Αθηνά Αραπάκη, Δύο ποιήματα

Ημέρες Εγκλεισμού
Ημέρα 4η

Θα ξαναβρεθούμε
Σ’ ανθισμένα μπαλκόνια
Ο ήλιος θα δύει
Και θα είμαστε μαζί
Τ’ άδεια καφέ

Θα γεμίσουν χαμόγελα
Και η Πλάκα θα ψιθυρίζει
Τραγούδια μόνο για μας

Θα έρθουν καλύτερες μέρες αγάπη μου
Θ’ ανθίσουν οι αμυγδαλιές
Και το πτώμα του γείτονα
Θα πάψει να μυρίζει

Θα σε ξαναδώ
Όταν όλα τελειώσουν
Και ο κόσμος αλλάξει
Θα ξαναβρεθούμε.

*
Ερωτικόν
Ημέρα 96η

Αν μου ζητήσουν
Να ζωγραφίσω τον έρωτα
Θα φτιάξω
Ένα κλαδί κανέλας
Την ευκαιρία μας που άργησε να έρθει
Και ένα ποτήρι να γίνεται θρύψαλα.

*Από τη συλλογή “Amatum -19: Ημερολόγιο Ποίησης. Μάρτιος 2020 – Δεκέμβριος 2020”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2021.

Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό” (Le Voci de la Luna, 2008). Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Jack Hirschman (1933-2021), Δύο ποιήματα

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Εσύ, που άστραφτες, βροντούσες και τη σημαία
από αίμα και τριαντάφυλλα ανέμιζες,
ζυμωτή του ψωμιού του ποιήματος,
απέθαντε σύντροφε του διθυράμβου
και της ελευθερίας,
εσύ που την αυτοκτονημένη σου ζωή
ωσάν σιδηρουργείο κουβαλάω,
που πρώτος δρασκέλισες τον δρόμο
ετούτου του αιώνα,
άντε, ήσουνα ο πρώτος
που τραγούδησες μέσα από τη φτωχογειτονιά των σκουπιδιών
και τα μόρια τα αλυσοδεμένα
με χιλιάδες χθες,
καθαριστή της σάλτσας της ιστορίας
από το στόμα των τετράπαχων ψεμάτων,
υπηρέτη της επανάστασης,
εσύ που, ανάμεσα στους ανθρώπους, με σφοδρότητα επιτέθηκες
στα κάτωχρα χείλη της απάθειας
και της ουδετερότητας,
όχι σαν άντρακλας δειλός,
όχι σαν όμοιος με εμένα
μα σαν νυγμός και ορμή
μάζας και ενέργειας
αναγγέλλοντας τα πανύψηλα της ανθρωπότητας
τοτέμ τα ελευθερωμένα από την καλύβα,
εσύ ρώσε πιο αμερικανός
παρά άγγλος,
εσύ καταστροφέα του σαββάτου
και ισοπεδωτή κάθε λογής ηλιθιοτήτων
και θρησκευτικών αερολογιών,
έχω τραβήξει τη σφαίρα
τόσες φορές από τον εγκέφαλό σου
που θα μπορούσα με το όνειρό σου
να ταΐσω εκατό ένοπλους αγώνες.

