Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[family outlet]
στο τέλος της μέρας
ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
συνήθως δεν το προλαβαίναμε
μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα

[ευρεσιτεχνία]
πίστευα στα πλοία
του πατέρα
ταξίδευαν νοερά
σε κόσμους
από ειδικά υλικά
και αντοχή στο χρόνο

[προγονικό]
απόκρημνες πλαγιές
μαυροντυμένες
ο γιάννης με κολλαριστό πουκάμισο
κάπνιζε πατημένες γόπες
τα όπλα ησύχαζαν δίπλα στην πόρτα
η γιαγιά ετοίμασε τη μαγγανεία της
ψωμί με ζάχαρη και λάδι
ανάμεσα στα πόδια μας

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. κύμα, 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΗ

Και είπεν ο Θεός, συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. Και εγένετο ούτως.

Φοράς το κατάρτι στο μέτωπο
Ένα πρόσω ολοταχώς στοχεύει στα μάτια
Τρέχει το σούρουπο το αίμα να μαζέψει
Οι πειρατές προφυλαγμένοι στο γαλάζιο σου μανίκι

Ποτέ δεν παίρνω είδηση το παραμικρό
Κοιμάμαι πάντα μπρούμυτα
Με το ‘να άκρο σηκωμένο
Κι ύστερα το ψάρι κατάκοπο απ΄ το πρωί στο πόδι
Αδειάζει το νερό με τις χούφτες

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Στην επαρχία ως συνήθως
κάπου μεταξύ Βενιζέλου δώδεκα και Σκρα γωνία
διασταυρώνονται οι σιωπές
όπως διασταυρώνονται κι οι παύσεις
έντεκα παρά τέταρτο
μ’ εκείνον τον κοκκινολαίμη
που ‘σπαγε το παιχνίδι της σιωπής
μόλις σώπαινε ο θόρυβος του αυτοκινήτου

Εσύ κοιτούσες ένα ανοιξιάτικο αστέρι
κι έγραφες ποιήματα
με βραδύτητα που πιθανόν
το χρώμα στο λαιμό του ξέβαφε
αποτελείωνες τη φράση σου συμβολικά
τεντώνοντας μπροστά τα πόδια
η γάτα τρόμαζε από τον γδούπο της πατημασιάς αφού
με τον καιρό σαφώς και είχε χάσει το ανάλαφρο
το βάδισμα των αιλουροειδών του δάσους
Κατόπιν εγώ γυρνούσα
Και βλέπαμε ειδήσεις
Καθώς έπαιζες νευρικά τα δάχτυλά σου
Δυο-τρεις σταγόνες αίμα έβρεχε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Δύο ποιήματα

των ποιητών

είναι το πήλινο το στόμα της νεκρής
που αφηνιασμένο μάς μιλά
κι αφουγκραζόμαστε στίχους πολλούς τα βράδια

έτσι κλειδώνοντας το επέκεινα
στην πρώτη άδολη φύση του
σαν μέσα σε σκιά μισομαντεύουμε
από κατεβασμένο πίσω παραβάν

το μισερό το φως των ποιημάτων

γιατί ό,τι λάμπει εντός του κρύβει θάνατο
ό,τι πριν ειπωθεί φτάνει απ’ τα χαμένα

αλλ΄ επιστρέφουν σε ζωή ενσώματες οι λέξεις μας

ενώ η βροχή μεθυστικά ριπίζει πεπρωμένα!

*Από τη συλλογή “τα τελευταία ονόματα” 2010.

στον δρόμο

ω, να ο δρόμος π’ οδηγεί στο φως
τι κυκλικές στροφές τι σκόνη
κι όλος ανήφορος κοφτός
ολόκληρος
σαν εκκωφαντική μια τυμπανοκρουσία

ίσως κι ο έρωτας κάπως απλοϊκά
να δένει την καρδιά με ένα βέλος –
το αίμα σάλπιζε στη γκρίζ’ ανηφοριά
τα βήματα όμως σέρνονταν όλο και πιο βαριά

αγάπη αγάπη δύσβατη ερημιά –

(καλύτερα μη διαβάζεις το τέλος!)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Πόρφυρας”.

