Η Σάλουα είναι πέντε ετών. Κι όμως ζυγίζει τριάμισι κιλά. Με τα μεγάλα μάτια της λούζει με εμπιστοσύνη το μητρικό πρόσωπο, πασχίζοντας να τραφεί, γουλιά γουλιά, με κάτι που μοιάζει με χυμό σε χάρτινο κουτί. Η Σάλουα είναι μόλις πέντε ετών. Και ζει (ή πεθαίνει) κάθε μέρα στην Υεμένη μαζί με εκατομμύρια παιδιά. Στις οστεώδεις πλάτες της παχύδερμοι γύπες παζαρεύουν συμφέροντα μετρώντας τις αντοχές της κι εγώ, εξ αποστάσεως εφήμερη μάρτυρας μιας μόνο στιγμής από τη σύντομη ζωή της. Η Σάλουα είναι μόλις πέντε ετών και κανείς δεν ξέρει αν θα γίνει ποτέ έξι.
*Από την ποιητική συλλογή «Μεθεόρτια Έθιμα», Eκδόσεις «24γράμματα», 2020.
κάθεται κουρασμένη, με το χυμό, το κρύο σάντουιτς, με το τσαλακωμένο το σακάκι της.
Το σαράκι της, τα ταξίδια που δεν πήγε. Κι, όμως, εδώ, είδε πολλά: τον Πολύφημο (στο διπλανό κρεβάτι] να της κλείνει το μάτι. Τον Ελπήνορα. Του θαλάμου τα σύνορα να διαστέλλονται σε σύμπαν. Ήταν τ’ άσπρα σεντόνια γαλαξίες, οι μάσκες οξυγόνου δορυφόροι. Και κάθε νοσοκόμα η κόρη που δεν έκανε ποτέ. Προχτές, καθώς το αίμα της περνούσε απ’ το μηχάνημα, ράθυμα, είδε μια χώρα φτιαγμένη από πλαστελίνη, που πλάθεις τη γαλήνη, όπου, όπως, κι όσο θες εσύ.
Στο μεταξύ, ήρθε να την πάρει το ταξί. Πάει και σήμερα -Αμήν.
*
Ώστε φτάσαμε εδώ
να έχεις χάσει τα λογικά σου. Να μη μ’ αναγνωρίζεις, τον τοίχο μελετάς – ποιος ξέρει τι κοιτάς. Ακίνητος στην επιφάνεια, μα δε με ξεγελάς. Σε βλέπω που γυρίζεις γύρω από τον άξονά σου – μακρόστενη σβούρα δίχως ηρεμία. «Παρακαλώ ησυχία», γράφει στην είσοδο, λες και το δωμάτιο σε ειρωνεύεται. Μα κανείς δεν φαίνεται να γελά. Εσύ, συγχυτικός και μπερδεμένος, και (δυστυχώς, το νιώθω) φοβισμένος, συνεχίζεις την περιστροφή. Και ξέρω πως κάποια στιγμή, η φυγόκεντρος μακριά θα σε πετάξει, κι όποιος σε ψάξει δε θα σε βρει.
*Από τη συλλογή “2017”, Εκδόσεις Κύφαντα, Δεκέμβριος 2019.
