Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα

ΑΧ! EGDAR LEE MASTERS

Τι έγινε και μίλησες
για ποιητές ελάσσονες;
Όμηρο και Ουίτμαν.
Είμαι σίγουρη
είχες την αιτία σου κι ακόμη
πως αυτοσαρκάζεσαι.
Σ’ αρέσουν
όσα οι άνθρωποι αφήνουν να πετάξουν,
όμως δεν μαστιγώνουν.

*

OLD TOWN – OLD LIFE

Η old lady
με το φίλτατο ζωάκι
στην αγκαλιά της.
Υπερχείλισαν τα χαμόγελα των περαστικών
Το ζωάκι
ανταπέδωσε τα χαμόγελα.

*

VIRGINIA AND PLATH

Το επόμενο βήμα

-Λύθηκαν τα μαλλιά στο κύμα
-Πνίγηκαν οι καπνοί στην τέχνη του θανάτου

*

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Κρυώνουν κρυώνουν
Φόρεσαν τα ευσυγκίνητα παλτά τους.
Τα χέρια
στις ανήμπορες τσέπες.

*

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Το δέντρο
γράφει για σένα ποίημα,
Μού είχες αόμματα εκμυστηρευτεί.

-Όταν καθίσεις στη σκιά του

*

Η ΣΤΙΓΜΗ

Οκτώ χιλιάδες χορωδοί
Ελάχιστοι!
φωνάζει η Στιγμή

Στο σύμπαν
δεν ακούστηκε

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, 2021.

SYLVIE, Δύο ποιήματα

Henri Cartier-Bresson, Downtown (1947)

Είδα ένα όνειρο
Ότι δεν είχες δει ποτέ
Κάποιο όνειρο
Στο όνειρο
Το όνειρο ήταν
Ότι κάποια
Ένα πρωινό
Ξύπνησε και είδε ένα όνειρο
Ότι ποτέ ως τώρα δεν την είδες

*

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑ

Στη δουλειά
Που θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκείνη την ώρα όμως όλα θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκτός απ’ τη δουλειά
Κάθομαι έξω να κάνω ένα τσιγάρο
Κι έχω διάφορες απορίες
Για τους ανθρώπους
Τη ζωή
Τον θάνατο
Κάπου κάπου αναρωτιέμαι
Αν τ’ αντικείμενα ήταν άνθρωποι
Τι δουλειά θα έκαναν;
Είμαι σίγουρη ότι η τηλεόραση
Θα ήταν κάποιος
Αχώνευτος οδηγός του Β5
Που με πάει κάθε μέρα στη δουλειά
Εκεί όπου
Ξεκινώ να κάνω αυτές τις σκέψεις
Για τ’ αντικείμενα και τις εργασιακές τους ιδιότητες
Ενώ στην πραγματικότητα
Θα προτιμούσα
Να γυρνάω με τα πόδια
Ή όπου

*Από το περιοδικό «Τεφλόν», Τεύχος 25, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2021. Σελ. 74.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΤΟΠΙΟ

Λέω τ’ όνομά του
και μια κορυφογραμμή σχηματίζεται
ένα χωριό βγαίνει από την ομίχλη
και επιστρέφει στην ιστορία.
Φιλάει τη νύφη την ημέρα του γάμου του
και ο εμφύλιος σταματά.
Τα πρόβατα πολλαπλασιάζονται σαν σύννεφα
δεν υπάρχει ανοιχτός ορίζοντας, μόνο βουνά και γη
λίγο παρακάτω στη μικρή πόλη ένα σινεμά
το λιμάνι με τα καράβια και το λιμάνι με τα αεροπλάνα.

Πατέρα, λέω, όπως λέω Μινώταυρε
Μινώταυρε, λέω, όπως λέω έθνος

Ξαναλέω τ’ όνομά του
και η πόλη καίγεται.

Μένει μονάχα μια γραμμή αίματος.