**Τα δυο αυτά ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Nikanor Parra, Όνειρα

Ονειρεύομαι μια καρέκλα κι ένα τραπέζι
Ονειρεύομαι πως πάω βόλτα με αυτοκίνητο
Ονειρεύομαι πως γυρίζω μια ταινία
Ονειρεύομαι ένα κοκτέιλ Μολότοφ
Ονειρεύομαι πως είμαι τουρίστας πρώτης θέσεως
Ονειρεύομαι πως είμαι καρφωμένος σ’ ένα σταυρό
Ονειρεύομαι πως τρώω κολιούς
Ονειρεύομαι πως περνάω ένα γεφύρι
Ονειρεύομαι μια φωτεινή άβυσσο
Ονειρεύομαι μια γυναίκα με μουστάκια
Ονειρεύομαι πως κατεβαίνω μια σκάλα
Ονειρεύομαι πως κουρδίζω μια πιανόλα
Ονειρεύομαι πως σπάνε τα γυαλιά μου
Ονειρεύομαι πως καρφώνω ένα κιβούρι
Ονειρεύομαι το πλανητικό σύστημα
Ονειρεύομαι ένα ξυραφάκι
Ονειρεύομαι πως παλεύω μ’ ένα σκύλο
Ονειρεύομαι πως σκοτώνω ένα φίδι.

Ονειρεύομαι πουλάκια που πετάνε
Ονειρεύομαι πως σέρνω ένα πτώμα
Ονειρεύομαι πως με πηγαίνουν στην κρεμάλα
Ονειρεύομαι ένα νέο κατακλυσμό
Ονειρεύομαι πως είμαι ένα γαϊδουράγκαθο.

Ονειρεύομαι επίσης πως πέφτουνε τα δόντια μου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Διώνη Δημητριάδου, στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου

πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο
Alber Camus

στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου
και μετρώ αυτό το μάταιο
του Σίσυφου πανάρχαιο ταξίδι
ως την κορφή και πάλι, πίσω
και αυθαιρέτως εκτιμώ
πως δίκιο είχε ο παλαιός Εφέσιος
σαν ίδιο τον έβλεπε τον δρόμο πάνω ή κάτω

έτσι κι ο Σίσυφος της κάθε εποχής
σαν λίγο ατενίσει προς τα πάνω
όλα τα θέλει κι όλα τα ελπίζει
δεν ξέρω αν τότε είναι ευτυχής
ίσως ορθότερο να πω φέρελπις πως νιώθει

μα κι όταν συλλογιέται πάλι ξανά
το ανέβασμα στην κορυφή
καθώς κατηφορίζει αυτόν τον ίδιο δρόμο
για το παρά τη λογική επαναλαμβανόμενο
εγχείρημα
μάλλον θα νιώθει ευτυχής
σε τούτο το ατελείωτο παιχνίδι
ανάμεσα στον πόθο για ερμηνεία
και στην παραλογή σιωπή
ο Σίσυφος περιγελά την τάξη αυτού του κόσμου
με μιαν απλή εξίσωση
«οδός άνω κάτω μία και ωυτή» 1

1.Ηράκλειτος, Περί Φύσεως, fragmentum B 60, Diels-Kranz

Ζ. Δ. Αϊναλής, από την “Αστική Γεωγραφία”

Ενύπνιο

Αν μια στιγμή σταματήσεις να κατουρήσεις στην άκρη του δρόμου πίσω από το κατσιασμένο δεντράκι σαν τον κλέφτη γύρω γύρω κοιτάζοντας μέσα στην νύχτα του χειμώνα τότε πρόσεξε τον ήχο που έρχεται το διερχόμενο μηχανάκι πάνω τον άνθρωπο κόκκινη μάσκα στο πρόσωπο μίσχο στα χέρια φέρνει δώρο βίαιο θάνατο μεθυσμένη σιωπή τριγύρω ουρανός και το χιόνι που πέφτει πυκνό να σκεπάζει το πτώμα σου