Τα φλυτζανάκια του καφέ στέκονται δύο δύο πάνω στο μεταλλικό τραπεζάκι του καφενείου Στέκονται στη θέση τους σαν βαριεστημένα ενώ μόνη η άχνα του ζεστού ροφήματος δείχνει λίγη ζωντάνια προτού οι αδύναμοι υδρατμοί του διαλυθούν μέσα στην φθινοπωρινή δροσιά
Μετά τίποτα παρά η επαρχιακή ησυχία με τις αδιευκρίνιστες προσμονές όλων μας να χοροστατούν Συμφωνούμε όμως μεταξύ μας ότι πρόκειται για ένα πολύ ήσυχο απόγευμα που λες ότι είναι αδύνατον να γίνει οτιδήποτε
Ρουφάμε λοιπόν με μικρές γουλιές την εφικτή αυτή ευχαρίστηση αλλιώς η απόγνωση θερίζει Σάμπως και να παρηγορούμε προσώρας έτσι σχεδόν βουβά χωρίς πολλές κουβέντες τα εναπομείναντα όνειρα
Σκοτείνιασε παίρνεις το στυλό να γράψεις άπειρες σκέψεις γυρνάνε στο μυαλό σου μα τι να γράψεις τι και για ποιόν σ΄ αυτό το Βατερλώ του ανθρώπινου είδους που ζούμε λίγοι σκέφτονται για το σύνολο για μια αλλαγή ριζική της υπάρχουσας κατάστασης οι πολλοί ενδιαφέρονται και κυνηγάνε την προσωπική τους βολή απλά και σκέτα την επιβίωση και την καλοπέραση τι να γράψεις αλήθεια και για ποιόν μια μικρή μειοψηφία αγωνίζεται, παλεύει και είναι η μόνη ελπίδα.
αλλοδαπός μέσα στην ίδια τη γλώσσα μου μ’ έφεση στα πανικόληκτα κι οριοβάτης φτυαρίζω αβύσσους φτιάχνω λεξικάγκελα
οι προθανάτιες προσευχές πρήζονται η γλώσσα με δαγκώνει όμως δεν αλλάζω φρίκη δεν αλλάζω Τραϊανό
¬ 05
παράπονο ανδριάντα
καιρό τώρα χαμένο το δικαίωμα να σπάσω ή να κλάψω έστω στην αστραπή ασήκωτή μου απραξία διάφανη να τρομάξω τις κουτσουλιές απ’ τα μαλλιά μου περιμένω τον χειμώνα να πλυθώ καρφωμένος εδώ καλά σαλιωμένο γραμματόσημο η ελευθερία πέτρωσε έχω ξεχάσει πια τη λήθη τα περιστέρια βαρίδια ο ρυθμός των φύλλων υπνωτικό Κράμπες στο βλέμμα μου ποιος διάολος μου φράκαρε την κλεψύδρα;
*Από τη συλλογή “Οριοβάτης”, Εκδόσεις Αρμίδα, Φεβρουάριος 2021.
Να λησονήσεις τον κόσμο, να λησμονήσεις λένε λογής – λογής μαυροπούλια μαζώχτηκαν στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα του συνόρου, να λησμονήσεις, όλους τους κακοθάνατους, εκείνους που τους θέρισαν τα βόλια εδώ, τους έκλαψαν οι ράχες στο Γράμμο και στη Μουργκάνα και τους θαλασσοπνιγμένους ν’ αστοχήσεις, ακούς; Πάνε αυτοί διάβηκαν. Κι αυτούς που τους κατάπιαν τα ρέματα στο έβγα του χειμώνα και τους φαρμακωμένους στο έμπα του καλοκαιριού κι όσους ένιωσαν το μαχαίρι στο λαιμό, για το χατίρι τους έβαψε η παπαρούνα τον κάμπο κόκκινο. Μυρίζει παραπόνεση ο αέρας στη Βελούνα, στο Σμόλικα και στη Χιονίστρα κανακεύουν σερπετά, να λησμονήσεις τον κόσμο λένε τα πουλιά, λαλιά ανθρώπινη΄ κι εκείνους που τους έκλαψαν, όλους, τώρα σημαδεύει τα νηστεμένα χείλη η ζωή, προλαβαίνεις, ένας κοκκινολαίμης στο φράχτη ο σταχτωμένος χρόνος στο κλειδωμένο συρτάρι το τσίπουρο σε Γιαννιώτικο ασημένιο παγούρι.
