Για την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη «Οι επόμενοι εμείς» (εκδ. Στιγμός)

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου*

Συζητώντας την ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα προσπαθώ πάντα να μην την προσεγγίσω καθ’ εαυτή αλλά να την τοποθετήσω σε ένα διεθνές πλαίσιο κι ένα πεδίο όπου συναντιέται με άλλες τέχνες. Θα προτείνω λοιπόν μια ερμηνευτική προσέγγιση που αντιμετωπίζει το Οι Επόμενοι Εμείς σαν ποιητική καντάτα. Γράφοντας πριν από πέντε χρόνια για τις τεχνοτροπίες της ποιητικής γενιάς του 2000 παρατήρησα πως συχνά τα βιβλία της αποτελούν όχι συλλογές αυτοτελών ποιημάτων αλλά ολόκληρες πολυφωνικές συνθέσεις που θυμίζουν το φιλόδοξο μουσικό είδος της καντάτας. Είχα αναφέρει ως παραδείγματα βιβλία όπως τα εξής: Βασίλη Αμανατίδη: μ-otherpoem (2014), Φοίβης Γιαννίση: Τέττιξ (2012), Θάνου Γώγου: Γλασκώβη (2104), Κατερίνας Ηλιοπούλου: Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (2015), Λένιας Ζαφειροπούλου: Paternoster Square (2012), Κωνσταντίνας Κορρυβάντη: Μυθογονία (2015), Μιχάλης Παπαντωνόπουλου: Βόλια (2015), Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου: Είναι (2015), Σταμάτη Πολενάκη: Βερολίνο (2010), Γιώργου Πρεβεδουράκη: Κλέφτικο (2013), Θοδωρή Ρακόπουλου: Η συνωμοσία της πυρίτιδας (2014), Γιάννη Στίγκα: Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014) και Θωμά Τσαλαπάτη: Άλμπα (2015).

Όπως είναι γνωστό, η καντάτα, θρησκευτική ή κοσμική, είναι συνήθως γραμμένη για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα σε πολλά μέρη. Δεν είναι τόσο μεγάλη, τόσο αφηγηματική και τόσο δραματική όσο το ορατόριο. Είναι πιο στατική και παρατακτική. Έχει ενδιαφέρον ότι γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση την εποχή του Μοντερνισμού, από τον πρώιμο (Mahler, Schönberg) ως τον ύστερο Μοντερνισμό (Nono, Stockhausen, Maxwell Davies). Υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στους Γερμανο-Αυστριακούς και τους Ρώσους συνθέτες. Από τις πιο γνωστές ελληνικές καντάτες είναι οι Κατά Σαδδουκαίων του Θεοδωράκη, Καντάτα ελευθερίας του Λεοντή, Μπολιβάρ του Μαμαγκάκη, Καντάτα για τη Μακρόνησο του Μικρούτσικου, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας του Ξαρχάκου και Αμοργός του Χατζιδάκι, όλες βασισμένες σε ποίηση διάσημων συγγραφέων.

Ιδιαίτερα σημαντικός στην καντάτα είναι ο ρόλος της χορωδίας καθώς συχνά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα απόπειρα να συγκροτήσει ένα σύγχρονο χορό. Το ζήτημα του χορού απασχόλησε επίσης το Μοντερνιστικό θέατρο σε πολύ διαφορετικά έργα, όπως Μάζα και άνθρωπος (Τόλλερ), Τα μέτρα (Μπρεχτ), Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (Ο’Νηλ), Φονικό στην εκκλησιά (Έλιοτ), Καποδίστριας (Καζαντζάκη). Τα έργα αυτά περιλαμβάνουν χορικά στα οποία άτομα με κοινά ενδιαφέροντα εκφράζουν συλλογικές ανησυχίες και ελπίδες. Η βιωσιμότητα του χορού ως σκηνικού μέσου ταυτίζεται με τη βιωσιμότητα μιας σύγχρονης κοινωνικο-πολιτικής κοινότητας. Πώς συγκροτείται, νομιμοποιείται και αυτονομείται μια τέτοια κοινότητα; Αν ο αρχαίος χορός εξέφραζε τους πολίτες της πόλης, ποιους μπορεί να εκφράσει ένας σύγχρονος χορός;

Προσεγγίζω το Οι Επόμενοι Εμείς σαν μια ποιητική καντάτα για σολίστ και χορωδία η οποία προσφέρεται θαυμάσια για απαγγελία και μελοποίηση.

Προσεγγίζω το Οι Επόμενοι Εμείς σαν μια ποιητική καντάτα για σολίστ και χορωδία η οποία προσφέρεται θαυμάσια για απαγγελία και μελοποίηση. Θα μπορούσε να παρασταθεί σκηνικά με τα επί μέρους κείμενά του να ανατίθενται σε διαφορετικούς σολίστ και χορωδιακά σύνολα. Χαρακτηρίζεται από μια έντονη μοντερνιστική θεατρική απαγγελτικότητα που είναι φανερή στην οργάνωση του έργου, τη δόμηση των κομματιών, τη ρυθμική αγωγή και τη θεματική άρθρωση: για να το πούμε απλά, το έργο στέκεται αντιμέτωπο με το κοινό του. Συνιστά ένα δρώμενο του συλλογικού (κοινότητα), του πολιτικού (αυτονομία), του τραγικού (αντινομία) και του ποιητικού (τέχνη).

