Ζωή Καραπατάκη, Η πρόοδος έχει γυάλινα μάτια

Ο καπνός του τσιγάρου του έφταιγε
λέω εκ των υστέρων
γιατί έφτιαχνε με τους δακτυλίους του
καθώς ανεβοκατέβαιναν ασταμάτητα
μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα
που τον απέκοβε απ’ την πραγματικότητα
και έκανε δύσκολη την αναγνώριση των μειονεκτημάτων
έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια
τα χρόνια της νεότητας
αρκούσαν μερικοί δακτύλιοι καπνού
λίγα τσιτάτα
ύφος μποεμισμού και ανεμελιάς
ήταν η δεκαετία του ογδόντα

Όλα αυτά χάθηκαν – έσβησαν
σήμερα η παραπλάνηση γίνεται με άλλα μέσα
με τα μέσα της τεχνολογίας
του comme il faut της εποχής αυτής
Κι ας είναι τόσο ανούσιο
Κι ας είναι τόσο ρηχό
Κι ας παίζει τόσο ξεδιάντροπα με τον κομφορμισμό

Μα τέλος πάντων
πού είναι αυτή η πρόοδος;
γιατί μας διαφεύγει συνεχώς;

Νάνος Βαλαωρίτης, 14 Ιουλίου 1978

Κι ήσουν σ’ ένα υπόστεγο όπου πουλούσαν κάτι
Καθώς στρίβει αργά απ’ τη γωνιά ο αιώνας
Και ψάχνεις να παρκάρεις τ’ αυτοκίνητό σου κάπου
Γυρεύοντας μια διέξοδο από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα

Στο τελευταίο βιβλίο τους δεν σ’ αναφέρουν καν
Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη τρίτη και πάρ’ τον κάτω
Και θέλεις να δείξεις το άδικο βιβλίο στους φίλους σου
Μα εκείνοι δεν αγανακτούν κατά τη γνώμη σου αρκετά…

Από αυτούς που γράφουνε είσαι μοιραία ένας 1
Τι να τα κάνεις τα παράπονα όλος ο κόσμος τα ’χει
Κι αν είσαι μάλιστα από αυτούς που δημοσιεύουν αργά
Χειρότεροί σου θα βρεθούν στο τέρμα κοντύτερα 2

Πως είσαι ποιητής στις ώρες σου – έτσι δεν λένε
Ενώ τις άλλες κάθεσαι με χέρια σταυρωμένα
Και περιμένεις να σου πέσουνε οι λέξεις απ’ τον ουρανό
Χωρίς το δαχτυλάκι σου να το κουνήσεις καν.

  1. Τι να τα κάνεις τα παράπονα όλος ο κόσμος φεύγει
    Τον Αύγουστο – πάνε να κάνουν μπάνια- και δεν βρίσκεις
    Κανέναν να μιλήσεις – ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
    Να τα πείτε ένα χεράκι — να ξεσκάσεις λίγο.
  2. Που ωστόσο αποκρίνεται για σένα και γι’ αυτούς
    Αφού δεν λογαριάζει εδώ τι βγαίνει με τον τόνο
    Παρά μονάχα η ποιότητα για την οποία ρωτούσε
    Μ’ απάντηση δεν έβγαινε από κανένα στόμα.

*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Εξομολογήσεις του θανάτου

Melanie Hava, Brolgas in Pink

Ι

Ο θάνατος σ’ επισκέπτεται
ο παράταιρος κι αχρείος
όταν απλώνεις τα ασπρόρουχα από την καλή
ή όταν βάζεις τους ποιητές σε αλφαβητική σειρά

κι έρχεται το άσπρο κρεβάτι της φίλης σου
το λουλούδι που μαράθηκε απ’ τη ζέστη στο φορντ
προτού να της το αφήσεις
πεσκέσι απ΄ την Αθήνα
το νυφικό της φόρεμα κάτω από το χάδι
της μητέρας της που στέκεται
χαμένη για πάντα
ψάλλοντας έναν ανόητο ύμνο για νεκρούς και ζωντανούς

