ένιωσε πως άκουσε δίπλα το δέντρο να ουρλιάζει ‘μα δεν έχετε γράψει τίποτα, μια λέξη ζητώ, ένα φωνήεν κάτι για τις ρίζες που τινάχτηκαν να γίνουν έπος κάτι για τον ιδρώτα του ξυλοκόπου’
‘η ποιητική για εμάς τους γαλανούς είναι γλώσσα λευκοδίαιτη δεν με εκφράζουν ούτε τα αποσιωπητικά δεν είναι σπόρια οι τελείες κρύβουν το λευκό του χαρτιού κρύβουν τη σιωπή που αρμόζει ύστερα, ο γόνος του λευκού δεν έχει τίποτα να πει χωρίς να κατηγορηθεί για φλυαρία’
η σφαγή λοιπόν είναι χρώμα κύριε γαλανόλευκε δεν ήταν ποτέ λέξη
*Απότη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.
«Κανένας δεν κολυμπάει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», έλεγε ο φιλόσοφος Ηράκλειτος. Κι όμως είναι πάντα οι ίδιοι που ανεβαίνουν πάλι. Στις ίδιες ώρες περνάνε χαρούμενοι ή λυπημένοι. Εσείς όλοι, διαβάτες της οδού Ραβινιά, σας έχω δώσει ονόματα πεθαμένων της Ιστορίας. Να ο Αγαμέμνων! Να η Δις Χάνσκα! Ο Οδυσσέας είναι γαλατάς! Ο Πάτροκλος είναι κάτω στο δρόμο, ενώ κάποιος Φαραώ βρίσκεται δίπλα μου. Ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης είναι οι κυρίες του πέμπτου πατώματος. Αλλά εσένα γέροντα ρακοσυλλέκτη, εσένα που, στο μαγικό πρωινό, έρχεσαι να πάρεις τα συντρίμμια: ακόμα ζωντανά, όταν σβήνω τη βαριά καλή μου λάμπα, εσένα που δε σε ξέρω, φτωχέ κι όλο μυστήριο ρακοσυλλέκτη, εσένα, ρακοσυλλέκτη, σε ονομάζω μ’ ένα όνομα ένδοξο κι ευγενικό, σε λέω Ντοστογιέφσκι.
ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΔΑΣΟΣ
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια. Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει. Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ αλόγα τους ούτε αλλού, αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.
Κοιτώντας προς τα πάνω ξαφνικά, τα γέρικα μάτια μου είδαν το νέο φεγγάρι στον ουρανό Μα ήταν των ματιών μου ένα παιχνίδισμα. Δεν υπήρχε φεγγάρι στον ουρανό
Το ποίημα είναι αυτοσυγκράτηση Ό,τι χρειάζεσαι για να σε κρατήσει νηφάλιο είναι ό,τι έχεις ήδη Τα παιδιά σου Άσε τα παιδιά να σε διδάξουν Το ποίημα βρίσκεται ήδη εκεί πριν από σένα
ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ
Θα γράψω αυτό στο ημερολόγιό μου: Στα 65α γενέθλιά μου τη φίλησα ενώ ήταν εκνευρισμένη (οι μηροί της είναι μηλιές των οποίων τα άνθη αγγίζουν τον ουρανό!) Στα 65α γενέθλιά μου ζούληξα τα στήθια της. Δεν έστρεψε το βλέμμα της αλλά χαμογέλασε! Είναι τα 65α γενέθλιά σου! (Τη φίλησα ενώ ήταν εκνευρισμένη)
Το πρωτόγνωρο χάδι τής μοναξιάς στο χνουδωτό μάγουλο. Κάποτε. Είδαμε την αντιλόπη τής μοναξιάς σου στο άλμα της να χάνεται. Τώρα, στέκει μαβί ένα σύννεφο απορία παιδιού ή πίκρα ενός άντρα. Έφυγες. Είπες μακριά θα πας. Και πήγες. Ταξιδεύεις. Και η μαρμάρινη σκάλα στη σκόνη της έχει κρύψει τα ίχνη τού Τελευταίου. Τα κάγκελα πεσμένα, τα χρώματα του κήπου εξαϋλωμένα ― και το λιονταρίσιο στόμα που δάγκωνε στην ξύλινη πόρτα το χτύπημα του Ερχόμενου, τώρα ένα ρόπτρο βουβό. Πού είσαι; Να αναστήσεις την παιδική εκείνη κούκλα που μες στην αγριάδα και την τσουκνίδα πέταξαν ― πού είσαι, να βρείς το φυλαχτό από τη μάνα σου που ανάμεσα σε θρύψαλα ακροκεράμων το ’θαψαν. Πού είσαι, να ανταμώσεις το πιστό σκυλί, που περιμένει; Ταξιδεύεις. Πάντα για κάπου αλλού. Και η δική μας η ζωή άτεχνα αν θα διορθωθεί σε μιας αστραπής τη λάμψη. Ταξιδεύεις. Ταξιδεύεις όλο και πιο μακριά κι επάνω στης ώχρας τη φθορά παίρνει το σχήμα της η απουσία σου. Μα, κι αν κάποια φορά γυρίσεις ποιος, τάχα, θα μπορέσει της καρδιάς σου το κόκκινο αίνιγμα να λύσει; Κάποτε, μέσα σε θρήνους θα θριαμβεύσεις ―
Ο ΙΑΜΟΣ
Ο Ίαμος μοναχικός ένας περιηγητής αυτός και μαντεύει ― δεν είναι ο Ναζωραίος μα έχει απ’ τις πληγές του και η ομορφιά του απερίγραπτη και το κορμί του σ’ έναν χορό αδιάκοπο ανάμεσά μας. Τι να μηνάει τάχα η χειρονομία του αυτή; Τόσες κινήσεις δυσερμήνευτες, ανεξήγητα νεύματα (να μας μηνάει καλό; να μας μηνάει κακό;) και όπως τα όνειρά μας χρωματισμένος. Χορεύει ανάμεσά μας. Μια παντομίμα. Αύριο, όμως, θα είναι αλλού. Γιατί δεν είν’ ολοδικός μας. Ο Ίαμος, ο γιος των μενεξέδων, ταξιδεύει προφητεύοντας για όλους.