Πολλές Φορές Μέσα Στη Νύχτα

Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ακούς τους ήχους που περιμένεις ν’ ακούσεις αυτή βέβαια είναι μια κατάσταση εντελώς φανταστική σαν τις πληγές στο σώμα των δέντρων όμως από κάπου πρέπει να ξεκινάει κανείς τις νύχτες κραυγές ηδονής γνώριμοι ήχοι οι σούστες που τρίζουν άγνωστων κρεβατιών κάπου στο βάθος ανοίγει μια βρύση κάποιο σώμα με μαθηματική ακρίβεια διεισδύει στο νερό αυτή η πόλη δονείται τις νύχτες οι μόνες στιγμές που θα μπορούσε να ζει εναγκαλισμένα πτώματα ανεκπλήρωτων εραστών μετεωρίζονται στον αέρα στιγμές δανεικές τα φώτα διπλώνουν συζευγμένες αναπνοές όλην νύχτα σαρώνουν τα σκουπιδιάρικα τα σκουπίδια κι εκείνο το ασώματο νυχτικό που κάποτε βρήκα κρεμασμένο σε όμορα σύρματα ηλεκτροφόρα κρυφά το κράτησα γέρας παρηγοριά σιωπηλή συντροφιά να σφουγγίζω τις νύχτες έκνομα δάκρυα θύοντας σε μικρά ματοβαμμένα εδώλια μοναξιάς κάτω απ’ το μειδίαμα περιπαικτικό των αγγέλων

Απόφαση

Κι έτσι όπως δεν μπορούσε κανείς να εξαφανίσει τη θλίψη μου τίποτα είπα κι εγώ να εξαφανίσω για λίγο τον εαυτό μου έτσι τρύπωσα στην πρώτη κηδεία που βρέθηκε μπροστά μου στο πρώτο άδειο φέρετρο αθέατος στην πιο παράμερη γωνιά της πομπής εκατοντάδες άνθρωποι το μεσημέρι ένας ήλιος έκαιγε κατακόρυφα όσο με θάβανε ζωντανοί ζωντανό σε κάποιου άλλου τη θέση τώρα τόσα χρόνια νεκρός περιμένω στο τάφο μου κάποιο σύνθημα εναγώνια ακούγοντας τους χειμώνες μονότονη μουσική το ψίθυρο της βροχής

Ιστορία #1

Ήταν πια καταδικασμένος οι μέρες της χάριτος είχαν πλέον παρέλθει τελειωτικά που γυρεύαμε λίγο φως τους χειμώνες ελπίζοντας ακόμη με τ’ άλλα παιδιά και το κατάλαβε αμέσως με το που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του τουρτουρίζοντας απ’ την παγωνιά όχι που είχαν μεσολαβήσει τίποτε δραματικές μεταπτώσεις του κλίματος ή ανακατατάξεις της σύστασης των συστατικών του αιθέρος οι αστερισμοί λάμπαν τέτοια ώρα ξεψυχισμένα λάμπανε πάντως πάντα στην ίδια πανάρχαιη θέση που τους είχαν ορίσει η Άρκτος στην Άρκτο ο Υδροχόος στον Υδροχόο η Βερενίκη στη Βερενίκη διπλή το μόνο σημείο χειροπιαστό ήταν αυτό το πουλάκι που βρέθηκε στο μπαλκόνι του κρεμασμένο με σπασμένα φτερά είναι η πληρωμή μου που εγώ δεν ζητιάνεψα ποτές ήταν η εποχή της μεγάλης Υπερηφάνειας τότε παίρνανε με τα κάρα τα πτώματα σκασμένα και τα καίγανε άρον άρον στις χωματερές με τα πλαστικά μπουκαλάκια του νερού τάφοι ομαδικοί έπειτα ασβεστώματα κι άλλα ασβεστώματα ξανά και ξανά αιώνες ολόκληρους θάψανε τότε πολλούς κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο μια στιγμή να χωνέψει τη μοίρα του δεν μπορώ πλέον να περιφέρομαι μ’ αυτό το τσεκούρι μες την καρδιά το έβγαλε και το απόθεσε προσεκτικά στο γραφείο με τα υπόλοιπα αντικείμενα προσωπικά στυλό μολύβια χαρτιά έβγαλε ένα ένα τα ρούχα του μέχρι το τελευταίο γυμνός άνοιξε την πόρτα και βγήκε ανυπεράσπιστος στο εκτυφλωτικό φως του Δεκέμβρη ψυχρό κανείς μας δεν άκουσε έκτοτε να γίνεται λόγος γι αυτόν μονάχ’ ακουγόταν κάποτε ένα ράμφισμα παράξενο στο παράθυρο από κάποιο αθέατο πουλί κι εκείνο το μακρόσυρτο κλάμα παράπονο να ταράζει απ’ το φωταγωγό τις νύχτες την ησυχία μας