έτσι αλλόκοτα
σου ‘ρχεται κι η ζωή
το φιλί στο στήθος
και ο έρωτας που συμβαίνει κρυφά
μια νύχτα στο στενό σοκάκι
στην κηδεία του θείου
που έφυγε όταν ένα κομμάτι ευτυχίας
του στάθηκε στο λαιμό

ΙΙ

Τα ποιήματα κάνουν του κεφαλιού τους
και ο ποιητής
είναι κιόλας νεκρός

ΙΙΙ

Ας με πληγώνει η ζωή
όπως το χέρι
που πιέζει το μάγουλο του παιδιού
όταν καθισμένο στο παράθυρο
κάνει πως
διαβάζει ιστορία

ΙV

Στη χαρά μου πάνω
συχνά σταματώ
αυτό που με κάνει να χαίρομαι

για παράδειγμα
όταν γράφω ένα ποίημα
για τη γαστέρα
που τρεμουλιάζει σε μια στιγμή οργασμού

ο δουλευτής από την Καμπούλ
κουνάει το μακρύ του ξύλο
μέσα στο φύλλωμα της ελιάς
και οι καρποί πέφτουν
στο πανί

μα ο νους του στο πέτρινο σπίτι
γιατί σταμάτησα άραγε
και τον κοιτώ;

στην έρημο πέφτει στα γόνατα
ντυμένος με λευκά πανιά
μόνο τα μάτια του φαίνονται
ίσα που προλαβαίνουν
να ζητήσουν μια τελευταία επιθυμία
και ο φανατικός
του παίρνει το κεφάλι

V

Καμιά φορά
στο μυαλό μου
πεθαίνω όταν σκέφτομαι
“And like the cat I have nine times to die.
This is Number Three”*
με ξόδια που πούλησε
ο νεκροθάφτης ακριβά
με λόγους αγαπημένων
και κρυφών αγαπημένων
με τα γαρύφαλλα των στεφανιών
και τα κρίνα που ακούγονται
ωραία στη ψιλοκουβέντα του καφέ
με θρήνους απρόσμενους
που έγραψαν οι απόδημοι ποιητές
με δάκρυα και γέλια
με ανακούφιση
με πειθώ

και δεν πειράζει∙

*Lady Lazarus, Sylvia Plath, Collected Poems (HarperCollins Publishers Inc, 1992).

Για τον Γιώργη Ζάρκο

Ο Γιώργης Ζάρκος ή Πάρκος, ένας από τους πιο τολμηρούς λογοτέχνες της γενιάς του, γεννήθηκε το 1902 στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Είχε άλλα πέντε αδέρφια. Σχολείο πήγε στην Αμαλιάδα όπου και πήρε απολυτήριο γυμνασίου. Το 1920 ήρθε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολή. Παρ’ όλο που οι γονείς του ήταν εύποροι, τα πρωινά δούλευε σε μηχανουργείο. Την θητεία του την έκανε στο ναυτικό. Μπαρκάρισε και ταξίδεψε ως δεύτερος μηχανικός σε φορτηγά καράβια. Διώχτηκε απ’ την δικτατορία του Μεταξά. Εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στο ΚΚΕ. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας εξορίσθηκε στην Ανάφη, όπου παρέμεινε εξόριστος για 7½ χρόνια. Αργότερα μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, μετά την απελευθέρωση το ΚΚΕ τον κατηγόρησε και τον απομάκρυνε.

