Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019), Την αρμονία ζητώ

Την αρμονία ν΄ ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απ΄τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τ΄ άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τ΄ ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.
Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων ν΄ αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απ΄ το κάστρο αυτό να με σηκώσει.

Hlín Leifsdóttir, Mother /Μητέρα

When I was a child
my eyes would wander
through space 
searching for a falling light
my wishing star

I never found it

Now when I look up 
I see an infinity of stars

like holes in the sky

Without oceans
without trees
without birdsong

they still shine

in the endless glittering infertility of space

and I feel as though I am looking into a mirror

I can’t take it

so, I fall to the ground
to embrace you
you that I trampled on my whole life

My mother
all along it was you
who were my wishing star

You were always right here
still holding me with your gravity

“Forgive me, mother,” I cry

But it’s too late
Your oceans are turning to plastic
Your glaciers are melting
Your life forms are going extinct

Your ocean layer torn
like a homeless person’s coat

You are falling
and I don’t want you to fall

Because you are not just my wishing star

you are my wish itself

Μητέρα

Σαν ήμουνα παιδί
τα μάτια μου στο διάστημα
πλανιούνταν
αναζητώντας ένα φως που πέφτει
τ’ αστέρι των ευχών μου

Ποτέ μου δεν το βρήκα

Τώρα ψηλά κοιτώ
και βλέπω των άστρων τον άπειρο αριθμό

σαν τρύπες μοιάζουν στον ουρανό

Δίχως ωκεανούς
και δίχως δέντρα
δίχως κελάηδημα πουλιών

ακόμη λάμπουν

σε σύμπαν άγονο, άπειρο κι αστραφτερό

και νιώθω σαν σε καθρέφτη να κοιτώ

Δεν το αντέχω

στο έδαφος πέφτω
για να σε πάρω αγκαλιά
εσένα που μια ολόκληρη ζωή ποδοπατώ

*

Μητέρα μου

εσύ ’σουν πάντα
τ’ αστέρι των ευχών μου

Ήσουνα πάντοτε εδώ
και με κρατάς ακόμη με τη βαρύτητά σου

«Μάνα, συγχώρα με», φωνάζω

Μα είναι αργά
Οι ωκεανοί σου πλαστικό
Οι παγετώνες λιώνουν
Της ζωής σου οι μορφές χάνονται μία μία

Σκισμένο του όζοντός σου το στρώμα
σαν άστεγου προσώπου το παλτό

Πέφτεις εσύ
μα εγώ την πτώση σου δεν θέλω

Γιατί δεν είσαι μοναχά τ’ αστέρι των ευχών μου

η ίδια μου η ευχή εσύ ’σαι

*Μετάφραση Χαρίτα Μήνη.

Ηρώ Νικοπούλου, Μακάβρια τώρα κοιμούνται τα φυτά

ΜΑΚΑΒΡΙΑ ΤΩΡΑ κοιμούνται τα φυτά
κι οι χτύποι χαμηλόφωνοι ώς την παύση.
νησάκια λέξεις που επιπλέουν
και φως πηγμένο μες στη ζέστη στέρεο.

Ακόμη αναζητώ το ολόκληρο
όταν η άμμος τρυφερά ανασταίνει
κόκκο τον κόκκο σχήματα ονείρων
που δεν χωράει ολόσωμος κανείς.

Να ‘χει ένα όνομα η συγκατάβαση
τόπο να παίζουν τα παιδιά,
ανάμεσα φτερού και σώματος
η γέννηση.

*Από τη συλλογή «Ανέμου», έκδοση «Πλανόδιο», Αθήνα 1999.

Wislawa Szymborska, Δύο ποιήματα

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
Η ώρα για τους μεσόκοπους.

Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
Η ώρα που μας απαρνιέται η γη.
Η ώρα των σταγόνων από σβηαμένα άστρα.
Η ώρα του “τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα”.

Μια άδεια ώρα.
Άχαρη, στείρα.
Απ’ όλες τις ώρες η χειρότερη.

Κανένας δεν είναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
-ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
αν σκοπεύουμε να συνεχίσου με να ζούμε.

ΤΟΠΙΟ

Σ’ ένα τοπίο Παλιού Μάστορα ζωγράφου
Τα δέντρα έχουν ρίζες κάτω απ’ τα λάδια,
Το μονοπάτι αναμφίβολα οδηγεί κάπου
ένα φύλλο από χόρτο θα φτάσει για μιαν υπογραφή
και πραγματικά είναι πέντε η ώρα το απόγεμα
Ο μήνας του Μάη αργοπορεί, απαλά κι όμως σταθερά αταματημένος,
έτσι κι εγώ σταμάτησα – Ω ναι, αγαπητέ μου,
είμαι εγώ η γυναίκα κάτω απ’ το δέντρο της στάχτης.