*

ΣΠΙΤΙ

Ο χειμώνας ήρθε.
Στα κατώφλια των σπιτιών, στα σοκάκια, τα σκαλιά
των εκκλησιών,
κάτω από χαρτόνια, κάτω από κουρελιασμένες κουβέρτες
ή, αν τυχεροί, σε τσουβάλια πλαστικά,
έπειτα από άλλη μία ημέρα ταπεινώσεων,
κοιμισμένοι,
ξεπαγιάζοντας,
απομονωμένοι, ξεχωρισμένοι, αδέκαροι,
άνεργοι, αγκομαχώντας, βρόμικη
σάρκα γύρω από κόκαλα παγωμένα,
είμαστε εμείς, είμαστε εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τσιμέντο σκληρό, μαξιλάρι παγερό,
πού φωτιά; πού ποτό;
αναθεματισμένα κουφάρια στα αζήτητα
σύντομα και αν, και ποιον τον ενδιαφέρει;
ρίγη τόσο βαθιά,
τα χέρια μας κλεισμένα τελικά σφιχτά
έπειτα από άλλη μία ημέρα επαιτείας, με τις γλώσσες
κρεμασμένες˙
οι σκύλοι έφαγαν περισσότερο σήμερα, στα πόδια κρεβατιών
κουλουριασμένοι, μπορούνε να ρευτούν, να κλάσουν,
υπάρχουνε νοσοκομεία να τους πάνε,
θα βγουν από τα σπίτια και θα μας μυρίσουν
κάποτε νεκρούς,
περιττώματα διασκορπισμένα εδώ
σε μία πόλη Αμερικανική
που φημίζεται για το φαγητό και τον πολιτισμό της.
Το τσιμέντο ο σκληραγωγημένος μας ιδρώτας,
η γέφυρα το αίμα μας το απέθαντο˙
στο κέντρο, τα φώτα από το Τέντερλοϊν και
το Μπρόντγουεϊ─ τα αιμοσφαίριά μας μεταμορφωμένα
σε διαφημίσεις˙
ο σφυγμός μας ο ήχος τενγκτενγκεντένγκ
των νομισμάτων που σωρεύονται σε ταμεία,
θαλάμους τηλεφωνικούς, αυτόματους πωλητές, τενγκτενγκεντένγκ
παρκόμετρα, φλιπεράκια,
δημόσια αποχωρητήρια, διόδια˙
το δέρμα μας μετατρεμμένο σε χαρτονομίσματα,
κάρτες πλαστικές, τραπεζογραμμάτια, αμπαζούρ
για διοικητικά στελέχη, εφημερίδες,
τουαλέτας χαρτί˙
η καρδιά μας─ το ματωμένο όργανο που το Κράτος
καταβροχθίζει σάμπως νούμερο σε ένα θέαμα
που εξελίχθηκε σε εθνικό τσίρκο των καταραμένων.
Ω δολοφονικό σύστημα των πολεμοφοδίων και των απάνθρωπων δικαιωμάτων
που λεηλάτησες τις τσέπες μας και την αξιοπρέπειά μας,
Ω επιχείρηση του εγκλήματος που μας αποκαλείς εγκληματίες,
τρομοκρατία που διαλαλείς ότι φοβόμαστε,
απληστία που μας εκδιώχνεις από τα μέρη που εμείς οι ίδιοι χτίσαμε,
άθλιοι καπηλευτές του πολέμου που μας καταδικάζετε στη δυστυχία και την δημόσια έκθεση σάμπως μάστιγες κοινωνικές προκειμένου να διατηρήσετε μία ρυπαρή δημοκρατία καθαρή─
αυτή τη φορά δεν θα εξαφανιστούμε
στο κέντρο της πόλης σε γκέτο γειτονιές ή σε νεκροτομεία,
αυτή τη φορά οι αριθμοί μας ανέρχονται σε τάγματα ηνωμένων κραυγών:
Θέλουμε τα άδεια γραφεία που γεμίζουνε σκόνη!
Θέλουμε τους κινηματογράφους από τα μεσάνυχτα ως την αυγή!
Θέλουμε τις εκκλησίες ανοιχτές 24 θεούς τη μέρα!
Εμείς τα χτίσαμε. Μας ανήκουνε. Τα θέλουμε!
Όχι άλλα κατώφλια, σοκάκια με σκουπιδοτενεκέδες,
όχι άλλα νεκροταφεία αυτοκινήτων,
υπόγειες φτωχογειτονιές στους υπονόμους.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
Όχι άλλους σωλήνες με ποντίκια, σπηλιές γεμάτες μπάζα,
όχι άλλο νοτισμένο από τη βροχή χώμα στο στόμα,
εφιάλτες άδειων κάδων ότι τους ρίχνουνε απανωτά σπασμένα τούβλα και σκουπίδια,
κραυγές γυναικών με παραισθήσεις στις πόρτες εισόδου του υπόγειου σιδηροδρόμου,
όχι άλλα παιδιά με δόντια που τρίζουνε θανατερά με πεταμένα παλιόρουχα ντυμένα.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
εμείς οι βετεράνοι των παράλογων πολέμων σας,
εργάτες ρημαγμένοι μέσα στην άνεργη λήθη,
οι νεαροί: δάχτυλα λιανισμένα από την ελεημοσύνη στην Οδό των Πενταροδεκάρων,
οι γερασμένοι: φλέμα από το άρρωστο εταιρικό στήθος των Κερδών.
Αντί για βιασμένο σεβασμό, δουλειές
για να ζήσουμε!
Αντί για εξορία και έξωση σε αυτό,
το σπίτι μας, τη γη μας,
Πατρίδα μία για πάντα
για έναν και για όλους
και όχι ετούτη την κουτσή κραυγή που με το δεκανίκι εκλιπαρεί
σε ένα πεζοδρόμιο βροχερό για να της παρασχεθεί βοήθεια.