*

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το δάσος με τις σκιές μας πελεκημένες
το ποτάμι με τους κύκνους που πετούσαν

η πόλη πλωτή μέσα στη νύχτα
η μηχανή του αεροπλάνου
πιο δυνατή από κάθε φωνή
που μας έλεγε να επιστρέφουμε

ακόμα και τώρα όταν φαντάζομαι ένα σπίτι
το φαντάζομαι άδειο

μια επιφάνεια από μελανιές
ποδοβολητά σε κλιμακοστάσιο
τοπία που αποχωρούν από το φως

ο πόνος σαν καρυοθραύστης
ξεχωρίζει τον καρπό από το τσόφλι του.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις “Αντίποδες”, Μάρτιος 2021.

Ο Μονόλογος

nefelor's avatarnefelor

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο.

Τον διάβασα και άκουσα μια χούφτα μεταλλικές σφαίρες να χτυπούν μεταξύ τους.

Νομίζω ότι αφομοίωσα τον ρυθμό του κοιλιακού της άλγους.

Γεύτηκα την Όστια απ’το στόμα της.

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας έξω από ένα κτίριο με την πινακίδα “ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΑΙ “.

Και έγινε η καρδιά μου μελόντικα στα χέρια της.

Η ώρα εκείνη ήταν ασύνταχτη

δοσμένη με ημίφως από άλλα μάτια.

Με τσίμπησαν τα μπρούτζινα μαλλιά της

και από τους πομφούς του σώματός μου

έσταξε κερί.

Μέσα στα λόγια της βρήκα τα δικά μου

χρυσά ειπωμένα μήλα που καταβρόχθησα

περιπλάνηση λυπημένου αγοριού στ’αμάραντα πεδία της.

Βρήκα αυτόν τον μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο

στο πεζοδρόμιο

σ’αυτόν τον κόσμο τιμοκατάλογο

και κατάλαβα πως να ζω με τ’απαραίτητα

συμπόνια, μουσική υπογείου και ένα περίστροφο γεμάτο κάτω απ’τη γλώσσα.

Βρήκα ένα μονόλογο γυναίκας

και έγινα και ‘γώ γυναίκα.

Υ.Γ.1

Δεν υπάρχουν Γλυκά νερά.Μόνο αθάνατα.

View original post

δεύτερη θεωρία των ορμών

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα…

View original post 46 more words

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Σωτηρία Αλωνιστιώτου

Παραλίμνια

Ίσως μία μέρα
να μην είναι ο χρόνος πλέον
μια σημαντική υπόθεση
Να εμπεδώσουμε πόσοι ξοδεύτηκαν αδίκως
σε αναχωρήσεις και επιστροφές
Τι καταδίκη είναι η αιωνιότητα
Γιατί οι κλέφτες οι καλοί
δεν επανέρχονται ποτέ στον τόπο του εγκλήματος
Γιατί στο μεταξύ
η γη κινείται
κάτω από τα πόδια μας
Ώστε είν’ αδύνατον να καταλάβουμε
πώς πέρασε τα σύνορα η ώρα.

*

Απουσιολόγος

Το Φθινόπωρο τελείται υποδειγματικά / Ο κόσμος ένα φύλλο που πέφτει και πέφτει

Αυτοί που αγνοούν τον ίλιγγο της πτώσης
ας μάθουν πόσο κακή μαθήτρια υπήρξα εγώ στην φυσική,
πόσο πολύ παιδεύτηκα να αποφύγω τις συνέπειες μιας όποιας πρόσκρουσης,
τις θεωρίες τις γενικές πως μία κατακόρυφη βολή είν’ όλη κι όλη η ζωή
ίσως κι ένα τελεσίγραφο
πως δεν υπάρχει χρόνος μετά τον χρόνο ενεστώτα
– σαφώς είναι μια έντιμη εκδήλωση
η γνώση των συνεπειών –
όμως ψιλά τα γράμματα
δεν μπλέκω τα φτερά σε συρματόσχοινα
Μου ταχυδρόμησες
– παράπονο δεν έχω –
πάντοτε στον ύπνο.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2017/05/28/%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0fbo9qAbVEAuxpM_k1pIJRNkRRBSqjXd1fr8qzW6hZwseoi3aGlnG8w3U