Σημείωσε, πόσο μακριά πίσω σ’ έχω αφήσει,
πώς φοράω το κίτρινο φόρεμα και το άσπρο καπέλο μου,
πώς είμαι κολλημένη στο καλάθι μου για να μείνω στον πίνακα,
πώς παρελαύνω σε κάποιου άλλου την καλή ευχή
και παίρνω μι’ ανάπαυλα απ’ τα μυστήρια της ζωής.

Αν με φωνάξεις, Δε θα σ’ ακούσω.
Kι αν σ’ ακούσω, δεν μπορώ να γυρίσω.
Κι ακόμα αν πετύχω αυτή την αδύνατη κίνηση,
το πρόσωπό σου ακόμα θα φαινόταν ενός ξένου.

Ξέρω τον κόσμο σε μια ακτίνα από έξι μίλια,
ξέρω βότανα και γητειές για κάθε άρρωστο.
Ο Θεός ακόμα αγρυπνάει πάνω απ’ την κορυφή του κεφαλιού μου. Προσεύχομαι για ένα θάνατο χωρίς βία.
Ο πόλεμος είναι τιμωρία, η ειρήνη ανταμοιβή
Ο διάβολος προκαλεί αισχρά όνειρα.
Η ψυχή μου είναι εκεί σαν μια πέτρα από μήλο.

Δεν μπορώ να παίξω τα παιχνίδια της καρδιάς.
Δεν ξέρω την γύμνια του πατέρα των παιδιών μου.
Ούτε για δευτερόλεπτο υποπτεύομαι
Το Άσμα Ασμάτων να έχει βρώμικα νοήματα
Ό,τι χρειάζεται να πω, το βρίσκω σε ετοιμοπαράδοτες προτάσεις,
δεν χρησιμοποιώ την απόγνωση γιατί δεν είναι δική μου,
μου την εμπιστεύτηκαν μόνο για να διατηρούμαι σώα.
Ακόμα κι αν μου έκοβες το δρόμο,
Ακόμα κι αν ατένιζες βαθιά μες στα μάτια μου
θα σε προσπερνούσα δίπλα σε μιαν άβυσσο
να μας χωρίζει τρίχα.

Στα δεξιά είναι το σπίτι μου που το ξέρω τέλεια,
μ’ όλα τα σκαλίά του και την πόρτα που οδηγεί μέσα του
όπου συμβαίνουν πράγματα που δεν ζωγραφίστηκαν εδώ:
Μια γάτα πηδάει σ’ έναν πάγκο,
ο ήχος λαμποκοπάει σ’ ένα ταίγκινο βάζο,
και στο τραπέζι εκεί κάθεται ένας χοντροκόκαλος άνδρας
που επισκευάζει ένα ρολόι.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Χτες Βράδυ”, τεύχος Σεπτέμβρη 1996.

Τόνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα 

SPLEEN

Ποιος δεν μελαγχολεί
με την αποχώρηση της διέγερσης
Ποιος δεν τεμαχίζει τον ασπόνδυλο χρόνο
σε ενάρξεις και αποχωρισμούς
Ποιος δεν στοιχειώνεται από ένα φάντασμα
μια λάμψη νεκρού αστεριού
μια απουσία
κάτι σκιώδες.

Πανηγυρικός σπαραγμός
να ερωτεύεσαι μια απουσία
η απουσία δεν γεμίζει
παίρνει το σχήμα μιας υπνοβασίας.

Άγιοι από καπνό
παραφυλάνε στο λυκόφως
σαν σκυθρωποί φανoστάτες
αποκαλύπτοντας την ερημιά.
Τι κι αν δεν είναι οι ώρες τιμαλφή.
Τι κι αν δεν είναι η νοσταλγία
επανάληψη
η ηθική μου αγκαλιάζει μόνο
αυτό που με ξοδεύει.
Η ανάλωση είναι το κολασμένο μου San graal.

ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ

Δεν ξέρω γιατί αυτό το δέντρο δεν κάνει σκιά
αλλά μπορώ να ακούσω μουσική
κοιτώντας μια ορισμένη ζωγραφική.
Δεν ξέρω τι είναι χρόνος
αλλά το αύριο είναι πάντα σήμερα
το σήμερα είναι πάντα χθες.
Δεν θυμάμαι τι σκεφτόμουν όταν ήμουν παιδί
αλλά ήμουν χαρούμενη που είχα τόσα να μάθω.
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να φοβάμαι
ύστερα κληρονόμησα μια ζάπλουτη κίσσα
τη φαντασία μου.