*Από την ανθολογία “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Νίκος Σφαμένος, Από τις “Άγιες, Αιματόβρεκτες και Άχρηστες Λέξεις”

XI

ναι ρε
συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι
στα ίδια δωμάτια
δε θα μας βρεις πουθενά
εντωμεταξύ
υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά
πολλά σαββατοκύριακα
πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το
ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα
-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-
πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές
πολλοί εκδοτικοί οίκοι
ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε
ευτυχισμένοι
οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ
θα γράψουμε αυτές τις λέξεις
ένα βράδυ του Οκτώβρη
και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους
κοίτα μας
δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια
εδώ
στις πολύχρωμες πολιτείες μας
εδώ
η ζωή και ο θάνατος μας
χαμογελούν
και ξέρουμε και οι δύο
πως δεν θα συναντηθούμε
ποτέ

Μιλένα Σπανού, Άστρος

Πέρασαν
Τόσα χρόνια
Αζήτητα
Αφήνοντας πίσω τους
Αμελοποίητες
τις προσταγές τους

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://milenaphotopoetry.wordpress.com/2021/08/21/άστρος/

Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Εγώ και ο Χανκ

Ζωγραφιά: “Η αρτίστα” από τα χαμένα του Μπασιάκ

Μπέκρες ήταν οι ηρωίδες του
του δρόμου και του καταγωγίου
μ’ ένα κάρο ιστορίες στη πλάτη
κι εγώ μόλις που ΄χα μπει στο γυμνάσιο
Το μόνο από τότε που ΄χω συγκρατήσει
είναι ο πόθος του για μια γυναίκα
βαθιά πρέπει να την αγάπησε
το διήγημα
είχε ζάρες βαθιές γύρω από τα μάτια, έγραφε
το χαμόγελό της γραμμές εκεί που άπλωνε
κι ήταν τόσο γοητευμένος από τούτα τα στολίδια της
που πήγα στον καθρέφτη
και δίπλωσα το δέρμα μου
εκεί που θα έπρεπε να σπάσει
εκεί που θα έπρεπε να μπουν χαραγματιές
από πόνους, θυμούς και αντηλιά
και από όλα μου τα γέλια
τσαλάκωνα και πάσχιζα να γράψω μια ρυτίδα
να έχει έναν βίο άξιο να διηγηθεί το πρόσωπό μου
μα εκείνο άγραφο χαρτί
λευκό μακό μπλουζάκι
Πώς το φέρανε τα χρόνια
και δεν τον ξαναδιάβασα από τότε
πάει καιρός όμως
που έμαθα πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα
έτσι κάθε που κλείνω χρόνο
και με κοιτάζω
τον θυμάμαι ξανά
Ώστε τα κατάφερα λοιπόν να γίνω
τόσο ελαττωματική
που να χωρώ μες στα γραπτά του.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://akatasta.blogspot.com/2018/08/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR2du7XpTSFeoiP2tXr0tdJSf79nNikKGTzlOOtb7B9CUfPXXEp7RHD2eFM

Τα ποιητικά «ξίφη» των γυναικών του Αφγανιστάν

Η ιστορία της 15χρονης Ζαρμίνα ή αυτή της Μ. είναι κάποια από τα δεκάδες δράματα που έβρισκαν διέξοδο στην παράνομη ομάδα γυναικείας ποίησης «Mirman Baheer», η οποία ενέπνευσε και την παράσταση «Ουρλιάζω» του φετινού προγράμματος της Αβινιόν.