Γιώργος Γκανέλης, Ποιήματα

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ

Ο στατικός χρόνος που γύρευα μου εμφανίστηκε σε κάτι φοιτητικές φωτογραφίες ξεχασμένες σ’ ένα συρτάρι με βελόνες και κουβαρίστρες:

-Πρωτοετής με τα ψυχολογικά μου τραύματα στο σακίδιο, χωμένος ένα εικοσιτετράωρο στην παραλία του Μυλοπότα. Όταν γύρισα στην Αθήνα, είχα απωλέσει την εφηβεία μου.

-Σε μια συναυλία των Κατσιμίχα στα Γιάννενα, την ώρα που κατέβαζα αλκοολικά φεγγάρια κι η φίλη μου με ξενέρωνε πίνοντας «Ζεστά ποτά».

-Ανασκαλεύοντας παλιές μνήμες μια Κυριακή πρωί στο Μοναστηράκι, μέσα σε παλιατζίδικα και ακούγοντας Καζαντζίδη από έναν πειρατικό σταθμό.

-Ένα απόγευμα του Γενάρη στην προβλήτα του λιμανιού, μετρώντας τα πλοία που αναχωρούσαν για τα νησιά, γεμάτα φορτηγά και φαντάρους. Πάνω μου ο ουρανός έτοιμος να εκσπερματώσει χιόνι και στο βάθος ένας μικροπωλητής που τουρτούριζε.

Τώρα ο χρόνος που μου απομένει δεν αποτυπώνεται σε χαρτί, παρά μόνο στους γκρίζους κροτάφους και στους σοβάδες του δωματίου.

#Από την ενότητα “Αποδόμηση του περιττού’’.

*

ΔΩΜΑΤΙΟ 303

«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνλπιστον οὐκ ἐξευρήσει»
Ηράκλειτος

Έτοιμο να εκραγεί το σύννεφο. Και μετά η φθορά θα εγκατασταθεί στο σώμα. Τρίζουν τα κύματα και τα μαλλιά σου μονίμως ανακατεμένα. Τα πεύκα με συντριπτικά κατάγματα οδηγούνται στο χειρουργείο. Ο μικρός Ιούνης τουφεκίζεται στον κήπο με τις κιμωλίες. Δεν σημειώνεται καμιά απροσδόκητη αντίδραση. Μονάχα μερικά δάχτυλα ψαύουν τον ουρανό. Ο καιρός αίθριος με μικροσκοπικούς ανέμους. Η εξουσία υπερμεγέθης, όπως πάντα. Αν είσαι και λίγο τυχερός θα παρευρεθείς στην κηδεία σου. Ειδάλλως θα σε αποχαιρετίσουν τα δέντρα. Παράγωγο της μοναξιάς ο σπασμένος ορίζοντας.

Πάντως τα ρολόγια διατελούν εν εγρηγόρσει, χαμογελώντας πού και πού. Κι είναι αλήθεια πως τίποτα δεν τελειώνει. Εξακολουθητικά θα φύεται μέσα από τη μήτρα του σύμπαντος. Αρκεί βέβαια να έχει προϋπάρξει.

#Από την ενότητα “Δωμάτιο ξενοδοχείου’’.

*Από τη συλλογή “Ιχνηλάτηση του τέλους”, Εκδόσεις “Στίξις”, 2021.

Γωγώ Λιανού, Τρία ποιήματα

1

Αγαπημένος ήχος είναι ο θόρυβος της σιδερένιας πόρτας,
στο τελευταίο κελί του διαδρόμου
και η κραυγή του φυλακισμένου που απεγνωσμένα
ζητά ένα παράθυρο ελευθερίας.
Η μιζέρια αυτής της στιγμής μου προσφέρει την
ανάγκη να φύγω μακριά από τις σκέψεις μου.
Όμως πώς ένας φυλακισμένος να φύγει απ’ το κελί του;

2

-Και έφυγα. Ίσως όχι για να ξεφύγω από εκείνον,
αλλά για να τον φτάσω όταν είχε ήδη εξαφανιστεί.