Είχε υιοθετήσει τη φωνητική γραφή. Ο Ζάρκος ήταν πολυγραφότατος, αλλά εξακολουθεί να είναι και σήμερα δυσεύρετος. Οι περισσότεροι τίτλοι είναι εξαντλημένοι, οι δημόσιες βιβλιοθήκες τον αγνοούν κι ούτε λόγος βέβαια για σχολικά βιβλία. Δημοσίευσε διηγήματα, μικρές νουβέλες και κατά τη δεκαετία του 1930 λιβέλους εναντίον σημαντικών προσώπων της τότε πνευματικής και πολιτικής ζωής. Τους “Τέσσερις Λιβέλοι” επανεξέδωσαν το 2007 οι εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Πρωτοστάτησε επίσης στην ίδρυση του “Εργατικού θεάτρου” και αργότερα απ’ το 1956 έως το 1964 εξέδωσε ένα αγγλόφωνο περιοδικό το “International Anthology” μ’ έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Ζάρκος κλείστηκε στο δηµόσιο ψυχιατρείο, όπου κρατήθηκε για 54 µέρες, επειδή έσπασε κατ’ επανάληψη τις βιτρίνες του εκδοτικού οίκου Πυρσός. Ο Διαμαντής Καράβολας, των “εκδόσεις Φαρφουλάς”, υποστηρίζει ότι “τα σπασίματα εξέφραζαν και σε συμβολικό επίπεδο την συνεπή με τις ιδέες του προσπάθεια για το σπάσιμο της πνευματικής βιτρίνας τόσο του συντηρητισμού όσο και του ψευτοπροοδευτισμού”. Κατήγγειλε τη διαφθορά του πολιτικού, ακαδηµαϊκού και λογοτεχνικού κατεστηµένου και ήρθε αντιµέτωπος µε πρόσωπα όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, οι κριτικοί Άλκης Θρύλος, Πέτρος Χάρης και Ανδρέας Ζευγάς, ο αρχηγός της Γενικής Ασφάλειας Αριστοτέλης Κουτσουµάρης και ο πρώην υπουργός ∆ικαιοσύνης Νικόλαος Αβραάµ.

Η περιπέτειά του ξεκίνησε στα τέλη του 1928 όταν έστειλε ένα διήγηµά του προς δηµοσίευση στη “Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια” των Εκδόσεων Πυρσός, στην οποία υπεύθυνος της φιλολογικής ύλης ήταν ο Κωστής Παλαµάς. Το έντυπο δηµοσίευσε το διήγηµά του µε τ’ όνοµα Μητσοτάκης, μια πράξη λογοκλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας. Με επιστολή του προς τον Παλαµά ζητούσε την επιστροφή του χειρογράφου του, μα του την αρνήθηκαν. Όταν πέρασε κάποιο διάστηµα κατά το οποίο δεν έλαβε απάντηση έστειλε και δεύτερη –αυτήν τη φορά υβριστική– επιστολή µετά την οποία παρενέβη ο γενικός γραµµατέας της Ακαδηµίας Αθηνών Αιγινήτης που µε τη σειρά του απευθύνθηκε στη Γενική Ασφάλεια ζητώντας να συνετίσουν τον Ζάρκο. Λίγο καιρό µετά εξέδωσε το βιβλίο του “Η τρέλα σ’ όλα τα στάδια” στο οποίο περιγράφει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των τροφίµων του ιδρύµατος. Τον Ιούλιο του 1933 συνελήφθη ξανά χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες και οδηγήθηκε εκ νέου στο ψυχιατρείο.

Γράφει γι΄ αυτόν ο Κώστας Βάρναλης: “ότι κατόρθωσε να συλλάβει όλο το τραγικό νόημα της κοινωνικής αδικίας και απανθρωπιάς και με τους πίνακες που μας ζωγράφισε, έχει χαρίσει στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα ολότελα καινούργιο και πρωτότυπο ρίγος”. Κι αλλού: “αυτοί, που τον κλείσανε τον Ζάρκο στη φυλακή και στο φρενοκομείο, δεν υποψιαζόντανε πως αυτός ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος είχε μέσα του κρυμμένο ένα φοβερό στιλέτο: το συγγραφικό του ταλέντο. Μ’ αυτό εκδικήθηκε και τον εαυτό του και όλους τους άλλους, που είχανε την ίδια τύχη μ’ αυτόν αλλά δεν είχανε και το λογογραφικό του χάρισμα. Ο ρεαλισμός του, είναι τόσο ζωντανός, άμεσος, ουσιαστικός και απροσποίητος, που ούτε μια στιγμή ο αναγνώστης δεν παύει να νιώθει την φρίκη μιας αποτρόπαιης πραγματικότητας και ούτε μια στιγμή δεν του περνάει η σκέψη πως ο συγγραφέας μας δίνει πλάσματα της φαντασίας του ή υπερβολές”.