«Η Μ. είχε καταφέρει να βγάλει βίζα και έπρεπε να φύγει από την Καμπούλ για το Παρίσι στις 16 Αυγούστου, για να ξεφύγει από τους Ταλιμπάν. Το αεροπλάνο δεν απογειώθηκε. Κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία με την οικογένειά της. Οχι ολόκληρη. Ενας από τους γιους της δεν πρόλαβε να μπει στο κτίριο. Εμεινε έξω από την πόρτα με τα τρία παιδιά του το ένα, μωρό δύο μηνών. Η Μ. πέρασε άλλη μια νύχτα στην πρεσβεία, σε τρομακτική αβεβαιότητα. Το νερό τελειώνει, η αγωνία αυξάνεται καθώς κυκλοφορούν φήμες ότι μόνο το προσωπικό της πρεσβείας θα απομακρυνθεί… Εδώ και αρκετούς μήνες, η Μ. γνώριζε ότι κινδύνευε η ζωή της και της οικογένειάς της. Πρώτα ήταν αυτοί οι άντρες που ήρθαν να την απειλήσουν στο σπίτι της. Και ύστερα, στα μέσα Μαΐου, δολοφονήθηκαν συγγενείς της που ζούσαν σε άλλη επαρχία, επειδή αρνήθηκαν να δώσουν στους Ταλιμπάν τη διεύθυνση της Μ. και της οικογένειάς της στην Καμπούλ. Ταυτόχρονα, οι Ταλιμπάν επέλαυναν, ανακτώντας την εξουσία από χωριό σε χωριό, από επαρχία σε επαρχία, μέχρι την κατάληψη της αφγανικής πρωτεύουσας την Κυριακή 15 Αυγούστου…».

Η ιστορία της Μ. τελειώνει εκεί για το γαλλικό ειδησεογραφικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπζερβατέρ» που δεν γνωρίζει την τύχη της από την Κυριακή. Γνωρίζει όμως ποια είναι. Δασκάλα και ποιήτρια και βέβαια γυναίκα, «τριπλός στόχος για τους Ταλιμπάν».

Είναι επίσης μία από τις Αφγανές ποιήτριες που δημιούργησαν το 2000 μαζί με την ακτιβίστρια και πολιτικό Σαχίρα Σαρίφ την ομάδα (ή μήπως τον Κύκλο των Χαμένων Ποιητριών;) «Mirman Baheer»: «Αρκετές εκατοντάδες γυναίκες σε όλη τη χώρα, διαφορετικών ηλικιών και γενεών, γυναίκες από τη χειραφετημένη ελίτ ή αναλφάβητες κάτοικοι της υπαίθρου, συμμετείχαν σε αυτή την κρυφή ομάδα. Οποτε μπορούσαν, μαζεύονταν για να διαβάσουν τα ποιήματά τους. Οσες ζούσαν σε πιο μακρινές επαρχίες τηλεφωνούσαν, κρυφά από τις οικογένειές τους, σε άλλα μέλη της ομάδας στην Καμπούλ για να απαγγείλουν βιαστικά στο τηλέφωνο τα “landai” τους».

«Landai», διαβάζουμε, σημαίνει «μικρό δηλητηριώδες φίδι», παραπέμπει όμως και σε μία ποιητική φόρμα στα Παστούν, κάτι σαν αφγανικά χαϊκού, «δηλητηριώδη» στον βαθμό που μεταφέρουν την απογοήτευση, την οργή, τα όνειρα, τις ευχές, τη σιωπηλή αντίσταση των γυναικών που κυρίως εξασκούν αυτή την ποίηση. Τα σύντομα αυτά ποιητικά θραύσματα μπορεί να είναι βίαια, δραματικά, πολιτικά ή και αστεία και ερωτικά, συνήθως αυθόρμητα και αυτοσχέδια και πάντα ανώνυμα. Κυκλοφορούν ως προφορική παράδοση «γιατί οι γυναίκες στο Αφγανιστάν, είτε είναι οι Ταλιμπάν στην εξουσία είτε όχι, ζουν πάντα κάτω από το βάρος των απαγορεύσεων».

