάζει στο απόγευμα
σε ακουμπάει σε βελούδο
Ονειρεύτηκες κάστανα
μυρωδιά της κανέλας
ουρανό μαλακό
όπως το χνούδι της φασκομηλιάς
στους αστραγάλους
σούρουπο που δεν ήταν φοβος
3.
Πρησμένη γυαλάδα του μήλου
χειμωνιάτικου μήλου
διαφεύγει
στα δυο χέρια σου ανάμεσα
καμπύλη και κόκκινη
Όπως καλά κρυμμένο μυστικό
λάμπει μπροστά στα μάτια σου
Κρατάς τον καρπό στην παλάμη
συμπαγές επιχείρημα:
ο κόσμος απλός
σχεδόν σαν να υπάρχει θεός
*Από τη συλλογή “Ο χρόνος είναι”, Εκδόσεις Μελάνι, 2020.

Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να σ’ ανησυχεί
θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Όλα τα παιδιά θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας φοβίζει
Με το χρόνο θα ησυχάσουν
Δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν επικίνδυνα
Για κανένα
Μήτε ακόμη για τον εαυτό τους
Μήτε ακόμη για την ίδια τους τη σταδιοδρομία
Σύντομα θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Φωνάζουν στους δρόμους και τέτοια
Εντάξει
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
Μα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος γι’ αυτό
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
και πετούν αβγά στους χωροφύλακες
μπα
Άστους να πετούν
Θα περάσει κι αυτό
Όλα τα παιδιά θα φρονιμέψουν κάποτε
όταν θα ’χουν φωνή μεστή
και πάρουν διορισμό
και ευθύνη
μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας προβληματίζει
Όλοι οι φοιτητές κάνουν τα ίδια
Δεν πιάνουν καμιά δουλειά
Και έτσι πετούν αβγά στους χωροφύλακες
Βρίσκονται σε μια ανία
Και έτσι παίζουν τους αντάρτες
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Απλώς περιμένουν να μεγαλώσουν
και να ζήσουν μακριά απ’ τον μπαμπά και τη…
View original post 181 more words

Υπάρχει ένας Αγρινιώτης ποιητής, που μου αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω τα ποιήματά του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί εδώ, γιατί στην Ελλάδα συνηθίζουμε να γράφουμε ποιήματα, αλλά όχι και να τα διαβάζουμε. Επίσης μου αρέσει πάρα πολύ να κουβεντιάζω μαζί του, αφού με έναν τρόπο μαγικό κάθε φορά που συνομιλώ με τις αισθήσεις του, βρίσκω εκείνες τις μέσα μου διαδρομές, που με οδηγούν με αργές ταχύτητες στη μαθητεία των εκδορέων της ασχήμιας του χρόνου και του χώρου.
Μια τέτοια συζήτηση με τον Αντώνη Αντωνάκο είναι και η σημερινή.
Λευτέρης Τηλιγάδας
Ο Αντώνης Αντωνάκος γεννήθηκε το 1972 στο Αγρίνιο.
Σπούδασε Μαθηματικά.
Έχει δημοσιεύσει ποίηση, διήγημα, λίβελο, σάτιρα, πολιτικά άρθρα και ερωτικές μπροσούρες.
Ενδιαφέρεται για την προώθηση της ποίησης στο διαδίκτυο, συμμετέχοντας σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά, ιδίως όσον αφορά τη διάδοση φωνών και καλλιτεχνικών εμπειριών που προορίζονται να μείνουν στο περιθώριο της ποιητικής διαμάχης.
Διατηρεί επίσης, τον προσωπικό χώρο έκφρασης Αδέσποτος Σκύλος όπου δημοσιεύει σχεδόν καθημερινά.
Γραπτά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά Βουλγαρικά και Πολωνικά.