O φίλος του ποιητής Θωμάς Γκόρπας διεισδύει στη γλωσσική απεραντότητα του Ζάρκου και καταθέτει: “Στα χρόνια του 1950 ο Ζάρκος μοναχικός χωρίς να χρειάζεται τίποτε, ήταν καφενόβιος και ταβερνόβιος αλλά και ακούραστος περιπατητής, φτωχός, κουρασμένος, είρων, χιουμορίστας, απαρηγόρητος κομμουνιστής, σοφός, ωραίος – όλα αυτά πολύ”. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, ο Ζάρκος, αν και κυνηγημένος, από ένα κύκλο λογοτεχνών που σύχναζε στο καφενείο της Στοάς Θεμιστοκλέους, μεταξύ των οποίων και ο Μυριβήλης, εθεωρείτο “σπουδαίο” πρόσωπο, τον αναγνώριζαν “μεγάλο” και έτρεμαν τον λόγο του. Γράφει γι’ αυτόν: “Στρατευμένος βέβαια και ο Ζάρκος. Αλλά και το πιο αλλόκοτο φαινόμενο στη λογοτεχνία μας του αιώνα. Σπάνια εμφανίζονται στην παγκόσμια κλίμακα συγγραφείς σαν τον Ζάρκο που κάνουν τέχνη για να την καταστρέψουν. Ακόμα, αυτός ο τρελός που δεν είχε τρελαθεί, μπόρεσε να γράψει για την τρέλα και τους τρελούς, όπως άλλοι γράφουν ερωτικές ιστορίες. Εικονοκλάστης, γλωσσικά απέραντος, γράφει σαν ένας θεός με συνείδηση της γελοιότητάς του, του ψεύδους του, για τους θνητούς, κάτω απ’ τα πόδια του, μάλλον απέναντι στο κι αυτό απέραντο σαρδώνιο γέλιο του. Και μόνο ένα λιγοσέλιδο χυδαίο και θείο μαζί κομμάτι του Γιώργη των παπαδιαμάντειων ρεμβασμών, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι που δε σβήνει ποτέ, στο τραπέζι του καφενείου της οδού Θεμιστοκλέους των χρόνων του ’50, κονιορτοποιεί τα εννιά δέκατα της τυπωμένης στην Αθήνα αφηγηματογραφίας της τελευταίας εικοσαετίας”.

Πέθανε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 1967.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Το κάτω μονοπάτι

Η άδικη, ακατανόητη πίεση,
η αποδοχή του περιορισμού,
του πεπερασμένου,
ματαιότητας σημείο.

Η αέναη πάλη,
η αθωότητα στα μάτια,
η συγχώρεση που ποθεί τη λύτρωση.

Βαριά, συγκεχυμένα
ανακινούν τη σκιά
του ψυχρού κι άλλοτε
επιθυμητού τέλους.

Το αντάμωμα στο βλέμμα
ισχνής χαραμάδας φως
στης τσακισμένης στιγμής
εντός το αίμα.

*

Επανεκκίνηση

Ακούγοντας των περαστικών τα βήματα,
θυμήθηκα το γοργό βηματισμό σου
δίπλα στο νωχελικό δικό μου.

Περπατούν, ξέρεις, οι άνθρωποι
το είχαμε ξεχάσει.
Περπατούν μόνοι, μαζί παράλληλα.

Πορεύονται πλάι πλάι
κοιτάζοντας πότε λοξά,
πότε κενά, πότε τον άλλον
που έτυχε δίπλα να’ ναι.

Τώρα που η περπατησιά πυκνώνει,
που η κίνηση ξυπνά από τη χειμερία, μακρά νάρκη,
ανάμνηση βουβή τα βήματά σου.