sine lege, το κάπνισμα σκοτώνει

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’ αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2021/06/07/%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%84%cf%8e%ce%bd%ce%b5%ce%b9/

Ε. Μύρων, Συντηρητής ουράνιων τόξων

Καμιά φορά ο τροχός της τύψης έστελνε τον Κ. στα χαρακώματα της παλάμης του. Να δει πού μαίνεται ο εαυτός του. Δεν είχε μπαλώσει ακόμα το τρύπιο μπουφάν του παρελθόντος και οι αρθρώσεις του είχαν σκουριάσει απ’ την καραμπόλα με το σκισμένο μέλλον.
Σήμερα κατάλαβε (χρειάστηκε, καταπώς φαίνεται, μια γερή δόση αιωνιότητας) πως το παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα νόμισμα. Επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές. Δηλαδή δε φτάνει ούτε για εισιτήρια. Αφού άπλωσε τους πνιγμούς του να στεγνώσουν (στο σχοινί με το οποίο κρατούσε οικόσιτες τις προσευχές του) βγήκε στο δρόμο για τον φάρο. Είχε στο σκόπευτρο (με όσα νιάτα απέμειναν στο γεμάτο από ρήματα ορίζοντα) μόνο ουρανό – το μόνο χειροπιαστό άπειρο. Στο κάτω κάτω κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο. Το να έχεις καβατζάρει ένα μούδιασμα είναι σοφό.
Χωρίς να το πάρει είδηση, πάνω στα γένια των καπετάνιων είχαν σκαρφαλώσει όλα τα παιδιά. Σαν αντάρτες σε βραχώματα τρύπησαν τα σωσίβια και έδιωξαν την αντάρα. Ο Κ. άρχισε να βλέπει. Από ένα κοντινό καφενείο ακούστηκε «Κάλλιο αργά παρά ποτέ!» Αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο θέλει να δείχνει. Κρυφίως, μεταμορφώνει τους ανεμοστρόβιλους σε ηλεκτρικά ανεμιστηράκια. Με ταμπέλες όπου αναγράφονται τα χαρακτηριστικά τους: ισχύς, τάση, ροπή, προσανατολισμός, καταγωγή κ.λπ. Οι ταμπέλες αποτελούν μια πρώτης τάξεως φωλιά για να ζεστάνει κανείς το κοκαλάκι του. Όμως δεν έχει καμία έξοδο, και, ιδίως, αυτή του κινδύνου.
Ο Κ. ήθελε από μικρός να γίνει συντηρητής ουράνιων τόξων. Φοβόταν όμως τους αέρηδες. Έμπαιναν στις κλειδαρότρυπες και παρέμεναν εκεί μέχρι να πάρουν σχήμα φίλου. Αν δε ρισκάρεις, όμως, τσάμπα θα πάει το ταξίδι. Πετάς όλη του τη φλόγα στο νεροχύτη.
Οι ανήλικοι δρόμοι μαζεύουν τα χαμένα μας βήματα. Κάποιοι λένε πως είναι πιο ανηφορικοί από τον αποχαιρετισμό. Άλλοι πως είναι στρωμένοι με την απουσία μας, οπότε πρέπει να έχεις δέσει τα οριοβατικά σου μποτάκια. Όπως και να έχει, αν θες μυτερό ρουά στο θάνατο, πρέπει να τα έχεις καλά με τη γροθιά σου. Αλλά η γροθιά είναι πιο ψαλίδι από το ψαλίδι. Κι αυτό δεν είναι παιχνίδι με τις λέξεις ή μια λεξουργία. Είναι ακόνισμα.
Ο Κ. γύρισε σπίτι. Έμεινε μόνος με τον εαυτό του. Όλοι κι όλοι αυτοί οι δύο. Δεν τον άφησε να ψάξει πού χρησιμεύουν όλα αυτά. Και πρέπει να είσαι έτοιμος για ένα ακροατήριο από φαντάσματα για κάτι τέτοιο. Γιατί αν κυνηγήσεις υστεροβουλιάζοντας ένα φτερωτό άρωμα, όλα τα λουλούδια θα χάσουν τη λαλιά τους. Πριν κοιμηθεί άνοιξε την αλληλογραφία του. Πρώτο το γράμμα των παιδιών. Επιτέλους του απάντησαν. Του έγραψαν πως η βόμβα από παραμύθι είναι έτοιμη.