Μερικά βιβλία του: Το Φθινόπωρο του Στρατιώτη, Η Μυθολογία των Ανώνυμων Κοριτσιών, Αγριοβατόμουρα Πικρά, Η Μουσική των Αγρών, Ο Ακροβάτης τού Τσίρκου, Εκφυλισμός της Ωχράς Κηλίδας, Καλός Λύκος, Τζογάρει η Ποίηση στο Μοίρασμα, Αικατερίνης Θεομηνίες, Μαλακίας Εγκώμιον κ.α
Λ.T.: Λέω να ξεκινήσουμε αυτή τη συνέντευξη, Αντώνη, με μια ερώτηση που απορρέει μέσα από ένα σου στίχο. Διαβάζω από το «Δένδρο ανάποδα»: «Βλέποντας αυτόν τον χαριτωμένο κόσμο να περιστρέφεται και να κάνει τις τούμπες του θυμάμαι το ρητό του Πυθαγόρα που έλεγε πως ο άνθρωπος είναι ένα δέντρο ανάποδο. Τα υπόλοιπα είναι καθαρά ζήτημα υπομονής».
Υπομονή: Πόση σήψη κρύβει αυτή η λέξη μέσα της, Αντώνη; Πόσο δύσκολο είναι τα «υπόλοιπα» να είναι ζήτημα ανυπομονησίας, μια διαδικασία προσμονής δηλαδή, χωρίς τη δυνατότητα αναμονής, μια βίαιη διευθέτηση της στιγμής ίσως;
Α.Α.: Λευτέρη, ως προνομιούχοι και οι δύο, αφού είμαστε ζωντανοί και μπορούμε να κουβεντιάζουμε, διαθέτουμε έτσι κι αλλιώς κάποιο είδος κοινωνικής υπομονής. Νομίζω εμβολιαζόμαστε μ’ αυτό. Οπότε τη σήψη λίγο πολύ την έχουμε στο τσεπάκι. Ξέρουμε τι θα μας βρει. Υπομένουμε αναμένοντας το μοιραίο. Απ’ την άλλη Το ανάποδο δέντρο του Πυθαγόρα είναι αυτή η φάρσα των σουρεαλιστών να επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα απ’ το διανοητικό παιχνίδι, απλώνοντας προς το χώμα όλα τα πλοκάμια της φαντασίας. Στερεώνοντας τις ιδέες με πράξεις. Μια άλλου είδους εξουσία δηλαδή, ενάντια στον κατατρεγμό της πραγματικότητας. Κοίτα το φλογερό Μαγιακόβσκι, τους Κουβανούς ποιητές, τη λυσσασμένη αντίσταση των Ισπανών στο φασισμό, των Ελλήνων στους Γερμανούς κανίβαλους και στους ντόπιους ευσεβείς τσολιάδες. Οι καλλιτέχνες λειτούργησαν πολλές φορές ως φιτίλια. Έλιωσαν με πάταγο τις σάρκες τους στα πεδία μάχης των ιδεών, δείχνοντας με ζήλο πως πρέπει να χάσεις την υπομονή σου όταν σε κυνηγάει το τέρας . Εδώ τους νόμους επιβίωσης τους ορίζει ένα κακούργο ένστιχτο. Αυτό που βάζει τα κόλλυβα στο ζωνάρι και τα πάει κέρασμα στο δυνάστη του.
Λ.T.: Να σταθούμε λίγο σε αυτό το «κακούργο ένστιχτο» και να προσπαθήσουμε, όσο μπορούμε, να το αποκωδικοποιήσουμε. Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που αισθάνεσαι ότι χαρακτηρίζει τη φυσιολογία του;
A.Α.: Έχω την εντύπωση πως αυτό το κακούργο ένστιχτο μας κρατάει στη ζωή. Είναι η φύση μας, η βιολογία της προϊστορίας μας. Παλιότερα μας βοηθούσε να παλέψουμε με τα θηρία, σήμερα μας βοηθά να επιβιώσουμε. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα αθώο γατάκι αλλά μια κοφτερή λεπίδα. Το ένστιχτο λοιπόν αυτό, είναι ιερό, γιατί είναι κακούργο. Αυτό θα σε θυμώσει για να ρίξεις τη μπουνιά, για να επαναστατήσεις. Ξέρεις καλά πως τα ένστικτα συκοφαντήθηκαν από όλα τα ιερατεία και όλες τις εξουσίες. Εκφυλίστηκαν για να φτιάξουν μιαν αγέλη καταναλωτών. Αποβλακωμένα γρανάζια στη γραμμή παραγωγής. Όμως υπάρχει η υγιεινή της επανάστασης και της εξέγερσης. Το νέο αίμα έρχεται πάντα να πνίξει το σάπιο παρελθόν και τις φθαρμένες αξίες. Όταν σε έχουν καταδικάσει στην πείνα πρέπει να σπάσεις τη βιτρίνα και να κλέψεις το ψωμί.
