πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο Alber Camus
στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου και μετρώ αυτό το μάταιο του Σίσυφου πανάρχαιο ταξίδι ως την κορφή και πάλι, πίσω και αυθαιρέτως εκτιμώ πως δίκιο είχε ο παλαιός Εφέσιος σαν ίδιο τον έβλεπε τον δρόμο πάνω ή κάτω
έτσι κι ο Σίσυφος της κάθε εποχής σαν λίγο ατενίσει προς τα πάνω όλα τα θέλει κι όλα τα ελπίζει δεν ξέρω αν τότε είναι ευτυχής ίσως ορθότερο να πω φέρελπις πως νιώθει
μα κι όταν συλλογιέται πάλι ξανά το ανέβασμα στην κορυφή καθώς κατηφορίζει αυτόν τον ίδιο δρόμο για το παρά τη λογική επαναλαμβανόμενο εγχείρημα μάλλον θα νιώθει ευτυχής σε τούτο το ατελείωτο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο για ερμηνεία και στην παραλογή σιωπή ο Σίσυφος περιγελά την τάξη αυτού του κόσμου με μιαν απλή εξίσωση «οδός άνω κάτω μία και ωυτή» 1
1.Ηράκλειτος, Περί Φύσεως, fragmentum B 60, Diels-Kranz
Αν μια στιγμή σταματήσεις να κατουρήσεις στην άκρη του δρόμου πίσω από το κατσιασμένο δεντράκι σαν τον κλέφτη γύρω γύρω κοιτάζοντας μέσα στην νύχτα του χειμώνα τότε πρόσεξε τον ήχο που έρχεται το διερχόμενο μηχανάκι πάνω τον άνθρωπο κόκκινη μάσκα στο πρόσωπο μίσχο στα χέρια φέρνει δώρο βίαιο θάνατο μεθυσμένη σιωπή τριγύρω ουρανός και το χιόνι που πέφτει πυκνό να σκεπάζει το πτώμα σου
Πολλές Φορές Μέσα Στη Νύχτα
Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ακούς τους ήχους που περιμένεις ν’ ακούσεις αυτή βέβαια είναι μια κατάσταση εντελώς φανταστική σαν τις πληγές στο σώμα των δέντρων όμως από κάπου πρέπει να ξεκινάει κανείς τις νύχτες κραυγές ηδονής γνώριμοι ήχοι οι σούστες που τρίζουν άγνωστων κρεβατιών κάπου στο βάθος ανοίγει μια βρύση κάποιο σώμα με μαθηματική ακρίβεια διεισδύει στο νερό αυτή η πόλη δονείται τις νύχτες οι μόνες στιγμές που θα μπορούσε να ζει εναγκαλισμένα πτώματα ανεκπλήρωτων εραστών μετεωρίζονται στον αέρα στιγμές δανεικές τα φώτα διπλώνουν συζευγμένες αναπνοές όλην νύχτα σαρώνουν τα σκουπιδιάρικα τα σκουπίδια κι εκείνο το ασώματο νυχτικό που κάποτε βρήκα κρεμασμένο σε όμορα σύρματα ηλεκτροφόρα κρυφά το κράτησα γέρας παρηγοριά σιωπηλή συντροφιά να σφουγγίζω τις νύχτες έκνομα δάκρυα θύοντας σε μικρά ματοβαμμένα εδώλια μοναξιάς κάτω απ’ το μειδίαμα περιπαικτικό των αγγέλων
Απόφαση
Κι έτσι όπως δεν μπορούσε κανείς να εξαφανίσει τη θλίψη μου τίποτα είπα κι εγώ να εξαφανίσω για λίγο τον εαυτό μου έτσι τρύπωσα στην πρώτη κηδεία που βρέθηκε μπροστά μου στο πρώτο άδειο φέρετρο αθέατος στην πιο παράμερη γωνιά της πομπής εκατοντάδες άνθρωποι το μεσημέρι ένας ήλιος έκαιγε κατακόρυφα όσο με θάβανε ζωντανοί ζωντανό σε κάποιου άλλου τη θέση τώρα τόσα χρόνια νεκρός περιμένω στο τάφο μου κάποιο σύνθημα εναγώνια ακούγοντας τους χειμώνες μονότονη μουσική το ψίθυρο της βροχής
Ιστορία #1