Από μία άποψη η βασική ιδέα δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη όσο κι αν είναι σημαντική: κάθε παρόν μετεωρίζεται ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον ως ένα Εμείς που είναι υπόλογο και στα δύο. Η πρωτοτυπία της σύνθεσης είναι πως εδώ το Εμείς είναι αβέβαιο, αστάθμητο, αταύτιστο. Πρόκειται για ένα Εμείς ηλικιακό, κοινωνικό, ταξικό, τοπικό; Δεν καθορίζεται και παραμένει φευγαλέο. Πολλοί και διάφοροι το διεκδικούν αλλά και το αμφισβητούν. Πέρα από τις παραδοσιακές δυσκολίες του τι θέλουμε να κάνουμε και σε ποιους προγόνους και απογόνους το οφείλουμε, το βιβλίο θέτει το πρότερο ερώτημα του ποιοι είμαστε Εμείς – συγκεκριμένα, τι μας συγκροτεί και μας κάνει υπόλογους. Από τη γενιά του Σολωμού ως το τέλος του 20ου αιώνα όταν ο Έλληνας ποιητής έλεγε «εμείς» ήταν σε όλους φανερό σε ποιους αναφερόταν και τι του έδινε το δικαίωμα να μιλήσει για λογαριασμό τους. Όταν όμως η ποιητική γενιά του 2000 λέει «εμείς» δεν είναι καθόλου σίγουρο τι εννοεί διότι η συγκρότηση μιας τέτοιας συλλογικότητας δεν είναι πλέον θέμα ταυτότητας, και άρα ο χαρακτήρας της δεν εξυπακούεται. Το μεταπολιτευτικό, μεταμοντέρνο, μεταποικιακό, ελληνικό «εμείς» από δικαίωμα έγινε διακύβευμα.

Το μεταπολιτευτικό, μεταμοντέρνο, μεταποικιακό, ελληνικό «εμείς» από δικαίωμα έγινε διακύβευμα.

Αναρωτιέται λοιπόν ο Λούντζης και πειραματίζεται με διάφορους ποιητικούς τρόπους. Η προβληματική του συγκλίνει με ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου στοχασμού που διερευνά τι σημαίνει κοινότητα και «συλλογική υπόθεση». Π.χ. οι κοινοτιστές που κατάγονται από τον Καθολικισμό (Alasdair MacIntyre) εμβαθύνουν στις ηθικές αρχές που νοηματοδοτούν μια θρησκευτική σύναξη. Οι λαϊκιστές (Ernesto Laclau) αναζητούν πολιτικά ερείσματα στο λαϊκό που απηχεί ευρέα κοινωνικά στρώματα. Οι αποδομιστές (Jean-Luc Nancy) θεωρούν πως η κοινότητα βρίσκεται υπό μεσσιανική υπόσχεση και εξέλιξη. Οι θεωρητικοί του φύλου (Judith Butler) εστιάζουν στη συνάθροιση των σωμάτων που με την παρουσία τους αθροίζουν εμπειρίες αποκλεισμού. Oι θεωρητικοί των κοινών (Garrett Hardin) στοχάζονται την οικολογία των πηγών και των αγαθών, και τα διλήμματα της χρήσης τους. Οι αναρχικοί (Η αόρατη επιτροπή) απευθύνονται «στους φίλους» τους που «εγκαταλείπουν, συνεχίζουν και οργανώνονται» για να οικοδομήσουν ένα επαναστατικό κίνημα. Αυτές και άλλες συναφείς θεωρίες συμφωνούν πως η μεταπολεμική κοινότητα δεν υπαγορεύεται και δεν διέπεται από φυσικές/οργανικές αρχές, και επομένως θα πρέπει να επινοήσει και να επεξεργαστεί τις δικές της. Πράγμα που κάνει ο Λούντζης σε αυτή την καντάτα με έναν συναρπαστικά και ανυποχώρητα ποιητικό τρόπο.

Η σύνθεσή του δεν έχει ιστορικό, γεωγραφικό ή άλλο συγκεκριμένο στίγμα. Δεν μπορούμε να πούμε πότε και πού εξελίσσεται. Έχει όμως διαρκώς διαπλεκόμενες ομαδοποιήσεις ανθρώπων που προσπαθούν, χάνουν, ελπίζουν, αυταπατώνται, αναπολούν, καταναλώνουν, επιτίθενται – πάντα ίδιοι & διαφορετικοί, ταυτόχρονα εκείνοι κι εμείς. Όπως η γενιά του Κάλβου, του Καμπά, του Καρυωτάκη και του Καρούζου, έτσι και η γενιά που πρωταγωνιστεί σε αυτή τη σύνθεση φτάνει στα ποιητικά και πολιτικά της όρια, κι αναρωτιέται ακατάπαυστα τι άλλο της μένει να πει και να κάνει. Αναρωτιέται ταυτόχρονα ποιοι είναι οι δικοί της, ποιους προσκαλεί και ποιους ξεβράζει, και πώς η ίδια η γενιά ως κοινότητα μεταμορφώνεται διαρκώς σε αυτές τις διαδικασίες. Η δυναμική του έργου είναι τέτοια που, αν ήμουν ποιητής, θα έμπαινα στον πειρασμό να συμμετάσχω στην αναθεώρηση του συλλογικού και να την εκθέσω σε καινούργιες δυνατότητες προσθέτοντας δικά μου ποιητικά κομμάτια. Και μια τέτοια συμμετοχή θα με έφερνε στο πιο δύσκολο ερώτημα, το οποίο ο Λούντζης πολιορκεί ξανά και ξανά: Αν θέλουμε να μη μείνουν όλα στη θέση τους και «τα οχυρωματικά έργα ενός κόσμου / να γίνουν αμπέλια στον επόμενο» (77) ποιοι «εμείς» και με ποιά κριτήρια θα αποφασίσουν τι είναι «οχυρό» και τι «αμπέλι»;