Λ.T.: Η ηθική της επιβίωσης και οι αντοχές της, δηλαδή;
A.Α.: Τις ηθικές αντοχές σε τέτοιου είδους αποφάσεις μόνο μια αφυπνισμένη κοινωνική συνείδηση μπορεί να τις καθορίσει. Κοίτα τις λεγόμενες πλούσιες δυτικές χώρες. Απ΄τη μια αδιανόητος πλούτος κι απ΄την άλλη ταπείνωση και φτώχεια. Απ’ τη μια φιέστες γιορτές παρελάσεις κι απ΄την άλλη αποκλεισμός και αδιέξοδο. Βλέπεις η επέτειος της ελληνικής επανάστασης είναι μια γιορτή των αστών, ένα πανηγυράκι. Εργολαβία ομίλων που παίρνουν λεφτά απ΄το κράτος. Είναι σα να γιορτάζουν οι κοτζαμπάσηδες το Κιλελέρ.
Λ.Τ.: Και ο λαός στα παλαμάκια, που λένε;
Α.Α.: Πραγματικά, Λευτέρη, δεν ξέρω τι σημαίνει λαός. Είναι τόσο ξεχειλωμένες τούτες οι λέξεις: λαός, κόσμος, κοινωνία, που όσο τις χρησιμοποιείς τόσο πελαγώνεις. Αφού όμως η οικονομία είναι αυτή που καθορίζει τις ζωές μας, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια τάξη, για ένα λαό ή για μια πατρίδα. Η πεταλούδα που πετάει στο Πεκίνο φέρνει καταιγίδες στην Αμερική. Ποτέ δεν θα γλιτώσουμε απ’ την καταιγίδα για να χορέψουμε το tango με το σατανά. Ποτέ δεν γλιτώσαμε.
Λ.Τ.: Και η πρόοδος, Αντώνη, η εξέλιξη που κουβαλάει η Πεταλούδα στην πλάτη της;
Α.Α.: Ποια εξέλιξη; Της τεχνοεπιστήμης και του ντετόλ; Του θρησκευτικού φανατισμού και του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού; Η πρόοδος συμβαίνει μόνο στα σεντούκια των πλουσίων και στα παγκάρια των παπάδων. Αυτοί μας λένε κάθε μέρα πως οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Βέβαια οι άνθρωποι κάνουν προσευχές, φτιάχνουν ΜΚΟ, φροντίζουν αστέγους, ταΐζουν μετανάστες. Έχει πέσει πολύ δουλειά.
Λ.Τ.: Και η ποίηση; Υπάρχει κάπου μέσα σε όλα αυτά η ποίηση; Την βρίσκουμε ή την εφευρίσκουμε για να οικοδομήσουμε μέσα της ένα παράλληλο σύμπαν που θα μας σώσει;
Α.Α.: Μέχρι σήμερα έχει σώσει κάποιους εκδότες και κάποιους ακαδημαϊκούς. Ξέρεις πως τα φράγκα, τα λίγα έστω, τα φέραν τα νόμπελ. Η ποίηση είναι εκ φύσεως αντιεμπορικό είδος, ειδικά σε μια ισχνή λογοτεχνική πιάτσα όπως η ελληνική. Μιλάμε πάντα για τη γραπτή ποίηση, αυτή που τυπώνουμε στα βιβλία. Υπάρχει όμως και η άλλη ποίηση, που όσο κι αν την κυνηγήσεις δεν πρόκειται να την πιάσεις και να την κλείσεις στο κλουβί. Και η δεύτερη είναι που μας βοηθά να ζήσουμε ή να πεθάνουμε. Σκέψου πως λίγο-πολύ ο Εμπειρίκος με την απόχη του σουρεαλιστή έπιασε αυτή την ποίηση της πραγματικότητας. Αυτοί είναι μάλλον οι ποιητές, γράφουν δε γράφουν: όσοι κάνανε οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου.