Αργύρης Χιόνης, Είκοσι τέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια

Έργο Νίκου Δεληγιάννη

ΧVIII

Τα πολλά τα λόγια τα βαριέμαι.
Μα και τα λίγα επίσης.
Ακόμα και τα ελάχιστα ναι και όχι με κουράζουν.
Προτιμώ με το κεφάλι μου να νεύω πάνω κάτω.
Ηχεί τουλάχιστον ωραία σαν κουδουνίστρα.

ΧΙΧ

Οι λέξεις είναι βδέλλες που μου πιπιλάνε το μυαλό.
Η ποίηση είν’ η στάχτη που με βοηθάει να τις ξεκολλάω.

ΧΧIV

Οι λέξεις είναι σκαλοπάτια που οδηγούν
από το σκοτεινό υπόγειο στο φως.
Πριν όμως τους εμπιστευθείς το βάρος σου
πρέπει να δοκιμάζεις αν μπορούν να το σηκώσουν.
Αλλιώς αν είναι σάπια ή φαγωμένα
σε ξαναστέλνουν κουτρουβάλα στο σκοτάδι.

Κώστας Κρεμμύδας, Δύο ποιήματα

Αγία Ιωάννα της Κροστάνδης

Σαν τραπιστής
-Σατράπης άλλωστε-
και βίαιος
στ’ άκουσμά σου
θα σε θαυμάζω σιωπηλός
θα κρύβομαι σε θάμνους
θα ζω με αποτσίγαρα
γνέφοντας
πότε πότε
την άρνησή μου
στους κανόνες

*

Παραλλαγές

Ι.
Ταξίδια με τρένα τη νύχτα
μοιάζουν με εκταφές νεκρών
σε κοιμητήριο

ΙΙ.
Ταξίδια με τρένα τη νύχτα
όμοια με εκταφές
νεκρών κοιμητηρίων

ΙΙΙ.
Ουρλιάζουν τη νύχτα τα τρένα
Τρομάζουν στους τάφους νεκροί
Η εκταφή παγώνει τα οστά
Η στάχτη δεν ωφελεί κανέναν

*Από το βιβλίο «Κάπα όπως μακάβριο», εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2019.

Αντώνης Αντωνάκος, από τη “Μουσική των Αγρών”

Αυτός είναι ανήμερο θηρίο. Κοιτάζει τις κίσσες στο
χωράφι. Κοιτάζει τη γίδα που έχει σκαρφαλώσει στον
ουρανό. Αυτός βάζει ζάχαρη στα δάχτυλα. Βάζει μέλι
στο κρεβάτι του.
Με μια κίνηση εξανεμίζει το θρίαμβό του.
Γυρίζει το διακόπτη της αγάπης.
Κερδίζει το ψωμί του κοιτάζοντας τ’ άστρα.
Και θέλω να προσθέσω πως αυτός είμαι εγώ. Και πως
όταν το άτομο αισθάνεται η κοινωνία χάνεται.

Το ωραίο μαύρο πηχτό σκοτάδι τύλιξε τους γυμνιστές.
Το άπειρο με τις μυστικές του εσοχές σκέπασε τα πηγάδια.
Εδώ έσκυβαν τα κορίτσια.
Εδώ έπιναν νερό.
Εδώ καθρέφτιζαν τα βυζιά τους.
Και το σκληρό καλοκαίρι γύρω κούρδιζε τον αγρό με
τα φίδια του.
Κρυφά μουρμούριζε το πνεύμα.
Έβγαζε υγρά
στο βαθύ ύπνο η ακατέργαστη ύλη.

Το λήμμα για τον κόρφο της στο λεξικό έκανε φτερά
ή δε γράφτηκε ποτέ. Γιατί ο κόρφος της με άλεσε.
Γιατί ο Γαλαξίας με οδήγησε εκεί.
Βρέφος, με τα χείλη και τη γλώσσα κοιτάζοντας.
Πιπιλίζοντας αυτό το σπασμό που κατευνάζει.
Τον έναστρο πόθο των σπλάχνων της καθώς πέφτει
η νύχτα στο κεφάλι μου. Καθώς όλα τα βαμπίρ της
δημιουργίας λυγίζουν το κορμάκι τους
και περιμένουν τον εραστή τους. Και περιμένουν
να διαβούν στον Κάτω Κόσμο της αγάπης.