28.10.21

Rainer Maria Rilke, Δύο ποιήματα

ΜΕΛΕΤΗ ΠΙΑΝΟΥ

Βομβίζει το θέρος. Το απόγεμα κουράζει-
ανάσανε το δροσερό φόρεμά της ταραγμένη
και την αδημονία της έριξεν όλη, στη μελέτη
τη σοβαρή, κάποια πραγματικότητα για να έβρει,

που θα μπορούσε και μόνη της νά ’ρθει αύριο,
μπορεί κι απόψε, ίσως εδώ ’ταν κιόλας, μόνο που την κρύβαν
και μπροστά στα παράθυρα, ψηλά κι όλα έχοντάς τα,
ένιωσε ξαφνικά το αγαπημένο πάρκο.

Εδώ, σταμάτησε- κοίταξεν έξω, και τα χέρια
της σταύρωσε, ένα βιβλίο πεθύμησε που να μη τελειώνει,
και, ξαφνικά, έσπρωξε του γιασεμιού το άρωμα πίσω,
ερεθισμένη. Έβρισκε πως θα την αρρώσταινε στο τέλος.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Μακριά από μένα φεύγεις, ώρα
και το φτεροκόπημά σου με πληγώνει ακόμα.
Μόνος: τι να το κάνω πια το στόμα;
τι τη νύχτα μου; τι να την κάνω τη μέρα μου τώρα;

Δεν έχω σπίτι δεν έχω αγαπημένη.
Γωνιά δεν έχω η ζωή μου ν ακουμπησει.
Το καθετί που του δίνομαι πλουταίνει και θα με σπαταλήσει.

*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.

Ρογήρος Δέξτερ, anti-cult Ή Μικρό μανιφέστο [των συμμορφώσεων στις υποδείξεις]