Η μνήμη αναδιπλώνεται
είναι ένα λουλούδι από γκοφρέ χαρτί
είναι ένας χάρτης που σβήνει
και οι φλέβες είναι ποτάμια
που δεν επαναλαμβάνονται.

Δεν ξέρω αν οι άλλοι είναι ο παράδεισος
αλλά ο άρχοντας των μυγών
είμαι εγώ.
Δεν θυμάμαι από τι είναι φτιαγμένη η παγίδα
αλλά έγινε η αληθινή ζωή.

Ελένη Βακαλό, Γενεαλογία

Γενεαλογία

Η γιαγιά μου ήταν ένα κοριτσάκι γριά

Το καπέλο της γιαγιάς μου

Την ρώτησα πώς είχε ερωτευτεί για πρώτη πρώτη φορά,

Φορούσα ένα καπέλο
Στο γύρο του λουλούδια
Και πάνω στην κορφή του ένα πουλί
Απ’ το πουλί κρεμόντανε άλλο κλαδί
Και στο κλαδί λουλούδια
Στην άκρη του φωλιά
Καθόνταν στο λαιμό μου
Κι είχε πουλιά και κει

Πετούσαν τα πουλιά

Η άλλη η γιαγιά η μεγάλη που ήταν απ’ το νησί
Είχε πέντε παιδιά αγόρια
Κάθε χρονιά που γύριζαν τα καράβια κι ένα παιδί

Λένε πως είχε ορκιστεί για να ζήσουνε όλα να χάσει όποιο θα ήταν στερνό
Ξέρω πως γίναν οι άλλοι ογδόντα χρονώ
Κι αυτή η παλιά γιαγιά μου κράτησε το ταγμένο σαν πέθανε αγκαλιά
Πως δεν το έκλαψε είπαν, μα δεν ξανακατέβηκε για τα καράβια πια

Μονάχα μια φορά, κι ήταν που αποχαιρέτησε ένα της γιο
Κι αυτός ήτανε ο πατέρας μου
Μικρότερος πριν από το νεκρό

Κι η γιαγιά μου ακόμη έχω να πω, στο τραπέζι κάθισε εκείνη τη μέρα και δε μίλησε για κείνο που το ήξερε πεθαμένο ως να τελειώσουν το φαγητό

Ξόρκι των γυναικών

Το λες από μέσα σου όταν θα νιώσεις, κοιτάζοντας κάτι, αγάπη πολλή,

Ανάβοντας το καντήλι αψήλωσα
Χαμήλωσα φυτεύοντας κεριά

Ευχή στην κοπέλα

Αγκαλιασμένη στον ύπνο να είναι

Έλεγα,

Το φεγγάρι ανεβαίνει τη νύχτα
Μα πίσω απ’ τα βλέφαρα πιο σκοτεινή
Ανεβαίνει ακόμη μια νύχτα

Όταν η μητέρα μου έφτασε στην ηλικία εκείνη που το δέρμα της χωριστά ζούσε ρίγη κι άλλαζε κάθε μέρα −
Τότε ήταν πιο συγκινητική να τη βλέπεις μόλις ωραία
Τότε είναι πιο συγκινητικά και τα τριαντάφυλλα που ο Μάιος τους κήπους γεμίζει−
Ο πατέρας μου περισσότερο δεν μπορούσε πια ν’ αγαπήσει κι έτσι άρχισε να υποφέρει

Το τριαντάφυλλο

Ένα μόνο τριαντάφυλλο
Στολίζει όλο το σπίτι
Και το τριαντάφυλλο αυτό
Το έκοψε εκείνη

*Από τη συλλογή «Γενεαλογία» (1971).
Πηγή: «Ελένη Βακαλό, Το άλλο του πράγματος [Ποίηση 1954-1994]», Νεφέλη 1995.
Πηγή για την εικόνα: https://www.hartismag.gr/
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2021/09/blog-post_18.html?fbclid=IwAR1jv83ty3GmUe_lRE8FteZ36KGDk7m2l1lPdF20_0ne4gQjOXJh0lgVz4c

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Δεν ξέρουν τίποτα
Όσοι δεν έζησαν μονάχοι,
δεν ξέρουν πώς παγώνει η σιωπή,
πώς είναι ν΄ανοίγεις κουβέντα
ολομόναχος να βγαίνεις
στον καθρέφτη αργά τη νύχτα,
διψασμένος για… ψυχές.
Δεν ξέρουν τίποτα

*

ΑΠΛΑ

Αν τελειώσει αυτή μάχη
και δεν ξαναπεινάσω
και δεν ξανακουραστώ
και δεν ξανακατουρήσω
και δεν ξανακοιμηθώ,

πείτε,
απλά:
“Μπαμ
και κάτω!”