Παρελαύνουν στο συρματόσκοινο οι σταγόνες, από το πρωί απαγγέλει μοιρολόγια η βροχή στη στέγη αριστερά σου σκεβρωμένες σανίδες η παλιά πόρτα με το μπρούτζινο μάνταλο ξεσαρκωμένο απ’ το ξύλο φωνή της Μοίρας ήρεμη και μετρημένη, στάζει ο καιρός, τα σταφύλια μελωμένα στην κληματαριά τ’ άνανθα αγριόχορτα στις ρωγμές του τοίχου. Συκοφαντημένη η αγάπη όπως την δείχνουν τα ενθύμια στο περβάζι με τα ξεχασμένα τρόπαια, γανωμένα χαλκώματα, χάντρες και χαϊμαλιά και το δρεπάνι στο χρυσωμένο γιασεμί. Σε μια ζαρωματιά της έρημης αυλής κουρέλια η ομίχλη, η μνήμη αλάτι κι εσύ φταίχτης να θυμάσαι, να διψάς να σωπαίνεις, πλαντάζει η περηφάνια στα μάτια την ώρα που δαγκώνεις το αχ και το παράπονο στα χείλη.
Μια μόνο αχτίδα διαπερνά τις φυλλωσιές, πρώτα στην πέτρινη σκάλα και μετά λοξά στο χρωματιστό γυαλί κίτρινο και βαθύ πορτοκαλί ως τη σκουριά φωτίζει το κλειδί, αντιστέκεσαι στην παρόρμηση, λιτανεύοντας ονόματα κοιτάζεις ξανά και ξανά τα χέρια, τα χέρια σου τρέμουν, νοτίζουν οι γραμμές, στη μοσχοβολιά της κουμαριάς θα σταθούν φιλήδονα τα ρουθούνια, επίμονα, ενάρετη σκέψη η αγάπη, «αγάπη μου…» Ανασταίνεις το βαθύ σκοτάδι, φέγγει μέσα σου, κλαις, τρέμουν οι σταγόνες της βροχής αυτές που παρελαύνουν στο συρματόσκοινο πριν την πτώση.
Αμήχανα μετράς τα κέρματα στην τσέπη μπορεί για τρίτη ή και τέταρτη φορά χωρίς λόγο, υπόκωφος μεταλλικός ήχος, αδιέξοδα βλέμματα το πέρασμα του ποταμού στο σύνορο κι εσύ στο σύνορο, περιμένεις, δικαιώνεσαι, απελπίζεσαι, σ’ έναν άλλο κόσμο θαρρείς ζητάς μια θέση πριν μετοικήσουν τα όνειρα πριν η πατρώα γη κλείσει στα σπλάχνα της μαζί μ’ εσένα όλες τις δικές σου περασμένες γενιές προετοιμασμένη καθώς ξέρει και προορισμένη να βολεύει και την απώλεια την ίδια ώρα που ακόμη και αυτός ο θάνατος πεθυμιά αιώνια της γης έρχεται να δώσει καινούριο νόημα στις μέρες σου.