Ήταν πια καταδικασμένος οι μέρες της χάριτος είχαν πλέον παρέλθει τελειωτικά που γυρεύαμε λίγο φως τους χειμώνες ελπίζοντας ακόμη με τ’ άλλα παιδιά και το κατάλαβε αμέσως με το που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του τουρτουρίζοντας απ’ την παγωνιά όχι που είχαν μεσολαβήσει τίποτε δραματικές μεταπτώσεις του κλίματος ή ανακατατάξεις της σύστασης των συστατικών του αιθέρος οι αστερισμοί λάμπαν τέτοια ώρα ξεψυχισμένα λάμπανε πάντως πάντα στην ίδια πανάρχαιη θέση που τους είχαν ορίσει η Άρκτος στην Άρκτο ο Υδροχόος στον Υδροχόο η Βερενίκη στη Βερενίκη διπλή το μόνο σημείο χειροπιαστό ήταν αυτό το πουλάκι που βρέθηκε στο μπαλκόνι του κρεμασμένο με σπασμένα φτερά είναι η πληρωμή μου που εγώ δεν ζητιάνεψα ποτές ήταν η εποχή της μεγάλης Υπερηφάνειας τότε παίρνανε με τα κάρα τα πτώματα σκασμένα και τα καίγανε άρον άρον στις χωματερές με τα πλαστικά μπουκαλάκια του νερού τάφοι ομαδικοί έπειτα ασβεστώματα κι άλλα ασβεστώματα ξανά και ξανά αιώνες ολόκληρους θάψανε τότε πολλούς κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο μια στιγμή να χωνέψει τη μοίρα του δεν μπορώ πλέον να περιφέρομαι μ’ αυτό το τσεκούρι μες την καρδιά το έβγαλε και το απόθεσε προσεκτικά στο γραφείο με τα υπόλοιπα αντικείμενα προσωπικά στυλό μολύβια χαρτιά έβγαλε ένα ένα τα ρούχα του μέχρι το τελευταίο γυμνός άνοιξε την πόρτα και βγήκε ανυπεράσπιστος στο εκτυφλωτικό φως του Δεκέμβρη ψυχρό κανείς μας δεν άκουσε έκτοτε να γίνεται λόγος γι αυτόν μονάχ’ ακουγόταν κάποτε ένα ράμφισμα παράξενο στο παράθυρο από κάποιο αθέατο πουλί κι εκείνο το μακρόσυρτο κλάμα παράπονο να ταράζει απ’ το φωταγωγό τις νύχτες την ησυχία μας
τα τσιγάρα σας διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει
με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη
σε μαλακά και σε σκληρά το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους βιομηχανία μαζική
εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας λείανσης της σκληράδας και φοροαποφυγής των ευθυνών
τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου σε ξεγυμνώνουν τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ
τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία
και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα
ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά
φίλος καρδιακός και συ νομίζεις δήθεν
πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι
έτσι και τα πακέτα σας
τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν
τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού στα δύσκολα και στα εύκολα μια τόση δα τσέπη αποζητούν στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους αγέρωχοι και όμορφοι και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού
μα τα πακέτα τα σκληρά γωνίες γεμάτα και σκληράδα αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις μοιάζουν σαν να σου λένε
και η ταμπακέρα όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα τρέμω να την ανοίξω ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα
σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν
και πως θα τρέξεις να την κλείσεις
πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει
γι’ αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε
ίσα το μύθο της να καταπιεί
και να επιστρέψει ύστερα βουβά
σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο
εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς παραβολές αχρείαστες και άκακες που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη χωρίς να σου κοστίζω πια χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά
δίχως ούτε να φαίνομαι εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα την καινούρια μου ζωή ανέπαφη από προπετάσματα καπνού θα μου επιστρέψει
Καμιά φορά ο τροχός της τύψης έστελνε τον Κ. στα χαρακώματα της παλάμης του. Να δει πού μαίνεται ο εαυτός του. Δεν είχε μπαλώσει ακόμα το τρύπιο μπουφάν του παρελθόντος και οι αρθρώσεις του είχαν σκουριάσει απ’ την καραμπόλα με το σκισμένο μέλλον. Σήμερα κατάλαβε (χρειάστηκε, καταπώς φαίνεται, μια γερή δόση αιωνιότητας) πως το παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα νόμισμα. Επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές. Δηλαδή δε φτάνει ούτε για εισιτήρια. Αφού άπλωσε τους πνιγμούς του να στεγνώσουν (στο σχοινί με το οποίο κρατούσε οικόσιτες τις προσευχές του) βγήκε στο δρόμο για τον φάρο. Είχε στο σκόπευτρο (με όσα νιάτα απέμειναν στο γεμάτο από ρήματα ορίζοντα) μόνο ουρανό – το μόνο χειροπιαστό άπειρο. Στο κάτω κάτω κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο. Το να έχεις καβατζάρει ένα μούδιασμα είναι σοφό. Χωρίς να το πάρει είδηση, πάνω στα γένια των καπετάνιων είχαν σκαρφαλώσει όλα τα παιδιά. Σαν αντάρτες σε βραχώματα τρύπησαν τα σωσίβια και έδιωξαν την αντάρα. Ο Κ. άρχισε να βλέπει. Από ένα κοντινό καφενείο ακούστηκε «Κάλλιο αργά παρά ποτέ!» Αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο θέλει να δείχνει. Κρυφίως, μεταμορφώνει τους ανεμοστρόβιλους σε ηλεκτρικά ανεμιστηράκια. Με ταμπέλες όπου αναγράφονται τα χαρακτηριστικά τους: ισχύς, τάση, ροπή, προσανατολισμός, καταγωγή κ.λπ. Οι ταμπέλες αποτελούν μια πρώτης τάξεως φωλιά για να ζεστάνει κανείς το κοκαλάκι του. Όμως δεν έχει καμία έξοδο, και, ιδίως, αυτή του κινδύνου. Ο Κ. ήθελε από μικρός να γίνει συντηρητής ουράνιων τόξων. Φοβόταν όμως τους αέρηδες. Έμπαιναν στις κλειδαρότρυπες και παρέμεναν εκεί μέχρι να πάρουν σχήμα φίλου. Αν δε ρισκάρεις, όμως, τσάμπα θα πάει το ταξίδι. Πετάς όλη του τη φλόγα στο νεροχύτη. Οι ανήλικοι δρόμοι μαζεύουν τα χαμένα μας βήματα. Κάποιοι λένε πως είναι πιο ανηφορικοί από τον αποχαιρετισμό. Άλλοι πως είναι στρωμένοι με την απουσία μας, οπότε πρέπει να έχεις δέσει τα οριοβατικά σου μποτάκια. Όπως και να έχει, αν θες μυτερό ρουά στο θάνατο, πρέπει να τα έχεις καλά με τη γροθιά σου. Αλλά η γροθιά είναι πιο ψαλίδι από το ψαλίδι. Κι αυτό δεν είναι παιχνίδι με τις λέξεις ή μια λεξουργία. Είναι ακόνισμα. Ο Κ. γύρισε σπίτι. Έμεινε μόνος με τον εαυτό του. Όλοι κι όλοι αυτοί οι δύο. Δεν τον άφησε να ψάξει πού χρησιμεύουν όλα αυτά. Και πρέπει να είσαι έτοιμος για ένα ακροατήριο από φαντάσματα για κάτι τέτοιο. Γιατί αν κυνηγήσεις υστεροβουλιάζοντας ένα φτερωτό άρωμα, όλα τα λουλούδια θα χάσουν τη λαλιά τους. Πριν κοιμηθεί άνοιξε την αλληλογραφία του. Πρώτο το γράμμα των παιδιών. Επιτέλους του απάντησαν. Του έγραψαν πως η βόμβα από παραμύθι είναι έτοιμη.
Βομβίζει το θέρος. Το απόγεμα κουράζει- ανάσανε το δροσερό φόρεμά της ταραγμένη και την αδημονία της έριξεν όλη, στη μελέτη τη σοβαρή, κάποια πραγματικότητα για να έβρει,
που θα μπορούσε και μόνη της νά ’ρθει αύριο, μπορεί κι απόψε, ίσως εδώ ’ταν κιόλας, μόνο που την κρύβαν και μπροστά στα παράθυρα, ψηλά κι όλα έχοντάς τα, ένιωσε ξαφνικά το αγαπημένο πάρκο.