*Από τη συλλογή “Δύο Κύκλοι Ποιημάτων (1972-1984)”, 1984.
Πως γράφω ό,τι με ριγεί τη λύπη τη χαρίζω σ’ αδάμαντα και κρύσταλλο τη σπάω και τη λιανίζω μόνο που στέκομαι σιμά στο βράχο και στο κύμα του αθηριού με τον ανθό γεννά μονιά το ποίημα κι ολότελα ταξίδεψα στου Άτλαντα την πλάτη αρνήθηκα να με μετρώ διασκελισμούς γεμάτη ανάσα φεγγαρόλυτη κι ελεύθερη σπαθίζει τον ίαμβο ζευγαρωτή τα λόγια μου γυρίζει∙
όπως στέκομαι στην άκρη του βράχου θυμάμαι τους αυτόχειρες ποιητές /ο λόγος τους βαρίδι στη ψυχή μου κι όμοια με άσεμνη σκέψη ή με την πιο κρυφή επιθυμία /το βυζί ζεστή τροφή στο στόμα του εραστή μου τα νύχια μπηγμένα στο δέρμα το δοσμένο τινάζω τα μαλλιά μου και πέφτουν οι ανθοί που μάζεψα στο δρόμο προς τη θάλασσα τάχα που διάλεξα μες στην παγκόσμια μοίρα προτού να ριχτώ στην ανάγκη της κι ας με ζώνει ο φόβος∙
οι δυο μου φύσεις πολεμούν, η μια να τραγουδάει κι η άλλη η πικρότερη θάνατο να σκορπάει.-
ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ Εμείς, με την ανθρώπινη μορφή σύγκορμοι ακολουθούμε τ’ άστρα τελούμε εν αγνοία μας τις ίδιες διαδρομές τους ίδιους φόβους αγαπούμε ενώ φλερτάρουμε άλλοτε αθόρυβα άλλοτε με βοή για μια κορφή με μύριες προεκτάσεις.
ΑΝ Ο Αν, στρίγγλισε δυνατά και πέταξε. Κάνοντας χρήση το επίπονο και δυσνόητο προνόμιο της ελεύθερης βούλησης έγινε λευκός σαν το χιόνι. Ικανοποιημένος, χαμογελούσε αυτάρεσκα όταν μια δωδεκάδα αμούστακα παιδαρέλια τον ρώτησαν: -Γιατί δεν έριξες; Αποφεύγω τις παρανοήσεις απάντησε, κι άλλωστε κανένας δεν μπορεί να με υποχρεώσει να ζω σφηνωμένος σ’ ένα έτσι κι αλλιώς δεν τη γλυτώνεις.
ΘΑΛΑΣΣΑ Υπάρχουν κάτι ψυχές πολυδιάστατες, ντυμένες του χαλκού το χρώμα, φερμένες από τόπους μακρινούς αέρινα να περπατούν στης γης τα χώματα σκορπίζοντας αγάπη. Θυσία η γέννα τους, περήφανη υπηρεσία στο φως η επιλογή τους κι ας εκλαμβάνεται ξανά για άλλη μια φορά στις μέρες μας ως αδυναμία της καλοσύνης η αρετή. Εκείνες στα πόδια τους πατάνε σταθερά ανέγγιχτες από τη φθορά, γνωρίζοντας μέσα τους βαθιά, πόσα ποτάμια θάλασσα χρειάζεται η πέτρα άνθρωπος να γίνει.