-Δεν χρειάστηκες τη βοήθειά τους. Οι φίλοι έγιναν
εχθροί, και το μίσος υποκατάστατο του έρωτα.
-Τα αστέρια όμως πάντα ήταν εκεί.

-Μόνο αυτά πλέον κοιτάζεις εκεί χαμηλά που έχεις
πέσει. Δύσκολα θα καταφέρεις να τα αγγίξεις.
Όμως εσύ είπες πως έφυγες. Και για να φτάσεις εκείνον
έπεσες τόσο χαμηλά.

-Τότε που δεν υπήρχε θεός για να φωνάξεις. Δεν
φοβάμαι τη μοναξιά, γιατί είναι ένας δρόμος
για τη συντροφικότητα.

-Κοίτα για μια τελευταία φορά τα μάτια του, και με
μεγάλη δύναμη κάνε το δικό σου άλμα και ανέβα πάλι
ψηλά.
Εκεί απ’ όπου ήρθες.
Και όταν όλα αυτά γίνουν πραγματικότητα, γύρισε
πίσω σε αυτό το ξεθωριασμένο χαρτί και γράψε τη συνέχεια.

3

Κρατούσα, που λες, τότε -και για αρκετό καιρό- ένα
μεγάλο χαλί.
Να το στρώνω μου λέγανε, σε όποιον σπουδαίο περάσει.
Αλλά απ’ τα χέρια μου δεν μπορούσα να το διώξω.
Ξέρεις εγώ, δεν είδα ποτέ κάποιον σπουδαίο.
Και όλοι φωνάζανε συνεχώς πως έπρεπε να το κάνω.
Έτσι και εγώ θεώρησα σημαντικό να πετάξω το
αναθεματισμένο το χαλί σ’ εκείνους.
Εκείνους που δεν γνωρίζουν τη λέξη «σπουδαίος».

*Από τη συλλογή “κάτι κόκκινο”, Εκδόσεις Ars Poetica, 2015.

E. Pauline Johnson (Tekahionwake), Και εκείνος είπε, «Αγωνίσου» (Tennyson)

Ο Χρόνος και ο Σκοτεινός Αφοπλισμός,
Συμμάχησαν εναντίον μου,
Ενώσαν τις στρατιές τους σε μάχη εμπρός,
Για να λυγίσουν τις δυνάμεις μου·
Κι αν μόνη πολεμώ, ηττηθώ, και σκοτωθώ,
Ανακωχή να διαπραγματευθώ; Όχι εγώ.

Το κάστρο μου πολιορκούν, χτυπούν,
Οι τοίχοι του συντετριμμένοι·
Οι στρατιώτες μου δειλοί, αυτομολούν,
Από μυριάδες βόλια χτυπημένοι·
Ζητούν να υποχωρήσω. Εγώ απαντώ,
«Ελεημοσύνη να δεχτώ; Όχι εγώ.»

Κουρέλια η σημαία μου, μα ξεσχισμένη
Από ψηλά θα κυματίζει εδώ·
Ποτέ απ’ τα λάβαρά τους ηττημένη
Όσο όρθια στέκομαι και πολεμώ.
Φωνάζοντας με μια κραυγή τούς αψηφώ,
«Να παραδοθώ; Όχι εγώ.»

1912

And He Said, «Fight On»

(Tennyson)

Time and its ally, Dark Disarmament,
Have compassed me about,
Have massed their armies, and on battle bent
My forces put to rout;
But though I fight alone, and fall, and die,
Talk terms of Peace? Not I.

They war upon my fortress, and their guns
Are shattering its walls;
My army plays the cowards’ part, and runs,
Pierced by a thousand balls;
They call for my surrender. I reply,
«Give quarter now? Not I.»

They’ve shot my flag to ribbons, but in rents
It floats above the height;
Their ensign shall not crown my battlements
While I can stand and fight.
I fling defiance at them as I cry,
«Capitulate? Not I.»