Λ.Τ.: Από ποιο σόι είναι η ποίησή σου, Αντώνη;
Α.Α.: Από το σόι της πραγματικότητας που ήδη σου περιέγραψα. Υπάρχει η αγωνία μου και ο θυμός μου. Το υπαρξιακό μου βλαστήμι. Θυμάσαι τον Κούβελα, εκείνο το ακροδεξιό πουλέν της βαθιάς συντηρητικής Θεσσαλονίκης που είχε πει πως οι ποιητές είναι λαπάδες; Και φυσικά είχε δίκιο. Ο Κούβελας ως μούτρο ήξερε πολλά. Ήξερε τι ματαιοδοξία και τι ναρκισσισμός υπάρχει πίσω απ΄την λεγόμενη υψηλή κουλτούρα. Ο ίδιος είχε δώσει βραβεία και τιμητικές συντάξεις σε λογοτέχνες. Τα είχε καλά με τους γλείφτες της εξουσίας. Αν κάποιοι βεβαίως χέσανε πατόκορφα την ποίηση αυτοί είναι οι εξηγητές της. Αν θες να σκοτώσεις ένα ποίημα βάλτο στα σχολικά βιβλία. Αν θες να σκοτώσεις έναν ποιητή δωσ΄ του βραβείο.
Λ.Τ.: Κατά την εκτίμησή μου, Αντώνη, η ελληνική λογοτεχνία (σε όποια μορφή, είτε ακαδημαϊκή είτε εμπορική είτε ανεξάρτητα περιθωριακή ή μεμονωμένη) και ο κόσμος της είναι ένα κλειστό σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του. Ποια η γνώμη σου;
Α.Α.: Είμαστε μια μικρή χώρα. Οι μικρές χώρες είναι κάπως πιο ανθρώπινες απ΄τα τερατόμορφα κέντρα. Αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι έχουν ακόμα την ευαισθησία να πολεμούν για την ομορφιά. Να γίνονται λυρικοί, ρομαντικοί ή ακόμα και γραφικοί ή ακόμα και ψώνια. Τα ψώνια κρατούν ζωντανή τη λογοτεχνία. Μακάρι να γράφουν όλοι, να ζωγραφίζουν όλοι, να τραγουδούν όλοι. Απ΄την άλλη υπάρχει το κλειστό σύστημα που περιγράφεις. Οι ίντριγκες και τα ξεμαλλιάσματα. Οι αριστείες και οι αχαριστίες. Όλα αυτά βεβαίως είναι ανθρώπινα. Και ως ανθρώπινα είναι κωμικά και τραγικά μαζί. Δυστυχώς οι νεότεροι ποιητές γράφουν σαν Αμερικάνοι. Φτάνουν στον ποιητικό οργασμό δια μέσω του αλκοολισμού και του αυτομαστιγώματος. Τους ενδιαφέρει να καταγραφούν στις επετηρίδες ως καταραμένοι. Κι αυτό δεν είναι παρά η βίαιη αντίδραση στο βρικολακιασμένο τρίπτυχο πατρίς θρησκεία οικογένεια. Είναι όμως και η πανηγυρική αποκάλυψη της λειψής μας παιδείας. Της αμηχανίας απέναντι στην πνιγηρή αγάπη της μαμάς και του μπαμπά.
Λ.Τ.: Στα δοκίμιά σου κάνεις λόγο συχνά για την ανάγκη δημιουργίας κοινοτήτων, συλλόγων, συνεταιρισμών. Για μια συνεργατική νοοτροπία που πρέπει να αναπτύξουμε. Εσύ βλέπεις τους ανθρώπους να συνεργάζονται, να ομονοούν πάνω στα κοινά τους ζωτικά συμφέροντα ή να αδιαφορούν επιδεικτικά;
Α.Α.: Λευτέρη, επειδή ο ανθρώπινος κόσμος δεν γεννήθηκε σήμερα το πρωί, αλλά έχει διανύσει κάποιους αιώνες, η ιστορία αποκαλύπτει δραματικά πως είμαστε καταδικασμένοι να συνεργαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Βέβαια συνεργάτες είναι και οι βρικόλακες, και οι στρατηγοί, και οι μαφιόζοι. Άρα η συνεργασία που προτείνω έχει άλλη αξία και άλλο πρόσημο. Συνεργαζόμαστε σημαίνει πριν απ΄όλα συναποφασίζουμε και συνδιαμορφώνουμε. Δεν διορίζουμε ειδικούς να ζήσουν την ζωή μας για μας.