Ακούω τη μουσική των αγρών. Το τσέμπαλο των
μυστικών περασμάτων. Στα σχολεία των αρουραίων
και στις σωλήνες του νερού. Ακούω να ροκανίζουν
διαφημιστικά φυλλάδια υπνωτισμένες νοικοκυρές.
Όμορφες πάντα στο βαθύσκιωτο κουζινάκι τους.
Μαγειρεύοντας γλυκόλογα με νερό βροχής.

Αράχνες μαζεύονται στα μαγαζιά των μυρμηγκιών. Κι
έτσι ανεξήγητα και αναίτια τα καταβροχθίζουν.
Κι όταν έχει φεγγάρι γεμάτο μαζεύονται οι ληστές
και μοιράζουν τον κλεμμένο κόσμο. Μαζεύονται
οι εφτάψυχες μαύρες γάτες στους λειμώνες των
άστρων. Μαζεύονται οι κλέφτες των ψυχών
για να ζυγίσουν την πραμάτεια τους. Εμείς όλοι
που αντιγράφουμε την ομορφιά στα χαρτιά μας.
Τα άπιστα σκυλιά. Εμείς.

Τόσο παράλογος είναι ο Δημιουργός που
φτιάχνει γυναίκες με μεγάλα μαύρα φρύδια.
Κι αυτές παλεύουν με το τσιμπιδάκι τους να αλλάξουν
τον κόσμο. Να διορθώσουν τα λάθη του θεού.

*“Η Μουσική των Αγρών”, Εκδόσεις Bibliotheque, Αθήνα 2014.

Λεωνίδας Καζάσης, Νατάσα

Από χρώμα βαθύ, αραιό,
τον ρούν του χρόνου συλλογίζομαι.
Επέμεινα χωρίς να υπομείνω
στον χρόνο τον αήττητο,
τον ηττημένο από τον ίδιο
που επαναλαμβάνεται προπαγανδίζοντας υπέρ της πραότητος
ενώ ταχέως χάνεται στην γενεσιουργό
αιτία της ανυπαρξίας του την κίνηση
και την θυγατέρα της μεταβολή.
Η παρουσία σου στην σκέψη,
την νοσταλγία οικεία καθιστά,
το συγκυριακό αντάμωμα, προσδοκία φιλίας εμήνυσε,
η φιλία προσδοκία παρέμεινε.
Των στιγμών το εφήμερο την μνήμη κυβερνά.
Η αβρότητα που νοιώθω, η αβρότητα που νοιώθεις,
την ώσμωσή τους
στης λυκαυγής το σκίρτημα ομολογούν.
Πόσες προσμονές, λύπες, παραδοχές σε εμβάλλουν;
Αγέρες εποφθαλμιούν το γίνωμά σου.

Όταν η λογοτεχνία εμψυχώνει τα πράγματα για ν’ αναστοχάζεται την ανθρώπινη κατάσταση

Κώστας Σβόλης

Κυκλοφόρησε εδώ και κάποιες μέρες η συλλογή διηγημάτων της Αρετής Μουσουλιώτη με τον τίτλο «στο σπίτι με τις λεύκες ή ζωή κρυμμένη μέσα στη ζωή» από τις εκδόσεις των ξένων και το Καλειδοσκόπιο-εργαστήρι για τους δραπέτες του πραγματικού. Οι λογοτεχνικές της απόπειρες δεν είναι άγνωστες στους αναγνώστες της πόλης Κ, καθώς τρία από τα διηγήματα της συλλογής (Το χωριό, Οι γιορτές στο τετράδιο, Στο σπίτι με τις λεύκες) είχαν πρωτοδημοσιευτεί στις σελίδες μας.