*Από το βιβλίο “Ο δρόμος μου είναι πλατεία” (ανθολόγιο ποιημάτων”, Εκδοσεις Βακχικόν, 2017. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας (τα δύο ποιήματα που παρατίθενται εδώ είναι σε δική του μετάφραση)- Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Σοφία Περδίκη, Στεναγμός

Της είχαν μάθει να στρογγυλεύει τις λέξεις.
Να τρίβει την εσωτερική τους πλευρά
γερά με γυαλόχαρτα
ώσπου να φύγουν τα μαύρα τους μελάνια.

Κάθε στοιχείο ζωντανό
έπρεπε να πάψει πια να σπαρταρά
η πιο ανώδυνη έκφραση
ν’ ανέλθει στην επιφάνεια.
Μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα
με καθαρό οινόπνευμα.
Τα άπλωνε στον ήλιο σε σινί
ν’ αποξηρανθούν καλά
το χνούδι τους να αποκτήσει
εκείνη την υφή
την κοινώς αποδεκτή
που όταν ανακατεύεται
με της σιωπής τα γάλα
φουσκώνει αργά μες τα σωθικά.

Της είχαν μάθει να μη λέει πολλά
και πώς να βγάζει εγγαστρίμυθα
τον στεναγμό απ’ το στόμα
σαν νά ΄τανε καπνού τουλύπα.

*Από τη συλλογή «Το αιώνιο αίνιγμα», Εκδόσεις Κίχλη, 2020. Το ζωγραφικό έργο στη φωτογραφία της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκος Πριόβολος, [ Η άμμος στα δάχτυλα ]

Οι μνήμες, οι θύμησες, τ’ ανέμελα καλοκαίρια
όλα όσα είναι καταγεγραμμένα στον σκληρό δίσκο της καρδιάς σου
καθώς οι επάλληλες μέρες προσπαθούν να τις αφαιρέσουν
να καταχωρήσουν εκ νέου στις στιγμές μας φθορά
αμήχανες σιωπές, έναν διάχυτο φόβο
την επίγνωση της συντριπτικής αδυναμίας ν’ αλλάξουμε ό,τι μας αφορά
ν’ αλληλεπιδράσουμε μ’ ό,τι αγαπούμε
το μέλλον π’ ονειρευόμαστε
-δεν το λες λίγο να μην καταθέτεις τα όπλα –
να συνεχίζεις, να μάχεσαι

ακόμη κι αν όλα τ΄ αμμώδη σου κτίσματα τα καταστρέφει και πάλι ο χρόνος
η άμμος ειν΄ ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά σου
τρεις κόκκοι φυτεμένοι στα νύχια

ένα ξεχασμένο φιλί στο λαβωμένο σου μέτωπο

αγάπη μου
επιστρέφουμε πάντα σ΄ ό,τι λατρέψαμε
σ’ ό,τι πιστέψαμε.

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όριο», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Στέλιος Δόδης, Ημιτελής

Άνθρωπος των χιλίων “ναι”
που “όχι” ποτέ δεν είπε
παρά μόνο στον εαυτό του

Άνθρωπος ζωής ημιτελής
και αμελητέας επιρροής
Άνθρωπος αλλογενής που όλα
πίσω τ’ άφησε μα και στην μέση

Μποέμ και οκνηρός
που ‘χει τον πήχη χαμηλά
Άνθρωπος που ζει κρυφά
στην άρρητη του σκέψη
Ζωή κρυφή η πρόστυχη του τέρψη

Άνθρωπος σθεναρός
σε κάθε μοναξιάς εφόρμηση
Φέρελπις στην πιο σκοτεινή στιγμή
Μα την ψυχή του φθείρει
σε κάθε κρίση ασήμαντη και ευτελή

Άνθρωπος που στα χίλια του ελαττώματα
και δύο καλά, ισορροπεί
και την ζωή σιγά σιγά θέλει να αλλάζει

Γεννημένος λέει σε λάθος εποχή
Όμως πολλά λέει.. και πολλές φορές κουράζει..