Εδώ, σταμάτησε- κοίταξεν έξω, και τα χέρια της σταύρωσε, ένα βιβλίο πεθύμησε που να μη τελειώνει, και, ξαφνικά, έσπρωξε του γιασεμιού το άρωμα πίσω, ερεθισμένη. Έβρισκε πως θα την αρρώσταινε στο τέλος.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Μακριά από μένα φεύγεις, ώρα και το φτεροκόπημά σου με πληγώνει ακόμα. Μόνος: τι να το κάνω πια το στόμα; τι τη νύχτα μου; τι να την κάνω τη μέρα μου τώρα;
Δεν έχω σπίτι δεν έχω αγαπημένη. Γωνιά δεν έχω η ζωή μου ν ακουμπησει. Το καθετί που του δίνομαι πλουταίνει και θα με σπαταλήσει.
• μη σκαλίζεις τη μύτη σου• Τις ξένες δουλειές• τις ξένες φωτιές• Τα ξένα χωράφια• Μη φτύνεις απ’ τό παράθυρο• Τού δωματίου• τού αυτοκινήτου• Τής φυλακής• Μη μένεις αξύριστος• Αγυάλιστος• Ασκεπής• Μην κατουράς τ’ αγάλματα Των εθνοσωτήρων• Μην μπαίνεις στο ρουθούνι τού κράτους• Μην αντιμιλάς στους ανωτέρους σου• Στους ψηλούς• Δυνατούς• Πλούσιους• Ωραίους• Στους γαμιάδες των λαών Και των συνειδήσεων• Μάθε να σκύβεις το κεφάλι Στις άνωθεν εντολές• Μη γελάς πικρά Όταν μαθαίνεις Για τον νέο• Ανελέητο πετροπόλεμο Που σου ετοιμάζουν• Μην κλαις γιατί άδειασαν• Οι τσέπες• η ψυχή• η ζωή σου• Και μην αγχώνεσαι Φίλε• όπως ξέρουν καλά να λένε Οι χαλαροί και οι χορτάτοι Που ποτέ τους δε δούλεψαν• και [Επειδή μπορεί να κάνουμε λάθος] Ίσως να δούλεψαν μόνο τον κόσμο Ζώντας σε βάρος των άλλων• Αν πεινάσεις Φάε σκατά• Αγριόχορτα• Τα νύχια σου• Τις σόλες των παπουτσιών σου• Μέχρι να γίνεις κι εσύ Χρυσοθήρας• Μη χτυπάς τη γροθιά σου στον τοίχο• Ξυπνούν τα φαντάσματα των ζωντανών• Και οι σκελετοί χορεύουν στην ντουλάπα• Μη σκοτίζεις τον κώλο τού γείτονα• Που βρίσκει χίλιους δυο τρόπους Να σου κλέβει Λεμόνια• ρούχα• σκέψεις• γαλήνη• Παράτα τους φτωχούς Στον αργό τους θάνατο• Και άσε τον πλανήτη Γη Στην τύχη του• Μην πίνεις• και Μην καπνίζεις• Μην παίζεις χαρτιά• και Μη ρίχνεις τα ζάρια• η Μοίρα Δεν αλλάζει τη βουλή της• Μην ενοχλείς τα μαντρόσκυλα Τού κυνοβουλίου• έχουν κάμποσα Κόκκαλα για δάγκωμα• Μην κάνεις απόφραξη Στη λεκάνη με τα βουλωμένα μυαλά• Μην αφήνεις νηστικό το θηρίο Που λαγοκοιμάται μες στο κεφάλι σου• Και οι βαστάζοι των μέσων Θα σου πουλήσουν την πραμάτεια τους• Βράδυ πρωί Στο πλυντήριο των ειδήσεων• Των γεγονότων & των συμβάντων• Των ” δεγαμιέταικαιτίέγινερεμεγάλε “• Μην πιστεύεις πια στις ουτοπίες• Ούτε σ’ εκείνες που μας κράτησαν Ζωντανούς τόσα χρόνια• από Τους ποιητές Ν’ ακούς αυτούς που αρέσκονται Να ξεχέζουν τους πάντες• εκτός Από τους φίλους τους• Αν και δυσκοίλιοι Πιο εύκολα δημιουργούν ένα ποίημα Ή έναν λίβελο για χάχανα Παρά μια σωστή κουράδα• Μην αποστρέφεσαι την εξουσία Που ονειρεύεται• Μεγαλεία• Ανέσεις• Χλιδή• Θαλαμηγούς & Jeep• Ταξίδια εξωτικά Με ερωμένες κι εραστές• Εξοχικές κατοικίες• Όπου στο πατάκι απέξω θα γράφει “Καλώς ήρθατε• γαμιόμαστε μέσα Και σας περιμένουμε”• ενώ Το κουδούνι τής εισόδου Πρέπει να παιανίζει Εθνικούς Ύμνους• και Προπαντός Μην ασκείς κριτική Στους εκάστοτε κυβερνώντες• Χύνουν ιδρώτα οι άμοιροι• Ή μένουν ξάγρυπνοι τις νύχτες Και μοχθούν• Πελεκώντας και ξύνοντας Όλο και πιο μυτερά Παλούκια Για Τον π ι σ ι ν ό σου• Γένοιτο•