George Grosz, After The Theatre

• μη σκαλίζεις τη μύτη σου•
Τις ξένες δουλειές• τις ξένες φωτιές•
Τα ξένα χωράφια•
Μη φτύνεις απ’ τό παράθυρο•
Τού δωματίου• τού αυτοκινήτου•
Τής φυλακής•
Μη μένεις αξύριστος•
Αγυάλιστος•
Ασκεπής•
Μην κατουράς τ’ αγάλματα
Των εθνοσωτήρων•
Μην μπαίνεις στο ρουθούνι τού κράτους•
Μην αντιμιλάς στους ανωτέρους σου•
Στους ψηλούς•
Δυνατούς•
Πλούσιους•
Ωραίους•
Στους γαμιάδες των λαών
Και των συνειδήσεων•
Μάθε να σκύβεις το κεφάλι
Στις άνωθεν εντολές•
Μη γελάς πικρά
Όταν μαθαίνεις
Για τον νέο•
Ανελέητο πετροπόλεμο
Που σου ετοιμάζουν•
Μην κλαις γιατί άδειασαν•
Οι τσέπες• η ψυχή• η ζωή σου•
Και μην αγχώνεσαι
Φίλε• όπως ξέρουν καλά να λένε
Οι χαλαροί και οι χορτάτοι
Που ποτέ τους δε δούλεψαν• και
[Επειδή μπορεί να κάνουμε λάθος]
Ίσως να δούλεψαν μόνο τον κόσμο
Ζώντας σε βάρος των άλλων•
Αν πεινάσεις
Φάε σκατά•
Αγριόχορτα•
Τα νύχια σου•
Τις σόλες των παπουτσιών σου•
Μέχρι να γίνεις κι εσύ
Χρυσοθήρας•
Μη χτυπάς τη γροθιά σου στον τοίχο•
Ξυπνούν τα φαντάσματα των ζωντανών•
Και οι σκελετοί χορεύουν στην ντουλάπα•
Μη σκοτίζεις τον κώλο τού γείτονα•
Που βρίσκει χίλιους δυο τρόπους
Να σου κλέβει
Λεμόνια• ρούχα• σκέψεις• γαλήνη•
Παράτα τους φτωχούς
Στον αργό τους θάνατο•
Και άσε τον πλανήτη Γη
Στην τύχη του•
Μην πίνεις• και
Μην καπνίζεις•
Μην παίζεις χαρτιά• και
Μη ρίχνεις τα ζάρια• η Μοίρα
Δεν αλλάζει τη βουλή της•
Μην ενοχλείς τα μαντρόσκυλα
Τού κυνοβουλίου• έχουν κάμποσα
Κόκκαλα για δάγκωμα•
Μην κάνεις απόφραξη
Στη λεκάνη με τα βουλωμένα μυαλά•
Μην αφήνεις νηστικό το θηρίο
Που λαγοκοιμάται μες στο κεφάλι σου•
Και οι βαστάζοι των μέσων
Θα σου πουλήσουν την πραμάτεια τους•
Βράδυ πρωί
Στο πλυντήριο των ειδήσεων•
Των γεγονότων & των συμβάντων•
Των ” δεγαμιέταικαιτίέγινερεμεγάλε “•
Μην πιστεύεις πια στις ουτοπίες•
Ούτε σ’ εκείνες που μας κράτησαν
Ζωντανούς τόσα χρόνια• από
Τους ποιητές
Ν’ ακούς αυτούς που αρέσκονται
Να ξεχέζουν τους πάντες• εκτός
Από τους φίλους τους•
Αν και δυσκοίλιοι
Πιο εύκολα δημιουργούν ένα ποίημα
Ή έναν λίβελο για χάχανα
Παρά μια σωστή κουράδα•
Μην αποστρέφεσαι την εξουσία
Που ονειρεύεται•
Μεγαλεία•
Ανέσεις•
Χλιδή•
Θαλαμηγούς & Jeep•
Ταξίδια εξωτικά
Με ερωμένες κι εραστές•
Εξοχικές κατοικίες•
Όπου στο πατάκι απέξω θα γράφει
“Καλώς ήρθατε• γαμιόμαστε μέσα
Και σας περιμένουμε”• ενώ
Το κουδούνι τής εισόδου
Πρέπει να παιανίζει
Εθνικούς Ύμνους• και
Προπαντός
Μην ασκείς κριτική
Στους εκάστοτε κυβερνώντες•
Χύνουν ιδρώτα οι άμοιροι•
Ή μένουν ξάγρυπνοι τις νύχτες
Και μοχθούν•
Πελεκώντας και ξύνοντας
Όλο και πιο μυτερά
Παλούκια
Για
Τον
π
ι
σ
ι
ν
ό σου• Γένοιτο•