«Ποιήματα-ξίφη», τα λέει η Σαρίφ. Ως «σύντομα ποιητικά ξεσπάσματα» τα περιγράφει το «Νουβέλ Ομπζερβατέρ», επισημαίνοντας πως «άνθησαν κατ’ αρχάς στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης των Ταλιμπάν από το 1996 έως το 2001, τότε που Αφγανές είχαν δημιουργήσει πρώτα την ομάδα “Χρυσή Βελόνα”, όταν, με πρόσχημα μαθήματα κεντήματος, μαζεύονταν, κουβέντιαζαν και απήγγελλαν ποιήματα». Μετεξέλιξη της «Χρυσής Βελόνας» ήταν η ομάδα «Mirman Baheer» που έχει ήδη καταγράψει, εκτός από εκατοντάδες «landai», και πολλές τραγικές ιστορίες, όπως την αυτοπυρπόληση και τον θάνατο τελικά της 15χρονης Ζαρμίνα.

Αυτό το νεαρό κορίτσι από το Γκερέσκ, της επαρχίας Χελμάντ, τηλεφωνούσε τακτικά στην ομάδα «Mirman Baheer» για να πει τα «landai» της, «εκφράζοντας αισθήματα απομόνωσης σε στίχους για “το σκοτεινό κλουβί του χωριού της” και την απορία της μπροστά στους νόμους της απόλυτης πατριαρχίας: “Στο Ισλάμ, ο Θεός αγάπησε τον Προφήτη Μωάμεθ. Ζω σε μια κοινωνία όπου η αγάπη είναι έγκλημα. Αν είμαστε μουσουλμάνοι, γιατί είμαστε εχθροί της αγάπης;”»

Μια μέρα, το 2010, η κουνιάδα της την συνέλαβε να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο ερωτικούς στίχους. Βέβαιη ότι η Ζαρμίνα μιλούσε με τον εραστή της, την κατέδωσε στα αδέρφια της που την χτύπησαν ανελέητα και της έσκισαν τα τετράδια με τους στίχους. Δύο εβδομάδες αργότερα, η Ζαρμίνα αυτοπυρπολήθηκε. Τα εγκαύματα κάλυπταν κατά 75% το σώμα της, τα αδέρφια της όμως αρνήθηκαν να τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Η 15χρονη κοπέλα πέθανε μετά από λίγες μέρες.

Η ιστορία της Ζαρμίνα συγκλόνισε τη Δύση όταν το 2012 την αφηγήθηκε λεπτομερώς στους «New York Times» η Αμερικανίδα ποιήτρια και δημοσιογράφος Eliza Griswold. Η ιστορία συγκλόνισε τον Γάλλο σκηνοθέτη Eric Domenicone και την ηθοποιό και κουκλοπαίκτρια Yseult Welschinger που, συγκλονισμένοι επίσης με τον ρόλο που παίζει η ποίηση για αυτές τις γυναίκες, αποφάσισαν να ανεβάσουν μία σχετική παράσταση με τη θεατρική ομάδα «La Soupe». Αρχισαν να συλλέγουν πληροφορίες και έτσι στο πλαίσιο της έρευνάς τους συνάντησαν την Αφγανή πολιτικό και δημοσιογράφο Najiba Sharif, η οποία έχει καταφύγει στη Γαλλία από το 2012. Χάρη σε εκείνη, ήρθαν σε επαφή με ποιήτριες της ομάδας «Mirman Baheer» ‒ και με τη Μ.