*Από το E. Pauline Johnson (Tekahionwake), Flint and Feather: The Complete Poems, 7th edn. (1912: Toronto and London: The Musson Book Co., Ltd., 1921)

**Πηγή: Public Domain Poetry – And He Said, «Fight On» by Emily Pauline Johnson.

***Απόδοση: Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

****Η E. Pauline Johnson/ Πολίν Τζόνσον (Tekahionwake; 1861–1913) ήταν δημοφιλής ποιήτρια και περφόρμερ. Ο πατέρας της ήταν φύλαρχος Mohawk, ενός από τα έξι Πρώτα Έθνη των Αυτόχθονων φυλών στον Καναδά, που είχε εκπαιδευτεί ως μεταφραστής από τους ιεραπόστολους και η μητέρα της Αγγλίδα έποικος. Κατά τον εποικισμό Άγγλων και Γάλλων στον Καναδά εφαρμοζόταν υποχρεωτικά η αφομοίωση των Αυτοχθόνων και η άρνηση των εγγενών τους δικαιωμάτων. Η Τζόνσον παρότι έζησε σε μια εποχή θεσμικού ρατσισμού, αγκάλιασε δημόσια τη μεικτή κληρονομιά της σε αναγνώσεις ποίησης και παραστάσεις, φορώντας ινδιάνικη τοπική φορεσιά και μετά βικτοριανά ρούχα. Υιοθέτησε θαρραλέες πολιτικές στάσεις διερευνώντας θέματα αποικιακού στίγματος, στερεοτύπων και ρατσισμού, καθώς και τα δικαιώματα των γυναικών και τις οικονομικές ανισότητες. Ταυτόχρονα έγραψε με πάθος για το περιβάλλον, τις σχέσεις, τις κοινότητες και μια σειρά από άλλα θέματα. Οι παραστάσεις, η ποίηση και η πεζογραφία της Τζόνσον αντιστέκονται στην αφομοίωση και ενθαρρύνουν τη διαπολιτισμική κατανόηση και την αποδοχή της διαφορετικότητας και ισονομίας. Έχει καταχωρηθεί ως Πρόσωπο Εθνικής Ιστορικής Σημασίας στον Καναδά και το πατρικό της σπίτι είναι Εθνικός Ιστορικός Χώρος και μουσείο.
Ποιητικές της συλλογές: The White Wampum (1895), Canadian Born (1903), Flint and Feather (1912), και πεζά: Legends of Vancouver (1911), The Shagganappi (1913), The Moccasin Maker (1913).
Η E. Pauline Johnson πέθανε στις 7 Μαρτίου 1913. Λίγο αφότου της είπαν οι γιατροί ότι η ασθένειά της θα ήταν το τέλος της (καρκίνος του μαστού), έγραψε το παραπάνω ποίημα, με τίτλο ένα στίχο από το ποίημα του Alfred Tennyson “The Revenge: A Ballad of the Fleet” (1880).

*****Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/04/08/e-pauline-johnson/?fbclid=IwAR3N7hqKpGB4h40yYRl4k1hh3pgZteMU1-BSNqhJDmDezBLAYl9BMXmisa4

Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ

Οι γυναίκες,
η μουσική
και το άγιο οινόπνευμα.

*

ΟΜΗΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΡ. 11

Η γραβάτα του Γιεσένιν στο λαιμό μιανού σκύλου
Η σκιά των παιδιών π’ αγαπιούνται μπρος στίς πόρτες
της νύχτας

Ένα φάλτσο ρεφρέν μιας μπάντας αόμματων κουρελήδων
στο σταυροδρόμι
— τζουμ πατρακ μπουμ (ί ι ι ι ί) μπουμ —

Ό κηλεπίδεσμος του φορτοεκφορτωτή
Μια λεκάνη ζεστό νερό για το ποδόλουτρο της πωλήτριας

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

Το καλάσνικωφ του μαχητή της αντίστασης στη Φαλούτζα
Η πέτρα που πετάει στα ελικόπτερα ο 8χρονος παλαιστίνιος

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, εκδ. Πλανόδιον, Ιούνιος 2006.