H ίδια η αιχμηρή και δυστοπική ποιητική του αντιστέκεται στον εύκολο πειρασμό με αποτέλεσμα, αντί να κάνει Κάφκα και παραβολές (Μεταμόρφωση, Δίκη, Πύργος), να κάνει Μπένγιαμιν και αλληγορίες, κάτι πολύ πιο στοχαστικό και αυστηρό.

Ο Λούντζης δεν έχει απάντηση, και γι’ αυτό δοκιμάζει διαφορετικά είδη τόνου – πολεμικό, σαρκαστικό, συναισθηματικό, ειρωνικό κλπ. Γράφει μια ποικιλία από χορικά όπου πολίτες του σημερινού κόσμου δοκιμάζουν διαφορετικές προσεγγίσεις στο αίτημα της εξέγερσης, από ωδή σε σάτιρα και από επίγραμμα σε τραγωδία. Στην προσπάθειά του να αποφύγει τον εγκλεισμό σε μια μεταφυσική, και διαφεύγοντας από σύμπτωμα σε σημείο, διατρέχει τον κίνδυνο να καταφύγει σε σύμβολα – τόπους, μύθους, λόγους, αβύσσους, παραδείσους κλπ. Όμως η ίδια η αιχμηρή και δυστοπική ποιητική του αντιστέκεται στον εύκολο πειρασμό με αποτέλεσμα, αντί να κάνει Κάφκα και παραβολές (Μεταμόρφωση, Δίκη, Πύργος), να κάνει Μπένγιαμιν και αλληγορίες, κάτι πολύ πιο στοχαστικό και αυστηρό. Η αλληγορία συνδέεται κατά κανόνα με το μπαρόκ. Δεν είναι ούτε κλασικός μύθος ούτε ρομαντική μεταφορά ούτε μοντερνιστικό σύμβολο παρά μια έκκεντρη αφήγηση που υφέρπει και υπαινίσσεται. Ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν επειδή καλλιεργήθηκε στην μπαρόκ θεατρικότητα και εικονογραφήθηκε με την κρίση της αυλικής εξουσίας τον 17ο αιώνα.

lountzis 01
Ο Αλέκος Λούντζης γεννήθηκε το 1978. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και κοινωνική ανθρωπολογία. Εργάζεται στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων και κείμενα του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Κοντέινερ», «Λεύγα», «Ποιητική» κ.ά. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο Αναγνώστης» για τη συλλογή του Προπαγάνδα: Κάποια γράμματα για κάποια πράγματα (Γαβριηλίδης 2015).

Ο Λούντζης χρησιμοποιεί την αλληγορία για να μιλήσει για το Εμείς μετά το Δεκέμβρη του 2008, όταν άρχισαν να προκύπτουν στην Ελλάδα εναλλακτικές συλλογικότητες που δεν είναι του λαού, του έθνους και της πίστης αλλά της κατάληψης, του queer και του στρατοπέδου προσφύγων. Το ερώτημα είναι – αυτές οι νέες συλλογικότητες ποιους έχουν προηγούμενους και επόμενους; Για να το πω πιο απλά, πώς ακούν το τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» όσοι το καταλαβαίνουν σαν πρόσκληση σε αποκλεισμό κι όχι σε πανηγύρι; Τέτοια ερωτήματα επιχειρεί να αντιμετωπίσει ο Λούντζης με τις αλληγορίες του καθώς πειραματίζεται με κρατούσες και εναλλακτικές συλλογικότητες. Συζητώντας το ποίημα «Εξάγγελος» πριν από δυό χρόνια στο περιοδικό Χάρτης είχα προτείνει πως οι ομιλητές του μπορούν να αποτελούν ένα τραγικό χορό Θηβαίων πολιτών. Γενικεύοντας σήμερα θα έλεγα πως το Εμείς της όλης σύνθεσης αποτελούν πολίτες που δεν ζουν σε μια αρχαία τραγωδία με ύβρη και κάθαρση αλλά σε ένα μπαρόκ Trauerspiel χωρίς Απόλλωνα και Τειρεσία – πως είναι, ας πούμε, υπήκοοι του βασιλιά Ληρ που παρακολουθούν τον αγώνα για τη διαδοχή του και λογαριάζουν να κινητοποιηθούν.