Λ.Τ.: Ζούμε τους καιρούς της παντοδυναμίας των αγορών, Αντώνη, με συρρικνώσεις δικαιωμάτων, με εργαλειοποιήσεις συναισθημάτων και αντιλήψεων που στόχο έχουν την εγκαθίδρυση μιας εφιαλτικής κοινωνικής ειρήνης που νεκρώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις (ή μήπως δεν είναι έτσι;). Μπορεί η ποίηση να ενεργοποιήσει σήμερα τα αντίδοτα που απαιτούνται για τη διατήρηση του δικαιώματος στο διαφορετικό;
Α.Α.: Λευτέρη, οι αγορές δεν ήρθαν ουρανοκατέβατες. Θυμάσαι το αξίωμα που διατύπωσε η Θάτσερ τη δεκαετία του ογδόντα. Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους. Η διάλυση του Μεσαίωνα και η ανάπτυξη του προτεσταντισμού στη θέση του είναι το θεμελιώδες πολιτισμικό γεγονός που έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Όταν ο Χρόνος και το Χρήμα αλληλοταυτίστηκαν στο νου των ανθρώπων, ο προτεσταντικός πολιτισμός απέκτησε συνείδηση του εαυτού του, άρα και της δύναμής του. Ο κόσμος άρχισε να προχωρά γοργά προς τον ατομικισμό σύμφωνα με το προτεσταντικό ρητό, ο χρόνος είναι χρήμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φτάσανε στο ζενίθ αυτής της ηθικής. Δημιούργησαν το μεγαλείο και τη φρικαλεότητα της απάνθρωπης ηθικής του Βενιαμίν Φράνκλιν. Όμως μοιραία ο προτεσταντισμός γέννησε και την ίδια του την άρνηση. Ο μαρξισμός ήρθε να ανακαλύψει και να φωτίσει τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Ο μαρξισμός υπήρξε το αντίδοτο απέναντι στη χυδαία μεταφυσική άποψη των καπιταλιστών για τον χώρο και το χρόνο. Η εφιαλτική κοινωνική ειρήνη που αναφέρεις είναι η ανακωχή του κοινωνικού πολέμου. Μια εκκρεμότητα με την ιστορία.
Λ.Τ.: Θεωρώ, Αντώνη, ότι ούτε στις μέρες μας ούτε και στην πριν ιστορία της λογοτεχνίας υπήρξαν «μεγάλοι ποιητές». Υπήρξαν όμως «μεγάλα ποιήματα» και ακόμα περισσότεροι «μεγάλοι στίχοι». Ποιήματα και στίχοι που κατάφεραν να κουβεντιάσουν με τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων και να «ξεκλειδώσουν» πολλές αγκυλώσεις της καθημερινότητας τους, διευρύνοντας τους ορίζοντες του κόσμου. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι στις μέρες μας, να βρεθείς, ως αναγνώστης, συνεργός ενός τέτοιου ανοίγματος;
Α.Α.: Ναι, ψάχνουμε πάντα τη βασίλισσα του καρναβαλιού και χάνουμε το καρναβάλι, ψάχνουμε τον ποιητή και χάνουμε το ποίημα. Ψάχνουμε την αποδοχή και χάνουμε την απόλαυση και τη χαρά. Όμως, δεν θέλω να δω την ποίηση σαν ένα αντάλλαγμα για την πραγματικότητα. Νομίζω πως η μεταμόρφωση της ζωής που ήταν πόθος του Ρεμπώ και η μεταμόρφωση της κοινωνίας που ήταν πόθος του Μαρξ, είναι τα δυο πράγματα που σταθερά με συγκινούν. Η γραφή είναι μια υλική πράξη. Η γραφή είναι ένα όπλο και δεν είναι. Είναι μια επανάσταση και δεν είναι. Άλλοτε ένα κήρυγμα αγάπης κι άλλοτε ένας ερωτικός λίβελος. Υπάρχει μια ροή στο χώρο και στο χρόνο της γραφής, σιγά-σιγά χάνεται το πρόσωπο και μένει μόνο η φωνή. Χάνεται ο ποιητής και μένει το ποίημα. Σκέψου πως ο ποιητής είναι αυτός που παγιδεύει τη στιγμή. Η ελληνοχριστιανική μας κουλτούρα κρατάει την παγίδα και πετάει τη στιγμή. Εκεί που χτυπάει το αίμα της ανυπόμονης καρδιάς των καβλωμένων νέων ξεφυτρώνει ένας ανδριάντας. Μια Κική Δημουλά ή ένας Τίτος Πατρίκιος. Λιβανίστε μας για να σας λιβανίσουμε.