Τον φόβο σου τον νέρωσαν τα πρωτοβρόχια, αλάργεψε με το κιρκινέζι και το βοριά στις αγριομολόχες πέρα απ’ τα σκιάχτρα τον νίκησε η απουσία στην αυλή σου, μηλιά μετανάστρια δοξάζει πρώτη φορά με ώριμους καρπούς την ίδια ελπίδα, χειρονομία προσδοκίας η αφή, αύριο στα μήλα, ένα ξημέρωμα πριν την παρακμή, μίλα μου, εκεί που ραγίζει γυάλινο το σύνορο στο ποτάμι εκεί που τα άδεια σπίτια σημαδεύουν την καρδιά εκεί που και οι άγγελοι έχουν πάθη, τα πάθη σου, όταν το κλαρίνο ηχεί μέσα σου, μίλα μου, όταν σε μια στροφή του χορού λυγίζοντας το σώμα αγγίζεις την κόψη τής αλήθειας στην υγρή φλούδα, στο χώμα οι άχραντες σκιές, αυτές που φυλάνε τον ύπνο σου. Κιτρινίζουν οι φτέρες στο λόγγο, βαράει ο Αχέροντας το ντέφι εκεί που όλοι έχουν ξεχάσει, μόνο εσύ, θυμάσαι ελευθερωμένος από αχρείαστες υποσχέσεις χαμογελάς, ο κόσμος αλλάζει, μίλα μου, στα ιερά κλαδιά της ιτιάς κρεμάστηκε η προφητεία των άστρων στη νερομάνα καινούριο τρέχει πάνω στο πράσινο φύλλο, φλύαρο το παμπάλαιο νερό. Διψάς, διψώ, μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού όταν μοιράζεται αλειτούργητο το πρόσφορο του έρωτα και γίνεται ζωή η αμαρτία, τότε, αύριο έλα, πριν αποδημήσουν οι λέξεις, χάρισέ μου μια γωνιά από την μέσα πατρίδα αυτή που φυλάς στον κόρφο, έλα στην κόψη του καιρού με μια σταγόνα και σώσε με…
Αύριο, εν ονόματι της αγάπης Φιλιάτες, Σεπτέμβρης του 2020
Ο ύπνος με φωτογραφίζει χρόνια τώρα. τα πολλαπλά μου αρνητικά συγκρίνει κάθε βράδι προετοιμάζει τα υγρά στο σκοτεινό του θάλαμο και περιμένει. Το ρεύμα των πραγμάτων Η πόλη έρημη κι οι πύλες ανοιχτές. Μια νύχτα ακόμη απομακρύνεται μέσα σε σκόνη από ήχους. Ήχους μετάλλων που εργάστηκαν για το κακό. Το σώμα σκοτεινιάζει και τινάζεται σα να το χτύπησε το ρεύμα των πραγμάτων που έχουν φύγει. Το χιόνι που ήξερα Χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα βλέπω ξανά, στον κόκκινο ουρανό της Αλβανίας λυπητερά τραγούδια να χιονίζουν τους μεθυσμένους στα αρχαία πανδοχεία. Ο λυπημένος μέσα μου Κι αν ήτανε ακόμη δυνατόν στην κάθε αλήθεια που θα πω να κρύβεται μια ολόκληρη αλήθεια ο λυπημένος μέσα μου θα προτιμούσε δυο φορές το ψέμμα. Γιαυτό, κουρντίζω το μυαλό μου στα ψηλά στο φτωχικό κοτέτσι της πατρίδας μου, ας πούμε για να ξυπνάει ο διάβολος γλυκά αφού είν’ αυτός που τον φυλά τον κήπο με τα τριανταφυλλάκια. Η εξουσία μου Η εξουσία μου είναι αυτή. Οι λέξεις μόνο και η μνήμη. Την εξασκώ όσο μπορώ καλύτερα. Κομψά και μαύρα και μυθικά θηρία με συντρέχουν κλείνοντας πίσω μου μια-μια όλες τις πόρτες.
*
Έξω απ’ την πόρτα μου γλυστράει η Ιστορία μ’ όλα της τα συμπράγκαλα.
*
Η ψυχή μου αυτή η συνηθυσμένη κότα τα καταφέρνει που και που. Ξεχνάει τον κατοικίδιο προορισμό και γίνεται ξανά το αρχαίο πετεινό του σκότους. Μπαλάντα Νοιώθω να μ’ αγαπούν. Κάπου μακρυά σε κάποια λεωφόρο του Ατλαντικού ώρα μεσημεριού άνθρωποι άγνωστοι πάνω σε φορτηγά που απομακρύνονται χωρίς σαφή προορισμό. Στα κοντινά προάστια χτυπούν οι τέντες και φυσά ο πάγος μες στο χρόνο. Κάποιος γνωστός μου ανησυχεί μα εγώ το νοιώθω, μ’ αγαπούν, άνθρωποι άσχετοι- μάλλον παιδιά που απομακρύνονται μέσα σε μακρυές ουρές σκοτάδι.