Θα δώσω ένα παράδειγμα λουντζικής αλληγορίας όχι από το βιβλίο που γιορτάζουμε απόψε[1] αλλά από το κείμενο «Γεώτρηση» με το οποίο εγκαινιάστηκε πριν από ένα χρόνο η Εξέγερση, μια σειρά 50 πρωτότυπων κειμένων που παράγγειλα από ποιητές της γενιάς του 2000 για λογαριασμό της Έδρας Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Προσέξτε πώς εδώ το Εμείς διαρρέει και διαχέεται σε αναζήτηση νερού.

lountzis ex«Την ώρα που η συνέλευση πολυκατοικίας, η τελευταία νόμιμη συνέλευση, επιχειρεί να καταλήξει σ’ έναν «έντιμο συμβιβασμό» για τα κοινόχρηστα, ο αόρατος διαχειριστής κλείνει οριστικά τον γενικό του νερού. H επόμενη εξέγερση θα γίνει για το νερό.

Η λειψυδρία είναι παράξενα εξισωτική συνθήκη, λειτουργεί μεταφορικά αλλά σκληραίνει απότομα ως κυριολεξία. Το συλλογικό υποκείμενο συγκροτείται ενόσω αποψιλώνεται. Οι όροι της σύγκρουσης εξαρτώνται απ’ τους διαθέσιμους ορούς και τη διανομή τους σε τάξεις, φύλα, κράτη ή διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής. Σε κάθε επόμενη στροφή, το μέσα και το έξω θα μοιάζουν όλο και περισσότερο σχετικές έννοιες αντί στεγανά· αυτή τη φορά όλες οι ουμανιστικές έννοιες είναι απέναντι στο κυρίαρχο υπόδειγμα.

H ερχόμενη εξέγερση θα είναι στοιχειώδης στα ζητούμενα, ρευστή στη γεωγραφία και στην ανθρωπολογία της. Οι μεγάλες διακρίσεις θα στέκουν λιγότερο σύνθετες και διαμεσολαβημένες: διψασμένοι κι ανυποψίαστοι. Κι αυτοί, όμως, όταν αφυδατωθούν θα μπουν στο νόημα. Η εξέγερση που κοχλάζει μοιάζει με γεώτρηση σ’ έναν κόσμο που δεν προδίδει πλέον προσδοκίες αλλά τα ίδια του τα θεμέλια, τα τελευταία κοινά».

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το βιβλίο του Λούντζη περιέχει μια νέο-μπαρόκ σύνθεση όπου πολιτικές αλληγορίες φτιάχνουν μια ποιητική καντάτα για μια, δύο και πολλές φωνές οι οποίες στοχάζονται με διαφορετικούς τρόπους πώς θα μπορούσε να συγκληθεί και να συγκροτηθεί μια κοινότητα (ένα Εμείς) σε μια εποχή ανυδρίας, αποσύνθεσης και αριστερής μελαγχολίας. Θεωρώ ότι πρόκειται για μείζον λογοτεχνικό έργο το οποίο εκβάλλει προς πολλές κατευθύνσεις και μας παρακινεί να ριψοκινδυνεύσουμε μαζί του.

*Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι ομότιμος Καθηγητής Κλασικής και Συγκριτικής Φιλολογίας στην Νεοελληνική Έδρα Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

**Το κείμενο γράφτηκε και εκφωνήθηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στις 14 Οκτωβρίου 2021 στην Αθήνα.

***Σχετικός σύνδεσμος: https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/14308-lountzis-alekos-stigmos-oi-epomenoi-emeis-labropoulos

Ελένη Βακαλό, Ποιήματα

Το δικαστήριο των λύκων

Έχασε ο λύκος το αρνί που κυνηγούσε
Οι λύκοι ένα κοπάδι πεινούσανε πολύ
Και το αρνί κρυμμένο
Καλά μες στο μαντρί
Περίμεναν οι λύκοι να φάνε μερτικό
Για τη φυλή των λύκων
Να χάσεις, να μη φέρεις
Στην πείνα είναι ντροπή
Δίχως αρνί τον λύκο τον δίκασε η φυλή
Κι η απόφαση σκληρή
Αυτός να φαγωθεί
Το δίκιο έτσι είναι, τί έχασες πληρώνεις
Κι οι λύκοι το κρατούν
Οι λύκοι είναι λύκοι, αρνάκι μου τ’ ακούς;

*

Ένα κι ένα
κάνουν δυο
Το ένα
σπρώχνει
το άλλο

*

Εμπρός
Τρυφερά σαν παιδιά θέλω να πω, κοιτάζουνε οι φτωχοί άνθρωποι τους άλλους φτωχούς
Αν λίγο πιο δυνατοί ή πλουσιότεροι είναι
Στη στροφή αλλάζει
Σκύλος σκύλο αν πεινά
Τον σπαράζει
Παλικάρι
Σφαχτάρι
Ταιριάζει […]

*

Στο χωριό της η γιαγιά, μια φορά,
Πείνα που είχε πέσει
—Παραμύθι για τους λύκους
Πάλι αρχινά—
Κι είχαν έρθει στρατιώτες
Κουρελήδες, ψωμοζήτες
[…] Και στο δρόμο κατεβαίνει
Για την πόλη που πηγαίνει,
Τον φαρδύ
Αμάξια περνούσαν
Στην πόλη κατέβαιναν
Σιτάρι να πάνε
[…] Στη στροφή το πρώτο αμάξι
Ούτε σταματά
Και στο δεύτερο φωνάζει
Πιο πολύ να τρέξουν
Στ’ άλογά του, ο αμαξάς
Μα στο τρίτο που τρομάζουν
Άλογα και αμαξάς
Η γιαγιά τα γκέμια αρπάζει
Και το σέρνει ώς εμάς
Φάγανε χορτάσανε
Στρατιώτες και παιδιά
Κι όλοι ξέρουν πως κοντά της
Έφαγε κι ο αμαξάς

*Από το βιβλίο “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995.