Λ.Τ.: Τι θα απαντούσες σε κάποιον που θα αποκαλούσε τα ποιήματά σου «ωραία, αλλά άσεμνα» «ωραία, αλλά χυδαία»;
Α.Α.: Θα του απαντούσα ότι έχει δίκιο.
Λ.Τ.: Σε κάποιο βιογραφικό σου διάβασα το εξής: «Δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ μαθήματα δημιουργικής γραφής». Ελπίζω αυτή η φράση να ισχύει ακόμα, γιατί αλλιώς δεν θα έχει νόημα παρακάτω ερώτηση: Γιατί, Αντώνη, δεν έχεις παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής; Δε ντρέπεσαι;
Α.Α.: Ντρέπομαι λίγο, αλλά γράφω ένα άσεμνο ποίημα και ξεπερνώ τις ντροπές μου. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ωραίο κόλπο των εκδοτών. Όσο για τους επαΐοντες σοφούς, που διδάσκουν δημιουργική γραφή μου θυμίζουν τους σεξολόγους που δεν γαμάνε οι ίδιοι, αλλά δίνουν στους άλλους συμβουλές.
Λ.Τ.: Κουβεντιάζοντας την προηγούμενη εβδομάδα με το Γιάννη Υφαντή, μου ανέφερε δύο κατηγορίες ποιητών: αυτούς που γράφουν ποιήματα και αυτούς που δεν μπορούν να μην γράφουν ποιήματα. Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτή τη διαφορά και σε ποια κατηγορία από τις δύο θα τοποθετούσες τον εαυτό σου;
Α.Α.: Έχουν ενδιαφέρον οι σοφιστείες ως πνευματικά παιχνίδια, αλλά καμιά αξία χρήσης στον πραγματικό χρόνο της ανθρώπινης κατάστασης. Πραγματικά χέστηκε κάποιος για το αν γράφεις για την πλάκα σου ή γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Είναι σαν να με ρωτάς για ποιον ή γιατί γράφεις. Όπως η ερώτηση για το ποιος δημιούργησε τον κόσμο έχει σαν δεδομένο πως ο κόσμος δημιουργήθηκε από κάποιο δημιουργό. Υπάρχει βεβαίως και ο εξωτισμός της γραφικότητας. Η παραξενιά, η μοναδική περίπτωση. Ανθρώπινα όλα. Στον Οιδίποδα έθεσε το ερώτημα «ποιος είσαι;» η απάνθρωπη σφίγγα. Ο Οιδίποδας το έλυσε, αλλά το αντάλλαγμα ήταν η τυραννία και η τύφλωσή του. Σκέψου όμως πως ο Οιδίποδας θα ολοκληρωθεί όταν μεταμορφωθεί ο ίδιος σε Σφίγγα, όταν θα γίνει ο ίδιος ένα με τα διλήμματα που αντιμετωπίζει, όταν, αντί να ρωτά «ποιος είσαι», θα ρωτά «πού πας;».