Οι ιδιαιτερότητες της γραφής που εμφανίζεται στα συγκεκριμένα διηγήματα τα τοποθετούν δικαιολογημένα στην κατηγορία «ακατάταχτα», τουλάχιστον μέχρι να δούμε να εδραιώνεται η εγχώρια εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού. Η χρήση της γλώσσας αποπνέει φροντίδα δίχως επιτήδευση, η αίσθηση του χιούμορ ξεχειλίζει από τους αρμούς των φράσεων, φέρνοντας συχνά πυκνά ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του αναγνώστη.

Η κρυπτογράφηση είναι η βασική τεχνική που χρησιμοποιεί η δημιουργός, χωρίς ωστόσο αυτό να στέκει εμπόδιο στην προσέγγιση του θεματικού πυρήνα των διηγημάτων που δεν είναι άλλος από την ανθρώπινη κατάσταση στην πιο καθημερινή και συγχρόνως υπαρξιακή της διάσταση. Αντίθετα θα λέγαμε ότι ανοίγει τους ορίζοντες της ανοικτότητας στην ανάγνωση: οι αφορμές των διηγημάτων είναι πραγματικά υπέροχες αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να παγιδευθεί κανείς στο παιχνίδι της αποκρυπτογράφησης, στην αναζήτηση της αρχικής και κατά κυριολεξία έμπνευσης της συγγραφέα, όσο και αν αυτό είναι άκρως προκλητικό. Πρέπει να κλείσει τα αυτιά του σ’ αυτές τις σειρήνες και να αφήσει να αποπλανηθεί από την ίδια την αφήγηση: να δώσει σάρκα και οστά στον Λάκι και στη Μάντα, να ξεστρατίσει από τον δρόμο του και να χαθεί στις γειτονιές του Χωριού, να αλητέψει με τη συμμορία, να μυρίσει τα αρώματα του κάμπου και να νιώσει τις δονήσεις των γεωφυσικών φαινομένων που τον πλήττουν, να θρηνήσει, να θυμώσει και εν τέλει να επιβιώσει στα περιθώρια των τετραδίων και των γραμματικών της εξουσίας, να απολαύσει ως μοναδικός θεατής τον χορό των ιδιόρρυθμων μπαλαρίνων, να ποθήσει μια ζωή στο σπίτι με τις λεύκες, να βάλει να ακούσει το όνειρο του Μούτση όταν θα συναντήσει τον άντρα στο μαξιλάρι, να σκεφτεί συναντήσεις και αποχωρισμούς της ψυχής με το σώμα, να εκτιμήσει από την αρχή ιδιόρρυθμες παρέες.

Είναι μέσα στην ίδια την αφήγηση, εκεί ακριβώς, που η Αρετή Μουσουλιώτη καταφέρνει να εμψυχώσει τα πράγματα και άρα να τα κάνει μαγικά· εκεί αναδύεται ο απώτερος σκοπός της γραφής της, οι άνθρωποι, οι αισθήσεις και η ανάγκη να υπάρχουμε μαζί με άλλους, ακόμα και όταν αισθανόμαστε τόσο μόνοι. Αυτό το περίεργο εκκρεμές ανάμεσα στη μοναξιά του ανθρώπου –που πάντα, με τις αποστροφές του λόγου και την απροσδόκητη εμφάνιση του πρώτου προσώπου, παραπέμπει στην ίδια την αφηγήτρια– και στην έντονη συλλογική ζωή των εμψυχωμένων αντικειμένων συμπυκνώνει την υπαρξιακή μας αντίφαση, την κινητήρια δύναμη της ζωής, το conatus που μας σπρώχνει στην άβυσσο και μας εκτοξεύει προς την ευτυχία της απόλαυσης – εκδοχές της είναι και η γραφή, η ανάγνωση, η δια ζώσης συζήτηση πάνω σε όσα διαβάζουμε. Οι εικόνες που συνοδεύουν το βιβλίο σχεδιάστηκαν για τη συγκεκριμένη έκδοση από τη Λία Γυιόκα.

*Αναδημοσίευση από εδώ:https://poli-k.net/otan-logotechnia-empsychonei-ta-pragma/?fbclid=IwAR3dJSKjb1iipugLr8qrWAr7o5f64htZdp5XNAwfYMX9Sb3S5-2NxfZJTy8