Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Δεν ξέρουν τίποτα
Όσοι δεν έζησαν μονάχοι,
δεν ξέρουν πώς παγώνει η σιωπή,
πώς είναι ν΄ανοίγεις κουβέντα
ολομόναχος να βγαίνεις
στον καθρέφτη αργά τη νύχτα,
διψασμένος για… ψυχές.
Δεν ξέρουν τίποτα

*

ΑΠΛΑ

Αν τελειώσει αυτή μάχη
και δεν ξαναπεινάσω
και δεν ξανακουραστώ
και δεν ξανακατουρήσω
και δεν ξανακοιμηθώ,

πείτε,
απλά:
“Μπαμ
και κάτω!”

*Από το βιβλίο “Ο δρόμος μου είναι πλατεία” (ανθολόγιο ποιημάτων”, Εκδοσεις Βακχικόν, 2017. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας (τα δύο ποιήματα που παρατίθενται εδώ είναι σε δική του μετάφραση)- Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Σοφία Περδίκη, Στεναγμός

Της είχαν μάθει να στρογγυλεύει τις λέξεις.
Να τρίβει την εσωτερική τους πλευρά
γερά με γυαλόχαρτα
ώσπου να φύγουν τα μαύρα τους μελάνια.

Κάθε στοιχείο ζωντανό
έπρεπε να πάψει πια να σπαρταρά
η πιο ανώδυνη έκφραση
ν’ ανέλθει στην επιφάνεια.
Μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα
με καθαρό οινόπνευμα.
Τα άπλωνε στον ήλιο σε σινί
ν’ αποξηρανθούν καλά
το χνούδι τους να αποκτήσει
εκείνη την υφή
την κοινώς αποδεκτή
που όταν ανακατεύεται
με της σιωπής τα γάλα
φουσκώνει αργά μες τα σωθικά.

Της είχαν μάθει να μη λέει πολλά
και πώς να βγάζει εγγαστρίμυθα
τον στεναγμό απ’ το στόμα
σαν νά ΄τανε καπνού τουλύπα.

*Από τη συλλογή «Το αιώνιο αίνιγμα», Εκδόσεις Κίχλη, 2020. Το ζωγραφικό έργο στη φωτογραφία της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκος Πριόβολος, [ Η άμμος στα δάχτυλα ]

Οι μνήμες, οι θύμησες, τ’ ανέμελα καλοκαίρια
όλα όσα είναι καταγεγραμμένα στον σκληρό δίσκο της καρδιάς σου
καθώς οι επάλληλες μέρες προσπαθούν να τις αφαιρέσουν
να καταχωρήσουν εκ νέου στις στιγμές μας φθορά
αμήχανες σιωπές, έναν διάχυτο φόβο
την επίγνωση της συντριπτικής αδυναμίας ν’ αλλάξουμε ό,τι μας αφορά
ν’ αλληλεπιδράσουμε μ’ ό,τι αγαπούμε
το μέλλον π’ ονειρευόμαστε
-δεν το λες λίγο να μην καταθέτεις τα όπλα –
να συνεχίζεις, να μάχεσαι

ακόμη κι αν όλα τ΄ αμμώδη σου κτίσματα τα καταστρέφει και πάλι ο χρόνος
η άμμος ειν΄ ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά σου
τρεις κόκκοι φυτεμένοι στα νύχια

ένα ξεχασμένο φιλί στο λαβωμένο σου μέτωπο

αγάπη μου
επιστρέφουμε πάντα σ΄ ό,τι λατρέψαμε
σ’ ό,τι πιστέψαμε.

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όριο», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Στέλιος Δόδης, Ημιτελής

Άνθρωπος των χιλίων “ναι”
που “όχι” ποτέ δεν είπε
παρά μόνο στον εαυτό του

Άνθρωπος ζωής ημιτελής
και αμελητέας επιρροής
Άνθρωπος αλλογενής που όλα
πίσω τ’ άφησε μα και στην μέση

Μποέμ και οκνηρός
που ‘χει τον πήχη χαμηλά
Άνθρωπος που ζει κρυφά
στην άρρητη του σκέψη
Ζωή κρυφή η πρόστυχη του τέρψη

Άνθρωπος σθεναρός
σε κάθε μοναξιάς εφόρμηση
Φέρελπις στην πιο σκοτεινή στιγμή
Μα την ψυχή του φθείρει
σε κάθε κρίση ασήμαντη και ευτελή

Άνθρωπος που στα χίλια του ελαττώματα
και δύο καλά, ισορροπεί
και την ζωή σιγά σιγά θέλει να αλλάζει

Γεννημένος λέει σε λάθος εποχή
Όμως πολλά λέει.. και πολλές φορές κουράζει..

Γωγώ Λιανού, από το “Κάτι κόκκινο”

Φώτο: Katia Chauseva

Για μια στιγμή μονάχα,
υπήρξε όλα εκείνα που μίσησε.
Επιτρέποντας σε τρύπια σώματα με κούφιες ψυχές
να τον αγκαλιάζουν.
Συζητώντας μόνο με τα μακρόσυρτα κομμάτια σιωπής
που ήταν καρφιτσωμένα στα δωμάτια.
Ξέχασε πως φώναζε τα ψέμματά του,
γι’ αυτό και τα είπε αλήθειες.
Και έτσι για εκείνον η Ελπίδα δεν ξανάρθε ποτέ.
Τον νου σου και εσύ.
Κυκλοφορούν πολλές αλήθειες ντυμένες με ψέμα
Και κρύβονται πολλά ψέματα σε μια μόνο αλήθεια.
Τον νου σου μια στιγμή μη γίνει αιωνιότητα.