Η εκδήλωση αυτή είναι μια πρωτοβουλία της αθηναϊκής υπερρεαλιστικής ομάδας, που έκανε την πρώτη της δημόσια εκδήλωση την περασμένη εβδομάδα στον ίδιο χώρο. Ο Μπενζαμέν Περέ είναι ένας ποιητής (ποιητής, άρα επαναστάτης, όπως το έχει θέσει ο ίδιος προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) η θέση του οποίου στο πλαίσιο του υπερρεαλιστικού κινήματος μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη του Αντρέ Μπρετόν. Συνιδρυτής του κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’20, θα παραμείνει βασικός εμψυχωτής του μέχρι το θάνατό του το 1959. Η διαρκής συμμετοχή του στην παρισινή ομάδα θα διακοπεί μόνο εξ αιτίας της πολιτικής του δραστηριότητας (στους κόλπους της 4ης Διεθνούς και εκτός αυτών), στην Βραζιλία, την Ισπανία, όπου συμμετείχε ενεργά στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό των αναρχικών, και τέλος στο Μεξικό, όπου κατέφυγε καταζητούμενος από τις κατοχικές αρχές και έζησε για μια δεκαετία με την ζωγράφο Ρεμέντιος Βάρο. Το έργο του (γιατί το ερώτημα της σχέσης μεταξύ βίου και έργου διατρέχει τις σκέψεις που ακολουθούν) αποτελεί υπόδειγμα υπερρεαλιστικής συνέπειας και τόλμης: ο απόλυτος αντιακαδημαϊσμός του, ο εξεγερμένος λυρισμός, η ελευθερία που συνενώνει τις εκφάνσεις του παθιασμένου έρωτα με τις πιο ακραίες εκδηλώσεις ενός χιούμορ που εξοβελίζει κάθε έννοια ‘γούστου’ ή ‘λογοτεχνικότητας’ δίνουν το μέτρο των υπερρεαλιστικών κατακτήσεων στο χώρο της έκφρασης, της ποίησης ως αντανάκλασης των ρευμάτων της επιθυμίας. Το πρόβλημα παραμένει ότι μόλις τώρα, για πρώτη φορά και (διόλου τυχαίο) χάρη στην πρωτοβουλία μιας υπερρεαλιστικής ομάδας, ετοιμάζεται ένας τόμος του Περέ στην ελληνική γλώσσα. Η εισαγωγή μου αυτή, παραλείποντας τις βιογραφικές λεπτομέρειες που καταγράφονται στην έκδοση που ετοιμάζουμε, θα κινηθεί σε τρεις άξονες. Κατ’ αρχάς, οι τύχες του Περέ στην ελληνόφωνη έκφραση, έπειτα η σημασία του Περέ σε μια γενικότερη θεώρηση του υπερρεαλισμού ως ζωντανού κινήματος, με το ερώτημα (για μας διόλου αναπάντητο) του κατά πόσον έχει έννοια η συνεχιζόμενη υπερρεαλιστική δραστηριότητα, και τέλος η ποιητική του Περέ ως πρακτική κειμενική, όμως αδιανόητη έξω από το πλαίσιο μιας ευρύτερης θέασης και πράξης. Όπως πολλά στοιχεία στην τόσο ταλαίπωρη ιστορία του πρώιμου ελληνικού υπερρεαλισμού, ο Περέ είναι μια αναφορά που έχει μέχρι στιγμής λειτουργήσει περισσότερο ως teaser, ως πιθανώς θελκτική παραπομπή σε κάτι ακραίο και αδιανόητο στα καθ’ ημάς, παρά ως κάτι που μπορεί να μεταφραστεί σε κάποια έκταση, να επανεγγραφεί, να διαδοθεί, να εμπνεύσει. Όχι ότι έλειψαν στην Ελλάδα τα έργα και οι αναφορές που έφεραν σαφώς τα ίχνη του Περέ, ενός Περέ περισσότερο ή λιγότερο μετριασμένου βέβαια ως προς την οξύτητα του χιούμορ και την επιθετικότητα της επέμβασής του πάνω σε λογικές και αισθητικές νόρμες. Ο Εμπειρίκος μιλά με δέος για τις συναντήσεις του μαζί του, ο