Βασίλης Ιωαννίδης, Πέντε ποιήματα

Δεν μεταφράζονται

Δεν μεταφράζονται
τα όνειρα,
ο πόνος,
ο καημός.

Ριζώνουν
στο ανέφικτο.

Όλο και πιο πολύ
Όλο και πιο πολύ
κατηφορίζεις
στο βυθό.

Χαλαζίες
κοράλια
και όστρακα
το κορμί σου.

Στη μυστική
πανδαισία
των άστρων
οδεύεις

Αιωρείσαι

Αιωρείσαι
λίγο πριν πέσεις.

Κοιτάζεις από ψηλά
αυτά που πέρασαν.

Άδειες πλατείες,
στεγνά πηγάδια
έρημοι κήποι.

Η νύχτα
σκεπάζει τα μάτια σου.

Αιωρείσαι
λίγο πριν πέσεις.

Ένα λιγνό κορίτσι
έναστρο
σε συνοδεύει

Χρόνια σφυρηλατούμε

Χρόνια σφυρηλατούμε
στο ίδιο αμόνι.

Ύλη ακατέργαστη
που δεν σφυρηλατείται.

Βαδίζουμε
με βήματα σημειωτόν.

Όμως το φως δεν έρχεται.

Μας περιβάλλει το σκοτάδι
από παντού.

Ν’ αδειάσεις πια

Ν’ αδειάσεις πια
ό,τι νεκρό έχεις μέσα σου,
και καθαρός να προχωρήσεις.

Γυμνός κι αμόλευτος
να περπατήσεις
μες στο περίβλημα
της μοναξιάς και τα σιωπής,
με βήμα στέρεο και σταθερό
στην χώρα αυτή την άγνωστη
που δεν υπόσχεται

Να εκπλήξεις τον εαυτό σου

Να εκπλήξεις τον εαυτό σου,
να εκπλαγείς.

Να αναστηθείς μέσα σου,
να ανορθωθείς,
να σκορπίσεις το σκοτάδι
γύρω σου.

Δεν υπάρχει άλλη οδός.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021.

Σπύρος Θεριανός, Μονοπάτι και όριο

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΚΑΙ ΟΡΙΟ

Έχοντας περπατήσει αρκετά, μόνο κάποιος
που πετά, μπορεί να δει από ψηλά
την πορεία μου στο μονοπάτι, το νοητό του όριο
να σμίγει με τη θάλασσα σε μιαν αλυγαριά
που την αφήνει το πουλί
για να ραμφίσει ένα ξερόκλαδο στα βάτα.

Αναρωτιόμουν, κάποτε, αν όλα χάνονται
σ’ αυτό το παιχνίδι των μεταμορφώσεων
που είναι τα λόγια μας. Αν όλα κερδίζονται
στην αμεριμνησία των ίσκιων
που διαρκώς αλλάζουν θέση
στο μονοπάτι κατά το μεσημέρι.

Τώρα είμαι φίλος των άδειων δρόμων
και της πλατείας
που ερημώνει τα μεσάνυχτα.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Απόγευμα, με τα παράθυρα όλα ανοιχτά.
Ο στίχος αφημένος στη μέση,
από μια παλιά στεναχώρια.

Θα μπορούσε να ‘βρεχε ή
να ‘ταν μια νύχτα με πανσέληνο.

Τα φώτα των αραγμένων καϊκιών
και το πήγαιν’ έλα των ανθρώπων σ
το απέναντι ακρογιάλι
δεν θα ‘τανε τα ίδια.

ΑΝΩΔΥΝΑ

Ανώδυνα
ανεπαίσχυντα
ειρηνικά

αδιαφορούμε,

και κάπως έτσι ερημώνουν
δρόμοι, δωμάτια και ζωές.

ΟΣΤΡΑΚΑ

Να ‘ναι αλήθεια ότι τα όστρακα αρνούνται
να συνεργαστούν με τους ψαράδες
της ακτής του St Brieuc;

Ταχυδρόμησα τα ποιήματά μου στον Θεό,
όμως δεν έλαβα απάντηση. Αυτό σημαίνει
πώς ο Θεός δεν υπάρχει;

Οι Γαλλίδες νοικοκυρές θα έρθουν ποτέ
σε σύγκρουση με τους Χιλιανούς
που παίζουν σκάκι;

Τα γουρούνια, τα δέντρα, το γρασίδι
-κι όλα τ’ αντικείμενα του κόσμου-
είναι σχηματισμοί κυμάτων της θάλασσας
όπως πιστεύουν οι Ιατμούλ;

Κι αν, όπως λένε, ο κόσμος είναι όλα όσα έχουνε συμβεί
ο σπουργίτης που αναπηδά στο περβάζι μου
για λίγα, μόλις, δευτερόλεπτα
την ώρα που ξυρίζομαι
φτιάχνει ένα τετελεσμένο γεγονός;

ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ

Το καλοκαίρι
πάει κι έρχεται
από την παραλία
στο κρεβάτι σου.

ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Άπνοια,
ούτε ένα φύλλο δεν θροΐζει.
Τα πόδια σου σκονίζονται
στον χωματόδρομο. Στα ρούχα σου
στραγγίζει η αλμύρα απ’ το μαγιό σου.
Μια σαύρα σε κοιτά κι ύστερα
κρύβεται στους θάμνους, τρομαγμένη.

Απομεσήμερο καλοκαιριού,
καθώς γυρνάς μονάχη από τη θάλασσα.

Η ΓΕΡΙΚΗ ΕΛΙΑ ΙΙ

Η γέρικη ελιά
που γέρνει στο χωράφι

δεν θέλει να παραιτηθεί.

ΓΕΡΝΩΝΤΑΣ

Καθώς γερνώ, μοιάζω
ολοένα του παππού μου:

καταπονούμαι αδιαμαρτύρητα
δεν πάω διακοπές
και περπατώ μονόπαντα.

*Το “Μονοπάτι και όριο” του Σπύρου Θεριανού τυπώθηκε σε αυτοτελές 12σέλιδο φυλλάδιο στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2021 σε 100 αντίτυπα, με την επιμέλεια του ποιητή, στη σειρά των εκδόσεων “Ναρκοπέδιο”.
**Ναρκοπέδιο: Υπεύθυνος έκδοσης Στράτος Κοσσιώρης email: ekossioris@yahoo.gr
***Φωτογραφία εξωφύλλου: Pawel Czerwinski

Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Θα γίνουν ροδοπέταλα

Κοίταζα μακριά
σκεφτόμουν τις νίκες των λεπτών
που έδενα φιόγκους στη μεσολόβια χώρα
κι εσύ ανυποψίαστα δάγκωνες ένα μήλο.
Δεν είχα ερωτήσεις και πώς μπορούσα
να μιλήσω σε μια διάθεση
που περιέφερε τη γοητεία της
νομίζοντας πως έρωτας είναι μια σκέψη
ανάμεσα σε φρούτα;
Το απόλυτο γυμνό ήταν παρόν, μα ήταν
και αόρατο.
Η διάκριση των πραγμάτων
είχε χρώμα και λέξεις και κορδέλες
οι φιόγκοι μπερδεύονταν ο ένας με τον άλλο
μια καθημερινότητα που είχε τη σειρά της.
Η καθοδική θλίψη άφησε το στίγμα της
καθώς η πτώση των αισθημάτων
δεν επέτρεπε το πλέξιμο.
Μια πινελιά χρειάστηκε να βάλω προσωρινά
και σου πέρασα στα χέρια κλωστές.
Αν μ’ αγαπάς θα γίνουν ροδοπέταλα.

*Το ποίημα αυτό είναι από τη συλλογή “Απροσποίητα”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Εμείς το πήραμε από τη δίγλωσση (ελληνικά και γερμανικά) ανθολογία “Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες”, από τις Εκδόσεις Ρώμη, 2021, σε μετάφραση και επιμέλεια Κατερίνας Λιάτζουρα.

George Bataille, Είσαι της νύχτας ο τρόμος

Είσαι της νύχτας ο τρόμος
Και σ’ αγαπώ όπως οι άλλοι αγκομαχάνε
Σαν τον θάνατο είσαι κοκαλιάρα

Και σ’ αγαπώ όπως παραληρούν οι άλλοι
Το ξέρεις το κεφάλι μου πεθαίνει
Το αχανές του φόβου είσαι εσύ

Και είσαι όμορφη όπως σκοτώνουν οι άλλοι
Στην απέραντη καρδιά σου μέσα ασφυκτιώ
Η κοιλιά σου είναι γυμνή λες και είναι νύχτα.

*Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Τα μάτια σου δύο πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων», Εκδόσεις «Ρώμη», Θεσσαλονίκη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Radomir Andric, Το τελευταίο κεραμίδι

Πάνω στη στέγη του σπιτιού κρατώ Το
τελευταίο κεραμίδι Πολύ βαρύ Για το χέρι μου

Δεν μπορώ να το βάλω στη θέση του δεν μπορώ
Να σκεφτώ
Το πιο ωραίο μέρος

Έχω λίγο φως Και έχω ένα
σπίτι Τα μάτια μου γεμάτα Το
στόμα μου άδειο

Ο Φόβος ήταν ο πρώτος που μπήκε Στο
καινούργιο σπίτι.

*Από το βιβλίο «Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές», Εκδόσεις «Ρώμη», 2020. Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Μαρία Πανούτσου, Τετραλογία

και τι να πω και τι να ομολογήσω, εγώ η ξένη.

Τετραλογία, με θέμα την μακρόχρονη σχέση μου με την το νησί Κέα.

Κοίτα τα λουλούδια
σιωπηλά χάνουν την ομορφιά τους
Από την συλλογή

Έρημη Πόλη
Μαρίας Πανούτσου

Άτιτλο 1

Κοιτάζω το απέναντι τοπίο.
Τα δένδρα δέχονται ευλαβικά
το ήπιο χρώμα του φθινοπώρου.
Στο λιβάδι το άσπρο
των προβάτων, ξεχωρίζει
και φαντάζομαι, την κίνηση
των σαγονιών τους.
Ο ουρανός, τα συντροφεύει,
με ένα σύννεφο σπαρμένο,
από ψηλά.
Ούτε ίχνος λύπης.
Οι φιγούρες των ανθρώπων,
μικρές κουκίδες, σημάδια,
με βήμα αργό και πρόσωπα χαμογελαστά,
συγκεντρώνονται,
για το πριν το σκοτάδι,
συμπόσιο χαράς , το καθημερινό.
Οι μυρωδιές μπερδεύονται,
και ένα αστέρι, ετοιμάζεται να λάμψει.