«Μιλούσαμε», εξηγεί ο σκηνοθέτης, «μέσω τηλεφώνου: είχαν ένα κινητό τηλέφωνο και μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν κρυφά για να μας υπαγορεύσουν τα ποιήματά τους. Καταγράψαμε αυτές τις συναντήσεις, τα ποιήματά τους και όλα τα ενσωματώσαμε στην παράστασή μας».

Το έργο ανέβηκε το 2019, συνδυάζοντας κείμενα, μουσική και μαριονέτες, με τίτλο «Je hurle» («Ουρλιάζω»), εμπνευσμένο από ένα ποίημα της Ζαρμίνα: «Ούρλιαζα αλλά δεν απαντάς / Μια μέρα θα με ψάξεις και δεν θα είμαι πια σ’ αυτόν τον κόσμο»… Για την πρεμιέρα η θεατρική ομάδα προσκάλεσε τότε στη Γαλλία δύο από τις ποιήτριες της ομάδας «Mirman Baheer» που μπόρεσαν να παραστούν. Η μία ήταν η Μ. που είχε περπατήσει στο Παρίσι χωρίς μαντίλα, για «να νιώσει τον άνεμο στα μαλλιά» της, όπως είχε πει.

Φέτος, το «Je hurle» παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, ελαφρώς παραλλαγμένο για να συμπεριλάβει τη συμφωνία στην Ντόχα μεταξύ Τραμπ και Ταλιμπάν. «Ημασταν στην Αβινιόν ακόμα όταν μάθαμε ότι οι Ταλιμπάν επελαύνουν», λέει στο «Ομπζερβατέρ» ο σκηνοθέτης. Και προσθέτει:
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που ρώτησα μία από αυτές τις ποιήτριες πώς μπορεί να ονειρεύεται την αγάπη όταν είναι τόσο απαγορευμένη. Η απάντησή της ήρθε άμεση και καυστική: “Μα είμαστε άνθρωποι, τι νομίζετε;”».

*Επιμέλεια | Ναταλί Χατζηαντωνίου | Η Εφημερίδα των Συντακτών.

Charles Baudelaire, Δύο μικρά ποιήματα σε πεζό

I

Ο ΞΕΝΟΣ

  • Ποιον αγαπάς, αλήθεια, περισσότερο, μυστηριώδη άνδρα; Πες. Τον πατέρα σου, τη μητέρα σου, την αδελφή ή τον αδελφό σου;
  • Δεν έχω πατέρα, ούτε μητέρα, ούτε αδελφή, ούτε αδελφό.
  • Τους φίλους σου;
  • Τώρα χρησιμοποιείτε μια λέξη της οποίας το νόημα μου είναι άγνωστο μέχρι αυτήν τη μέρα.
  • Την πατρίδα σου;
  • Δεν ξέρω καν σε ποιο γεωγραφικό πλάτος πέφτει.
  • Την ομορφιά;
  • Θέαινα κι αθάνατη, μετά χαράς θα την αγαπούσα.
  • Το χρυσάφι;
  • Το μισώ όσο εσείς μισείτε τον Θεό.
  • Μα τότε, τι, λοιπόν, αγαπάς, παράξενε ξένε;
  • Αγαπάω τα σύννεφα… τα σύννεφα που περνούν… εκεί… εκεί… τα εξαίσια σύννεφα!