Λ.Τ.: Υπήρξαν εποχές, Αντώνη, που οι κοινωνικές «κατασκευές», ήταν στο μπόι των ανθρώπων. Οι σημερινές, αν δεν είναι προκλητικές ή σοκαριστικές, δεν υπάρχουν. Κάποτε θεωρώ ότι αρκούσε μια απλή αναπνοή για να ζήσεις… Σήμερα θεωρείται αναγκαίο να ρουφήξεις όλο το οξυγόνο γύρω σου, για να καταφέρεις απλά και μόνο να σταθείς στα πόδια σου. Δεν είναι ένας οδυνηρός εφιάλτης αυτό;
Α.Α.: Έχω την εντύπωση πως αυτό που περιγράφεις είναι η εξέλιξη της καπιταλιστικής λαιμαργίας. Ο καπιταλιστής είναι λαίμαργος, ισοπεδωτικός, δεν έχει ηθικές αναστολές. Δεν έχει ηθικές αξίες. Έχει τοποθετήσει την υποκρισία στο κέντρο κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Είναι σαδιστής γι΄αυτό είναι κυρίαρχος. Ο σαδισμός του τον κάνει άριστο και μεγαλοφυή. Πρωτοπόρο και κατακτητή. Επένδυσε στις αποικίες και τη δουλεία. Χρησιμοποίησε την εργατική δύναμη για να ρουφήξει όλο το μεδούλι της υπεραξίας. Απ΄την άλλη διαμόρφωσε, με τη συνδρομή της θρησκείας κυρίως, ένα καθεστώς υποτέλειας. Ε, αυτό το καθεστώς πολεμάμε. Και για να πολεμήσεις τον μαζοχισμό του προλεταριάτου πρέπει να προχωρήσεις μοιραία στον επαναστατικό σαδισμό. Οι αληθινοί επαναστάτες ήταν σαδιστές. Ο επαναστατικός σαδισμός άλλαξε ουσιαστικά τον κόσμο. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος σαδισμός απ΄το να κλονίσεις τις πεποιθήσεις κάποιου;
Λ.Τ.: Ένα τετράστιχο από ένα τραγούδι του Νικόλα, λέει: «Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο, | μια βολεμένη και ευφυής δικαιολογία. | Διατηρούμε την εσώτερη τη βρώμα μας | μ’ επαναστατική φρασεολογία». Ποιο το αντίκρυσμα της έννοιας επανάσταση, σήμερα;
Α.Α.: Κακοποιημένη και ταλαιπωρημένη λέξη, η λέξη επανάσταση, Λευτέρη. Η διαφήμιση το λέει καθαρά. Επαναστατική μέθοδος λεύκανσις πρωκτού. Στα αστικά μας βοσκοτόπια η επανάσταση έχει να κάνει με την κατανάλωση. Οι επαγγελματίες αναθεωρητές θάβουν τις επαναστάσεις, αφού πρώτα τις κακολογήσουν. Οι επαναστάτες όμως ανατινάζουν τις γέφυρες της παρηγοριάς και της συμπόνιας. Δεν θέλουν τη φιλανθρωπία των πλουσίων. Δεν θέλουν ελεημοσύνη αλλά δικαιοσύνη. Σκέψου πόσο καταχρηστικά χρησιμοποιούμε τη λέξη Δημοκρατία. Δημοκρατία σημαίνει δικαιοσύνη. Χωρίς δικαιοσύνη δεν υπάρχει δημοκρατία. Αν εσύ έχεις μια ολόκληρη χώρα δική σου κι εγώ ένα τρύπιο βρακί ε, δεν έχουμε δημοκρατία. Δυστυχώς ζούμε τη χούντα φαύλων ανθρώπων που μας πουλάνε αριστεία. Ζούμε ως εφιάλτη τη φαντασίωση του καπιταλιστή. Κοίτα τους κάμπους με τα καθρεφτάκια που τα λένε φωτοβολταϊκά και τα βουνά με τους θεόρατους ανεμιστήρες που τους λένε ανεμογεννήτριες. Και τι να πεις! Εμείς μολύνουμε τη φύση, αυτοί επενδύουν σε πράσινη ανάπτυξη. Τι να πρωτοδεί κανείς, τις παράνομες αμμοληψίες των ποταμών με τις ευλογίες των βλαχοδημάρχων, τα νησιά που ξεπουλήθηκαν στον άγνωστο τουρίστα, τη χαβούζα της Αθήνας!