Άτιτλο 2

το χωριό είναι ένα τεράστιο περιστέρι κουρασμένο
που βρέθηκε στην πλαγιά αυτού του τόπου τυχαία
και αποκοιμήθηκε μέχρι το επόμενο φθινόπωρο
ξαποσταίνει και ξαποσταίνει ρυθμικά
από νότο σε βορρά
κι’ αναβάλλει το ταξίδι για άλλα μέρη
βρήκε στο τόπο αυτό το κάτι τι που αγάπησε
αναβάλλει και την θυσία που είχε τάξει
για να σώσει τους ανθρώπους
αυτού του τόπου από το κουτί της Πανδώρας
τους ευλογεί που δεν βλέπουν όσα βλέπει
αυτό το τεράστιο πουλί
που δεν ακούν τους υπόγειους κραδασμούς
και δεν μυρίζουν το χώμα με το χρώμα της βροχής

ανάμεσα στους βράχους αντηχούν τα βρύα και οι λειχήνες
και τα ταπεινά κυκλάμινα και εκείνες οι μοβ ορχιδέες
που διακοσμούν το βλέμμα μου
το μάτι ρουφάει ακόμη και τα μικρά μυγάκια
που γεμίζουν το φως με ανησυχία
στο χαρτί που γράφω ένας σκουριασμένος συνδετήρας
με κρατά σε μια ενδιαφέρουσα παρένθεση

Άτιτλο 3

Κάτω από την στέγη του σπιτιού μου
Μετρώ τις ώρες που μου μένουν
Μέχρι τον χρόνο να προφτάσω
Τα σπίτια γύρω μου
Κοιτούν, συντροφεύουν, εξερευνούν.
Το βλέμμα πέρα μακριά τραβιέται
εκεί μέχρι να σκοτεινιάσει στα δένδρα, το φως.
Χρόνια και χρόνια εδώ
χωρίς τέλος και αρχή
αφού τέλος και αρχή
μοιάζουν τόσο.
Αφήνω πίσω μου το χθες
και ανακράζω
τις ιστορίες των ανθρώπων.
Καθώς απαριθμώ τα σπίτια
ανοίγω μόνη τα παράθυρα
τις πόρτες
ακτινοβολώ και εξιστορώ.
Οι τοίχοι, τα κουφώματα, η μούχλα,
η υγρασία,
η σημασία του χρόνου, και όχι μόνο στους τοίχους
αλλά και στους άνθρωπος που απουσιάζουν
ποιος ξέρει προς τα πού, τα βήματα τους
Ο ουρανός αναλλοίωτος και η γης αυλακωμένη
Κάπου εκεί μια σχισμένη σημαία ανεμίζει.

Σαν την γη μου 4

το σπίτι είναι σαν την γη μου/
το ονειρεύτηκα/
το διάλεξα/ το έκτισα
το άγγιξα/
κοιμήθηκα σ’ αυτό/
το γέρασα/
κατοικία των πουλιών που το σούρουπο εισχωρούσαν
και κούρνιαζαν στο προσκεφάλι μου
είδα να λάμπει μέσα στο φως/
μια θάλασσα/ μοναδική/
το είδα να σπαρταρά/
και να καμαρώνει/
το είδα να ξεφλουδίζει/
σαν τα λέπια από ψάρι νεκρό
κάθε του γωνιά/ έχει μια στιγμή ανησυχίας/
δεν εξιστορείται η ιστορία του/
μόνο την βλέπεις στα μάτια των περαστικών /
δεν ξέρω για πιο λόγο το κοιτούν/
τι του βρίσκουν πολύ θα ήθελα να μάθω/
το σπίτι μου θα μείνει πιο πολύ στην ζωή/
θα το χαρούν όσοι /
δεν το είδαν να ξεκινά/ από το ύψος της γης/
και να ορθώνεται στον ουρανό/
μη σε αφήσουν σπίτι μου αστόλιστο/
διψασμένο/ πεινασμένο/
μην σου πάρουν την σιγουριά σου/
το σπίτι μου είναι σαν την γη μου.

Κέα, 1990-2021
Ποιήματα 2018-2021

H νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού «Το Αθέατο Ημερολόγιο», εκδ. Στοχαστής, 2021 (πρώτη έκδοση Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 1997)

ΜΙΜΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ*

Εν μέσω κορονοϊού, με έναν κόσμο να υποφέρει σε κάθε γωνιά της Γης, ο ποιητής Νίκος Νομικός, τόλμησε να επανεκδώσει την εν λόγω συλλογή για προφανείς λόγους.


Να δώσει μια πνευματική ανάσα σε ένα κόσμο που ταλανίζεται από πολλές «πληγές» χωρίς να μπορεί να απαντήσει σ’ αυτό που μας είπε σε ανύποπτο χρόνο ο παππούς Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Σαν νάχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καυμοί του κόσμου».


Είναι μια συλλογή, η οποία και στα τρία μέρη που είναι διαρθρωμένη («το αθέατο ημερολόγιο», «θάλαμος παγωμένων ανέμων» και «πικροδάφνες»), δίνει εικόνες του ανυπεράσπιστου ανθρώπου μπροστά στα μεγάλα προβλήματα που συναντά μόνος με μόνη συντροφιά το «ημερολόγιό του» στο οποίο καταγράφει με κάθε ειλικρίνεια τις αντιστάσεις που έχει ακόμα στη διάθεσή του έως τη στιγμή που θα έρθει η «μεγάλη ώρα», η «λαμπρή μέρα» εννοώντας τον θάνατο.


Ο ποιητής, μετουσιώνει σε Τέχνη τις δικές του εμπειρίες που τον ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια. Εντούτοις, βρίσκει τον τρόπο το ειδικό να το μετατρέπει σε γενικό, δίνοντας κουράγιο στους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίζουν με υπομονή και θάρρος τέτοιες καταστάσεις που κάνουν τους ανθρώπους να υποφέρουν σωματικώς και ψυχικώς.


Όλα τα ποιήματα της συλλογής αποτελούν μια «μελέτη θανάτου» ειπωμένη όπως την έχουν διδάξει οι Νηπτικοί Πατέρες, κυρίως όταν αναφέρονται στο ζήτημα της «ησυχίας», όπως την κατανοούν θεολογικά και όχι φιλοσοφικά. Κατά τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη «ησυχία εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς, το μείζον απολέσης».


Μάλιστα, ο διάλογος που έχει με τους Νηπτικούς, φαίνεται στο πεζό ποίημα «Οι νύχτες σ’ εμάς»(σελ. 48), όπου γράφει: «και τι να πω, από μακριά, της σταυρικής μου ευτυχίας, αυτό που λένε οι Νηπτικοί, ‘ο μη ορών το φως της μεγάλης κλίμακος χείρων τυγχάνει τυφλών’». Ο Νίκος Νομικός φέρνει στην επιφάνεια μέσα από τα ποιήματα της συλλογής, ιδιαίτερα αυτά του δευτέρου μέρους τα οποία «διαδραματίζονται» σε θάλαμο νοσοκομείου όπου βρίσκεται ο εκφορέας των ποιημάτων, όπου καθώς αναφέρει σε ένα ποίημα: «στην άκρη του θαλάμου/ που δεν επιτρέπονται οι αναπνοές/ παρά μόνον οι βουβές φωνές του πόνου/ και η αγωνία της απελευθέρωσης/ σφαγμένο σώμα στο κρεβάτι» ( σελ.33). Δίνει αυτή την εικόνα του ανθρώπου που βρίσκεται για νοσηλεία σε πολλαπλές εκφάνσεις. Αυτό το στοιχείο δίνει μια πρωτοτυπία στην εν λόγω συλλογή η οποία πατά σε ένα πλούσιο λεξιλόγιο το οποίο δημιουργεί δυνατές εικόνες.


Σε μια εποχή πανδημίας, ο Νίκος Νομικός με τη συλλογή αυτή συμμετέχει σε μια παγκόσμια αγωνία για το πώς να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι μια αστάθμητη κατάσταση όπως η αυτή που ζούμε σε κάθε γωνία της Γης, όπου πολλοί καλλιτέχνες, σε αυτή την όντως δύσκολη φάση που περνά η ανθρωπότητα, δημιουργούν ο καθένας με τη δική του Τέχνη, τη δική του αλήθεια για το πώς να απαντήσει καλλιτεχνικά πάντοτε ξορκίζοντας το κακό!


«Από τις ώρες της κρίσης μας επέχουν μείνουν μόνο ουλές ακριβοπληρωμένες» («Επίδεσμος», σελ.41).


Η εικαστική φιλοξενία είναι επίσης του Νίκου Νομικού, διότι ο ίδιος ασχολείται χρόνια και με τη ζωγραφική.
Ο Νίκος Νομικός έχοντας πίσω του άλλες δέκα ποιητικές συλλογές (με πρώτη τις «Αναλαμπές» το 1983), είναι μια σημαντική μονάδα της παροικιακής πνευματικής ζωής.

*Το κείμενο δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης την Πέμπτη, 28 Οκτώβρη 2021.

Ο Νίκος Νομικός (στο μέσον) σε εκδήλωση παρουσίασης ποιημάτων του πριν λίγα χρόνια στη Μελβούρνη, στο βιβλιοπωλείο Collected Works (το οποίο, δυστυχώς, κατέβασε τα ρολά του πριν δύο περίπου χρόνια). Διακρίνονται, αριστερά, ο πανεπιστημιακός και ποιητής, Γιώργος Μουρατίδης (George Mouratidis), και δεξιά, η πρώην πανεπιστημιακός και εκδότρια, Ελένη Νίκα (Helen Nickas). Φώτο Supplied

Κατερίνα Φλωρά, Χρονική σχισμή

Πολύτιμη, θνησιγενής, φευγαλέα

Ο χρόνος σε έκλεψε,
σε πήρε από πλάι μου,
πάνω που σε είχα αντικρύσει

Στο χρονικό κενό χωράει το παν,
το όλον, αυτό που είσαι, που είμαι,
που αγγίζουμε μαζί

Ώσπου να γυρίσω είχε χαθεί,
αφήνοντάς μας μουδιασμένους
στης αναζήτησης την τυραννική απόλαυση