Εγγονόπουλος (ο μόνος Έλληνας υπερρεαλιστής που ως ένα βαθμό τουλάχιστον καλλιέργησε συστηματικά το ανατρεπτικό χιούμορ) του αφιερώνει ένα ποίημα όταν πεθαίνει. Αργότερα ο Νάνος Βαλαωρίτης θα αφιερώσει και αυτός στον Περέ ένα από τα αγγλόφωνα ποιήματά του. Όμως και στην Αμοργό του Νίκου Γκάτσου, όσο και αν η οικειότητα με το κείμενο αυτό καθώς και η εξέλιξη του συγγραφέα του μας κάνει να το ξεχνάμε, πολλές αυτόνομες εικόνες αλλά και ολόκληρα χωρία στηρίζονται σε μεθόδους του Περέ—ιδίως αυτήν της ειρωνικής χρήσης κοινότοπων ρητορικών σχημάτων που διαστρέφονται αφήνοντας ένα εκκωφαντικό νοηματικό κενό το οποίο καλύπτεται όχι από την αίσθηση μιας υπαρξιακής ματαιότητας αλλά από την πρόκληση μιας έκρηξης γέλιου. Ο πρώτος μεταφραστής του Περέ στα ελληνικά είναι ο Νικόλαος Κάλας, με τρία ποιήματα που δημοσιεύθηκαν το 1938 στο συλλογικό τομίδιο Υπερεαλισμός των εκδόσεων Γκοβόστη. Από αυτά, το ένα, το περίφημο «Τρία κεράσια και μια σαρδέλα», παραμένει διαθέσιμο, έχοντας περιληφθεί στην ελληνική έκδοση της Ανθολογίας του Μαύρου Χιούμορ του Μπρετόν. Το γεγονός είναι ότι η απόπειρα εκείνη του Κάλας δεν είχε συνέχεια, και ότι μέχρι σήμερα τα κείμενα του Περέ που έχουν εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ασφαλώς θα μπορούσε να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι, όντας ακριβώς μια αρχετυπική περίπτωση υπερρεαλιστικής έκφρασης, θέασης και πράξης, ο Περέ δεν έχει θέση σε έναν κόσμο όπου η υπερρεαλιστική δραστηριότητα στερείται λόγου ύπαρξης, επειδή οι εποχές έχουν αλλάξει, επειδή τα κινήματα των λεγομένων ιστορικών πρωτοποριών έκλεισαν τον κύκλο τους και είτε ακολουθήθηκαν από άλλα είτε διαχύθηκαν στην ατμόσφαιρα της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής, χωρίς πλέον ανατρεπτικές αξιώσεις. Αυτό είναι το δεύτερο θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει εδώ. Κατ’ αρχάς, διευκρινίζω ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς μια από τις ιστορικές πρωτοπορίες, παρά τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξαν αυτές στην εμφάνιση και έκφρασή του. Οι πρωτοπορίες των αρχών του 20ου αιώνα, με τον ιστορικά ερμηνεύσιμο πειραματικό, παιγνιώδη, ανανεωτικό ή αιρετικό χαρακτήρα τους, σε ό,τι αφορά στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία, απελευθέρωσαν παρεμπιπτόντως ένα φαντασιακό δυναμικό και έτσι παρέσχαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το υπερρεαλιστικό πρόταγμα συνειδητοποιήθηκε και αναπτύχθηκε. Εδώ όμως οι σχέσεις τελειώνουν, και αρχίζει η περιπέτεια του μοναδικού τρόπου που μας προσφέρεται για μια ριζική διερώτηση πάνω στους όρους της ύπαρξής μας. Ο Μπρετόν έθεσε σαφώς το ζήτημα, το 1942, όταν διευκρίνισε ότι τα περί συνέχειας ή θανάτου του υπερρεαλισμού έχουν έννοια μόνον εν σχέσει με τις επαναστατικές στοχεύσεις που έχει θέσει το ίδιο το κίνημα. Με άλλα λόγια, ένα κίνημα μπορεί να θεωρηθεί μετα-υπερρεαλιστικό μόνον εφ’ όσον υπερκεράσει τις ανατρεπτικές και απελευθερωτικές προοπτικές του