Λ.Τ.: Μπορείς να μου μιλήσεις με διακόσιες πάνω κάτω λέξεις για τον Αντωνάκο που ξέρεις;
Α.Α.: Λευτέρη, θα αποφύγω να σου μιλήσω για τον σπουδαίο μου εαυτό. Ανήκω σε μια γενιά που δεν περίμενε τον μάντη Κάλχα για να βγάλει βιβλίο. Για να πει τη γνώμη της. Για να βλαστημήσει. Η ελευθερία των μπλόγκς, η ελεύθερη ανάγνωση στο ίντερνετ, βοήθησε την άμεση δημοσίευση γραπτής ύλης. Την επικοινωνία και την ανάγνωση μακριά απ΄τη σκοτεινή καλύβα του παντογνώστη. Λευτέρη, θεωρώ την ιδιοκτησία κλοπή αλλά την πνευματική ιδιοκτησία δύο φορές κλοπή, γιατί εδώ κατέχεις κάτι φαινομενικά άυλο, μα στην πραγματικότητα κατέχεις την πρώτη ύλη. Την πραγματική συγκολλητική ουσία όλων των πραγμάτων. Το Λόγο. Των πολλών ανθρώπων τα παιδιά που είναι κι αυτά παιδιά μας. Άρα η ματαιοδοξία πως σου ανήκει κάτι επειδή το σκέφτηκες εσύ μοιάζει περισσότερο με λοφίο που στολίζει τον κώλο της μαϊμούς. Μας ανήκει ευτυχώς μόνο ό,τι φτάνει ως την τελευταία στιβάδα του δέρματος. Ως εκ τούτου θα μπορούσα να σου μιλήσω για τον Αντωνάκο μόνο αφού πεθάνει. Με διακόσιες λέξεις θα έγραφα γι΄αυτόν έναν σπουδαίο επικήδειο.
Λ.Τ.: Μου χρωστάς 38 λέξεις ακόμα…
ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ ΗΣΥΧΟ
Σταμάτα να έρχεσαι στον τάφο μου.
Λουλούδια πάνω μου δε θέλω.
Και πρόσεξε:
το στήθος σου καθώς σκύβεις
ακουμπά την πλάκα μου.
Μπήκα εδώ να ησυχάσω.
*
ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ
Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι•
ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους
ή το αφτί τους τρυφερά
και το προσφέρουνε.
MIRAVALLE
Καλούσε με φωνές τό όνομά της
ώρες ατέλειωτες.
Τα μάτια της απύθμενα. Αστραφτερές σφαίρες
δίδυμα άστρα τής Λήδας.
Οι βάγιες την ετοίμαζαν για τον τάφο.
Ρίχτηκε στα πόδια της.
Εκείνη τραβήχτηκε. Αφήνει
από τό κεφάλι της να πέσει
το κηρωτό σάβανο.
Και αργά άνοίξανε
τα ανήμερα μάτια
της χαμένης του αγάπης.
*
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΣ
-Μ άρέσεις. Πάρε με στου κόσμου
το καράβι. Είμαι ή Λίγεια. Ή κόρη τής Καλλιόπης.
Κωπηλατούσε από τό εκτυφλωτικό φως
ώς τη βαθειά σκιά. Κι εκείνη στάλαζε
στο στόμα του την ήδονή!
—Είμαι αθάνατη, γιατί όλοι οι θάνατοι χύνονται
μέσα μου. Είσαι ωραίος, νέος, μέ πλάνεψες
στο ανάκτορο των αιώνιων άμορφων νερών.
—Ό Οίνοψ Πόντος φυσά την κοχύλα του.
Σέ καλεί, λυγερή μου Λίγεια,
στις γιορτές τής μακρινής καταιγίδας!
Θ’ αγαπηθούμε στις αποβάθρες των άναχωρήσεων
όταν δέν θά υπάρχει άνάμεσά μας θάλασσα.
*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδόσεις στιγμή, 2007.