*Από τη συλλογή “Κάτι κόκκινο”, Εκδόσεις Ars Poetica, Φλεβάρης 2015.

Λουκάς Λιάκος, από τη “Φωνή”

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Εσύ μιλάς μονάχα μέσα στη νύχτα. Δεν λες αντίο δεν λες
επιστροφή δεν λες σηκωνόμαστε φεύγουμε. Ούτε η φροντίδα
σου για θάνατο σε κάνει να χάσεις την ψυχραιμία σου την
ώρα που με κοιτάς και λες δεν έμαθα τίποτα: όλα υποχρέωση
βάρος και περηφάνια: απλώς δεν μαθαίνω. Όταν οι άλλοι
προσεύχονται εσύ βρίζοντας βλέπεις το υπόλοιπο της ζωής
μας μα δεν μου απαντάς. Σ’ αρέσει, δε σ’ αρέσει.

*Από τη συλλογή “Φωνή”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019.

Jack Kerouac, 11ο Χορικό

Φάγαμε τα μούτρα μας
Σε κάθε υγρό βρομερό παγερό ύψωμα
Και περάσαμε έξω από κήπους με γαλότσες
Πίσω από τηλέφωνα της ντροπής
Και ξεπροβάλλαμε μες στα λουλούδια
Tnς Πύλης του Παραδείσου
Χορτάσαμε τις κάβλες μας
Ότι θελήσαμε κι ότι ρισκάραμε
Με μακρυμάλλες και καβατζωμένες
Και 78 μεροκάματα στη Ντελ Μόντε κάναμε
Και επιστρέψαμε
Συγκλονισμένοι απ’ το Αιώνιο Φως
Και βολέψαμε τον κολλητό
Και τον παρατήσαμε
στην Τσάιναταουν
Να φυτοζωεί
Να χορταίνει με βραστά σκουπίδια
Και ν’ ανακαλύπτει εντόσθια
Από βρέφη που έχουν γεννήσει Νέγρες
Πάνω στων ταξί τις σχάρες.

*Από τον τόμο Book Of Blues, Penguin Books 1995.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Ελένη Νανοπούλου, Attacks

Έτσι που πετούσε
έβγαινε όλη η υγρασία
πιο αγνώριμη όσο ποτέ
κι ύστερα θέλεις δεν θέλεις
κάτι σαν καύτρα
άρχισαν οι επιθέσεις
ένα πηγαινέλα ο τόπος
Να της μιλάς της νύχτας
δεν ξέρει από πυρετούς
και οδοφράγματα
καμία γλώσσα
δεν είναι έτοιμη
για όλα
η παιδική μας ηλικία
μας περικυκλώνει
όπως ένας βουβός αποχαιρετισμός
οι επιθέσεις
κι ο λευκός καπνός τους
άσπρισα και εγώ
κι ούτε μια οδομαχία δεν έζησα
ο δικός μου άγιος
έφυγε νωρίς
λιανίστηκα
Ω!! Βιγκό
Βιγκό!!

*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα

χόρτα

Σε φωτεινό χωράφι ξάπλωσε
πρόθυμη λύγισε η χλόη
αψίδες οι μνήμες, υγρές ζελατίνες.

Μικρό παιδί καμάρωνε φωλιές
και δήλωνε: “Μηχανικός σπουργιτιών”.
Χόρτα και λάσπη ο κόσμος.

*

σιωπητήριο

Όποιος κι είναι εδώ ξεχωριστός
ας κάνει ένα βήμα πίσω – συρτά πιο πίσω-
κι ας αντικρύσει απ’ άλλη θέση, διάφανη
τους θαραλέους του απάνω κόσμου.

*

εγερτήριο

Κάθε πρωί το εκτελεστικό
ετοιμάζουνε απόσπασμα,
μα μετανιώνουν, πίσω μας γυρίζουν.
Συγκρατούμενοι
δεχόμαστε δολοφονίες νέων
δίχως καθρέπτη και σκοινί
δίχως παράθυρα
δίχως μολύβι και χαρτί.
Συγκρατούμενοι
την εποχή μας δεχόμαστε.

*Από τη συλλογή “Αντικριστά”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2021.

Tamistas Mhnymal, στίχοι

Φώτο: Francisco Mata, Neoliberalism (1998)

νύχτα
μας επισκέφθηκαν
τρωάδες συν φορβάδες
γοερές πλην πα
γερές

μέγιστος ο ανατολ
ικός πέτρωνε στο ταβάνι
πλήθη αυτοεξοντώνονταν
χοχλάζαν οι κλ
ιβάνοι

μία σκιά
σηκώνονταν να πάει
να πιει νερό

ήπιε μαθές
σαρκώνονταν εν τόπω
χλοερώ νεράκι
χλιαρό

ήπιε
και φαρμακώθηκε
κι έσκουξε να
με πνίξει

:
άνθρωπε
φαλλόμορφε
σκύλε απελεύθερε
κράμα σπαραγ
μένο