*

IV

ΕΝΑΣ ΓΕΛΟΙΟΣ


Ήταν κατά την έκρηξη του νέου έτους: χαος λάσπης και χιονιού, τροχήλατου από μυριάδες άμαξες, στίλβοντας απο πολύχρωμα παιχνίδια και ζαχαρωτά, ξεχειλίζοντας απληστία κι απελπισία, το επίσημο παραλήρημα μιας μητρόπολης σχεδιασμένο για να βασανίζει πρόστυχα τον εγκέφαλο του μοναχικού όσο το δυνατόν περισσότερο. Εν τω μέσω όλης αυτής της χάβρας και της οχλαγωγίας ένας γάιδαρος βιαστικός, στενάζοντας κάτω απο το καμουτσίκι ενός αγροίκου. , ,
Καθώς ο γάιδαρος ετοιμαζόταν να στρίψει στη γωνία ενός δρόμου, ένας γαντοφορεμένος κύριος, λουστραρισμένος, απάνθρωπα γραβατωμένος και φυλακισμένος μέσα στα ολοκαίνουργιά του ρούχα, ξεπετάχτηκε απο το πουθενά, υποκλίθηκς τελετουργικά μπροστά στο ταλαίπωρο ζωντανό και, βγάζοντας το καπέλο του, λέει: «Σας εύχομαι ένα ευτυχισμένο νεο έτος!», εν συνεχεία στράφηκε χαμογελαστός προς το μέρος κι εγώ δεν ξέρω ποιων συντρόφων μ’ έναν αέρα αυταρέσκειας, σαν να τους παρακαλούσε να προσθέσουν κι αυτοί την έγκρισή τους στη δική του ικανοποίηση.
Ο γάιδαρος βέβαια δεν αντιλήφθηκε πού βρισκόταν το αστείο και συνέχισε να τρέχει με ζήλο κατά κει που το καθήκον τον καλούσε. ,
Όσο για μένα, με κατέλαβε ξάφνου ένα κύμα απροσμέτρητης οργής ενάντια σ’ αυτόν τον μνημειώδη ηλίθιο, που μου φάνηκε πως συνόψιζε εντός του το πνεύμα όλης της Γαλλίας.

*Από το βιβλίο “Μικρά ποιήματα σε πεζό”, Εκδόσεις oposito, Αθήνα, Νοέμβρης 2018. Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής.

«Υπερεαλισμός Α΄» [Φεβρουάριος 1938]

«Υπερεαλισμός Α΄» (Εκδόσεις «Γκοβόστης», Αθήνα, χ.χ. [Φεβρουάριος 1938]).
Κείμενα και ποιήματα των André Breton σε απόδοση Ανδρέα Εμπειρίκου, René Crevel σε απόδοση Ορέστη Κανέλλη, Salvador Dalí σε απόδοση Δημήτρη Καραπάνου, Paul Éluard σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, Georges Hugnet και Guy Rosey σε απόδοση Θαλή Ρητορίδη, Benjamin Péret και Gisèle Prassinos σε απόδοση Νίκου Καλαμάρη και Tristan Tzara σε απόδοση Νίκου Εγγονόπουλου. Η πρώτη συλλογική υπερρεαλιστική έκδοση στα ελληνικά.

“Surrealism I” (“Govostis” Editions, Athens, n.d. [February 1938]).

Texts and poems by André Breton in rendition by Andreas Embirikos, René Crevel in rendition by Orestis Kanellis, Salvador Dalí in rendition by Dimitris Karapanos, Paul Éluard in rendition by Odysseas Elytis, Georges Hugnet and Guy Rosey in rendition by Thalis Retoridis, Benjamin Péret and Gisèle Prassinos in rendition by Nikos Kalamaris (Nicolas Calas) and Tristan Tzara in rendition by Nikos Engonopoulos. The first collective surrealist publication in Greek.

Guillaume Apollinaire, Πάντα

Πάντα .
θα προχωράμε δίχως να φτάνουμε πουθενά
Κι από πλανήτη σε πλανήτη

Από νεφέλωμα σε νεφέλωμα
Δον Ζουάν των χιλίων και τριών κομητών
Ακόμη και στη γη προσκολλημένοι
Αναζητώντας μια νέα ισχύ
Παίρνοντας στα σοβαρά όλα τα φαντάσματα.

Και πόσοι κόσμοι χάνονται
Ειδήμονες στη λήθη
Που μας κάνουν να λησμονούμε κάποιο
Απ’ αυτού του κόσμου τα μέρη
Πού είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος στον οποίο όλοι χρωστάμε
Πως μία ήπειρο λησμονήσαμε
Χαμένη
Μα χαμένη στ’ αλήθεια
Ώστε να υπάρξει xcbpos για μία ανακάλυψη
Χαμένη
Η ζωή για την ανεύρεση της Νίκης.

*Από το βιβλίο “Παρασπουδές στη γαλλική ποίηση”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.