[κέρινο φως: νύχτα κοιμίζει πέτρα – όλα τ’ αγκά- Θια: κόκκινα – πώς μοιάζουνε στον ξένο, πώς – Χιόνι και παγανιά στο ρέμα:]
Χαράσσει αίμα η πλαγιά στο σβήσιμο του ήλιου μόνο και θεοσκότεινο το μέγεθος της πλάσης
και στα ριζά βελανιδιάς καθίζω τη σκιά μου: αυχένα στέρνο βροντερό πλάτη γερή και πόδια
σπαθί κραδαίνει θύμηση και λάμα τα ξεσκίζει έτσι ανεμος να χαίρομαι σαν αποσβολωμένος
την ομορφιά της άνοιξης με σταυρωμένα χέρια σαν σώμα οπαρασιτικό σε ρωμαλέο δέντρο
να του στερεύω δύναμη ώσπου να το εξαντλήσω και αλλού να σέρνομαι έπειτα για να το παρασιτίζω
[ασβέστης άνοιξη και φως λεπίδι, δειλά η αυγή απλώνεται στους φράχτες – και ο Σκοτεινός δεν Τάζει του βλαστού:]
Πάνω που πάω να συνηθίσω πετάγεται λερναίο φριχτό κεφάλι [αυτήν τη μοχθηρία λέω επιστροφή]. και ούτε που μάχομαι άνυδρα μάτια έως την κόγχη: μα- κροδικός με το πλατάνι που με γνωρίζει αμίλητο θυμό μες στη σκιά και σβήνονται τα νέα της ημέρας.
Παλιός είναι ο πλάτανος παλιά σκιά σκοτίζει κουφάρι του μ’ εχθρεύεται, ζόφος του πήζει αίμα
βλέπω κλωνιά να σείονται και να αναμερίζουν σπάζοντας νομοτέλεια του βέβαιου θανάτου
[post tenebras lux:]
Μετά αστραπές. Και σπεύδει ο κόσμος να χωρέσει σκοτάδι στις παλάμες. Κάποιος το κρύβει σε παγούρι, άλλος κάτω από στρώμα. [Για την ιστορία: Το φως είναι σαν το νερό].
Μερεύει ανθρώποη καρδιά και ρίχνει τα σκουτιά της αντέχει ο κόσμος ερπετό: κάψα χιονιού πληγή του
[στάχυα:]
Άκου: λυγίζουν προσευχή, σκίζουν τα πόδια, προσπερνάς, βλασταίνουν αίμα και – [διακόπτει βίαια μια ύποπτη χημεία – καρποί και άνυδρες φλέβες: συντρίμμια στα χέρια θεριστή].
[άγνωρη ησυχία σε έκταση, ώσπου στριγκλίζουν φρένα – σύνορα πίσσα που καίγεται αίμα:]
Τροχός στα μάτια: Ντίσελντορφ – και σάρκες του Εμίν [ο κόσμος λιώνει επάνω μας γρανάζια], Ντίσελντορφ: δώδεκα μάρκα σώμα μίσος, Ντίσελντορφ: ασημένιο σκυλί που παίζει κόκαλο το χέρι μου.
xx. μου ζήτησες να ’ρθώ: έβρεχε λίγο, και η άνοιξη’ μια αδέξια λαμπρότητα του αέρα έξοχα σκόνταφτε πάνω από την πλατεία, μικροί γυρίνοι-ερωτευμένοι άνθρωποι αναδεύονταν
από βραδύγλωσσα μαργαριτάρια χτυπημένοι, φύλλα που σείονταν στη σειόμενη ευωδιά του καινούριου —κι έπειτα. Άρεσε στα τρελά μου δάχτυλα το φόρεμά σου ….το φιλί σου, το φιλί σου ήταν ένα διακριτό εύθρυπτο
άνθος, και η σάρκα τραγανή έφερε του έρωτα το δόντι μου στα όρια. Έτσι ως την αυγή έχοντας ο ένας τον άλλο υποσχεθήκαμε να ξεχάσουμε—
γιατί δεν απομένει τίποτα να μαντέψουμε: τους φτηνούς έξυπνους μηρούς, τους ηλεκτρικούς κοινότοπους μηρούς’ τα μαλλιά βλακωδώς ανεκτίμητα.
xxii ολότελα έχω χάσει τα μυαλά μου και το διασκεδάζω ενδεχομένως εξαιτίας .του δειλινού κι αν ίσως ονει-ρικό Είναι(όχι- εντελώς τα δέντρα ν’ αγκαλιάζουν με την έξαψη, συνεκτικό φως )μόνο για να εντοπίσω με άκαμπτα αργά αλαλάζοντα μάτια πέρα από το κούμπωμα των πραγμάτων τον άγρυπνο πρόθυμο μύθο του σώματος,που παραδόξως θα κορδώσει το οκνηρό ανεκτίμητο χαμόγελό μου, ώσπου αυτό το τόσο ασθενικό πελώριο άστρο(μήπως το βλέπεις;)κι αυτό θα χορέψει επάνω στη γυμνή και έσχατη σιωπή και το δειλό (μόλις σ’ αγγίζω)και λάγνο φεγγάρι θα βυθιστεί επιδέξια στον λόφο.
*Από το βιβλίο “λοιπόν ας φιληθούμε – ερωτικά ποιήματα” Εκδόσεις Πατάκη, 2η έκδοση, 2010. Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας.