Ειρηναίος Μαράκης, Αντιθέσεις

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης (Χανιά, 25/10/2021)

Οι Ρομά που κάθε 28η Οκτωβρίου
πουλάνε τις σημαίες για την παρέλαση
δολοφονούνται από τους πατριώτες
γιατί είναι βρώμικοι και τεμπέληδες.
Αλλά κανένας πατριώτης, αδερφέ μου,
δε θα έβγαινε στο δρόμο
να πουλήσει τις σημαίες.
Έτσι κι αλλιώς, τέτοιες δουλειές
είναι για τους γύφτους.

Λίνα Βαταντζή, Φωνή συλλογική

Φώτο: Έργο του Robert Burns

Άπτερη κι εγώ
θνητή πάνω στη γη
σκιάζω το πρόσωπο,
υπότασσω την καρδιά.

Εσείς ποιητές

δημιουργοί προνομιούχοι
φορέστε τον μανδύα
και επιδέξια μιλήστε

για το χρέος
για όνειρα
για εμάς –
κοινή η ψυχή.

Αλέξης Τραϊανός, Δεν έμεινε κανείς

Θα τη θυμάμαι αυτή την πολιτεία
Με τα τελειωμένα πρόσωπα στη σειρά
Εκεί που και το δικό σου πρόσωπο τέλειωνε
Ανάμεσα σε παραλλαγές σπιτιών σύνολα λουλουδιών
Καθώς χτυπούσε δυο κίτρινα φτερά το καλοκαίρι
Πάνω απ’ τη βρεμένη εξουσία άλλων χρωμάτων
Το φθινόπωρο ύστερα από κάθε καλοκαίρι
Νεκρά έντομα και συλημένες ήσυχες ακρογιαλιές
Σκύβοντας κι ακούγοντας μόνον την καρδιά τους
Δίχως κανέναν
Δεν έμεινε κανείς μέσα στην πέτρινη καρδιά
Αυτής της αδέσποτης πολιτείας που τόσο περπάτησα
Τις αναμνήσεις της τα άσπρα της άδεια της σπίτια
Με τις παλιές κάμαρες γεμάτες ανθισμένα γυαλιά
Με τις παλιές κάμαρες γυρισμένες κατά το νοτιά
Μέσα στον πυρετό που ολοένα ανεβαίνει
Γυμνώνοντας τα πουλιά
Στην πιο έντονη μουσική των χρωμάτων
Χέρια άδεια σα λυμένα μαλλιά
Δικά σου
Ορθωμένα σαν προαιώνια θλίψη μες στο άφεγγο ψύχος
Που περιμένουν το τίποτα
Την αυγή ή τη νύχτα τόσα χρόνια
Δεν έμεινε κανείς
Όλοι παίζουν το ρόλο τους
Χωμένοι πίσω από μιαν εφημερίδα γυαλιά
Άδεια επαγγέλματα ασχολίες ελεεινές
Δεν έμεινε κανείς μέσα σ’ αυτή την πολιτεία
Μόνοι εσύ κι εγώ εγώ κι εσύ
Θα ’μαστε τ’ αγάλματα μες στον ακίνητο χρόνο
Που τρώνε το κενό και υφίστανται

*Από τη συλλογή “Φύλακας ερειπίων”, Εκδόσεις Πλέθρον.

Εύη Χρόνη, Δύο ποιήματα

-0-
ΟΙ ΟΡΚΟΙ

όταν τα αγκάθια στα πόδια μου κοιμούνται εγω γλιστράω και πάω να βρω νερό

η απόσταση συνήθως είναι πάντα μεγάλη και η τοποθεσία αμφίβολη

κι όταν με τσακίζει η κούραση σκέφτομαι εσένα και μου σκίζεις ένα χαμόγελο ευθεία στη μούρη

επαναλαμβάνω τους όρκους μου
να γλιστράς
να φλέγεσαι
να σκίζεις τον πάγο
στους μηρούς έχω μέλι να γλείφουν τα σκυλιά
η θλίψη μου γυαλίζει στον ήλιο

ακονίζει τα μαχαίρια της κουζίνας
σκαρώνει μυρμηγκοφωλιές κι εγώ τραμπαλίζομαι

πέφτω

χτυπώ

πέτα χέρια πόδια κύματα

γίναμε μπόρα

*

-7-
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΝΕΙ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

πώς ξεχνάμε;
πώς μπορούμε να ξεχάσουμε άμα θέλουμε;

ρώτησε το μικρό κορίτσι που δεν είχε τίποτα να ξεχάσει στον κόσμο γιατί δεν είχε χάσει ακόμα ούτε ένα από τα δόντια της ούτε το σκυλάκι της είχε προλάβει να πεθάνει
ούτε τίποτε
και επειδή δεν ήξεραν τι να της απαντήσουν της είπαν

κοίτα
δες τι όμορφα που δύει ο ήλιος
κάνει βουτιά στη θάλασσα

κι εκείνη γέλασε
και ζήτησε να φάει παγωτό βανίλια
και καθώς κοιτούσε τη θάλασσα να γεννάει απέραντο
την έπιασε θλίψη και ξέχασε το παγωτό

*Από τη συλλογή “Μήτρα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Σωτήρης Παστάκας, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΔΩΡΟ

Αυτό το καραφάκι το έφερε ο Κώστας
από την άλλη άκρη της πόλης. Μέρα
με βροχή και το κρατούσε σφιχτά πάνω του,
μέσα από το σακάκι και πήρε ταξί τελικά,
μην τον σκουντήσουν και το σπάσει.
Μιας απαράμιλλης φιλίας το κοινότατο
τέλος, θα υπενθύμιζε αργότερα·
αν και δεν το υποψιαζόταν κανείς,
ούτε κι αυτός ο ίδιος υποθέτω,
όταν στάθηκε στο κεφαλόσκαλο κι αποχαιρέτησε,
με ένα κομματάκι ζιλοτέιπ από το πρόχειρο
περιτύλιγμα, μεταξύ μέσου και παράμεσου
στο αριστερό του χέρι.

*

ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Οι άλλοι κιόλας ψάχνονται, σακάκι
και παλτό, πακέτο με τσιγάρα,
διότι στην οθόνη πια προβάλλεται
η ανθρωπιά του φιλμ: επίθετα
κι ονόματα λευκά ντυμένα ενάντια
στο μαύρο που τα πνίγει, στρατιωτάκια
όμορφα σε άψογη παράταξη το ένα
με το άλλο, γενναία παρελαύνουν.
Όρθιος κι εγώ σε στάση προσοχής
απονέμω τιμές σε όλους αυτούς
τους επώνυμους που ανώνυμοι θα πέσουν.
Ποιος να θυμάται άραγε σε καναδυό
ωρίτσες την’Ελσα και τον Θόδωρο,
τη Γιάννα και τον’Εντσο;

*Από το βιβλίο “Η μάθηση της αναπνοής … σε τρεις κινήσεις”, Εκδόσεις Μελάνι, 2006.

Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι γυμνασίου

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.

Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

Τέος Σαλαπασίδης, Δύο ποιήματα

Παιδικό τραίνο

Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο έδειξε.
Ζεις, πεθαίνεις: Έχεις μια στιγμή.
Ο καθένας είναι μια στιγμή κι όλα τ’ άλλα είναι νύκτα.
Κι όταν έρθει το τέλος ανάβεις τσιγάρο (προς θεού! όχι γράμματα).

Αν όμως φοβάσαι διά την πολύτιμον υγείαν σου
Φεύγεις
Και υγείαν έχεις
Υγείαν ποθών και δια ημάς. (Ταύτα
και γράμματα γνωρίζω…) Τι κακό!

Έτυχε όλοι να είσθε εγγράμματοι.

*

Έπειτα πέρασαν όλα.
Έπειτα τα ξεπούλησε όλα στη Γερμανία.
Υπάρχουν ακόμα δυο ή τρεις που τον θυμούνται.
Είναι οι επαγγελματίες της μνήμης και των άλλων συναναστροφών.

Σας έλεγα: προσοχή!
(Είναι αλήθεια πως είπα να προσέχετε και μένα τον ίδιο)
Το σπίτι του είναι ταριχευμένο -προσοχή!

Έπειτα πέρασαν όλα
Ο Έρωτας τον κυνήγησε ακριβώς
Με ύφος αστυφύλακος που κυνηγά μικροπωλητές

Εσείς όμως κάνατε καριέρα τότε δεν αντιληφθήκατε τίποτε.

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

ΠΩΣ ΗΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Θαυμάζω
δυσκολεύομαι να το πιστέψω
πώς γίνεται
μόλις ηχήσει από το στόμα μου
και το πιο άκυρο
πιο λάθος
πιο ζαβό
αμέσως πως γίνεται
σωστό

*

Η ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

“Peace brothers!”, είπε
“ας τα ξεχάσουμε καλύτερα
κάτι μου κάνατε…
κάτι σας έκανα…
παρεξηγήσεις τώρα…”

Κι έτσι έγινε η τρίτη η καλύτερη,
η τελική
Παρουσία.

*Από το βιβλιαράκι “τί αγνοεί ο ποιητής”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Χ.Π. Σοφίας, Πέταγμα

Το πέταγμα σε μια στιγμή
Ενός τοξότη με ανεμώνες

Σε αόρατων ιππέων
Οι σπόνδυλοι της ηχούς

Οι αμμουδιές οι λησμονημένες
Από τα βρεγμένα χείλη της ποίησης

Τα ακατανόητα πουλιά
Παιγμένα στα ζάρια του παρισινού καφενείου

Μιας γυναικός το βύθισμα
Στο λυρικό κύμα του προφήτη

Ουράνια έκταση μελλούμενη προσφορά
Των ντόπιων εικόνων η μέθη

*Από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/07/blog-post.html