υπερρεαλισμού, αν και δεν θα έπρεπε τότε να μιλάμε για μετα-υπερρεαλισμό, αλλά για τον υπερρεαλισμό ως πρόδρομο του όποιου μεταγενέστερου κινήματος. Το μόνο κίνημα ωστόσο που αποπειράθηκε πραγματικά να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση του ξεπεράσματος υπήρξε η καταστασιακή διεθνής, γνωστή σήμερα κυρίως για τις οπισθοδρομήσεις της σε σχέση με τον υπερρεαλισμό (κεντρική εξουσία στον τομέα της οργάνωσης, επιτιμητική παραδοχή του αυτόνομου χαρακτήρα της τέχνης, που ο υπερρεαλισμός επεχείρησε να ελευθερώσει αμφισβητώντας αυτήν την αυτονομία αλλά όχι και καταργώντας τις μορφές που η κυρίαρχη ιδεολογία εγκλωβίζει χωρίς να αποτελεί το πρώτο αίτιο των πόθων που τις γονιμοποίησαν). Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη προοπτική: είναι η άρνηση των όρων του Μπρετόν, η άποψη ότι τα «φαινομενικά» θεμελιώδη ζητήματα που έθεσε ο υπερρεαλισμός υπήρξαν και τα ίδια ιστορικές κατασκευές ή φενάκες, που δεν έχει έννοια να μας απασχολούν πλέον, και ότι ως εκ τούτου η συνέχιση του υπερρεαλιστικού προτάγματος κάτω από αυτό ή οποιοδήποτε άλλο όνομα ακυρώνεται εκ των πραγμάτων. Θα αφήσω το ερώτημα ανοιχτό, μολονότι η δική μου απάντηση θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη, δεδομένης της παρούσας θέσης μου. Θα προσθέσω μόνο ότι αν ο υπερρεαλισμός, μαζί με τους πόθους που τον υποδαυλίζουν και τις προοπτικές που αναγνωρίζει μέσα στο μπρετονικό δάσος των ενδείξεων, δεν είναι παρά μια ιστορική κατασκευή που απλώς αφήνει κάποιο ίχνος στη συνέχιση των καλλιτεχνικών πρωτοποριών, οι ίδιες αυτές πρωτοπορίες δεν αποτελούν παρά μια σύλληψη συστηματοποιημένη περί τις αρχές του 20ου αιώνα, που τίποτε δεν εγγυάται την επ’ άπειρον συνέχισή της. Ένας νεκρός υπερρεαλισμός ισοδυναμεί με παράδοση άνευ όρων σε μάταια καλλιτεχνικά φληναφήματα, καθώς και σε βολικά όσο κι αυθαίρετα συμπεράσματα περί των επιθυμιών που, αν και ακόμη αισθητές, δεν «θα έπρεπε» να είναι πλέον τέτοιες. Η επιλογή αυτής της οδού παραμένει προσωπική ευθύνη του καθενός. Κατά ποια έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι στον Περέ, ως εμβληματική περίπτωση υπερρεαλιστή ποιητή, το έργο συμβαδίζει με την πράξη; Γνωρίζουμε ότι στην περίφημη καταδίκη του της αντιστασιακής και εν γένει περιστασιακής ποίησης, την Ατίμωση των ποιητών, που εκδόθηκε στο Μεξικό το 1945, ο Περέ δεν καταδικάζει απλώς τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό αλλά την κάθε χρήση της ποίησης για άμεσα πολιτικούς σκοπούς. Κατ’ αυτόν, η ευθεία, προγραμματική έκφραση ακόμη και μιας επαναστατικής πολιτικής αποτελεί άρνηση της ποιητικής λειτουργίας. Διαφαίνεται έτσι εδώ ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ ποιητικής δημιουργίας και άμεσης πολιτικής δράσης—διαχωρισμός που θα μπορούσε να οδηγήσει τον απρόσεχτο ή κακόπιστο αναγνώστη στο συμπέρασμα ότι ο Περέ ευαγγελίζεται μια νέα μορφή «τέχνης για την τέχνη», όπου το αισθητικό προϊόν θα αντιμετωπιζόταν ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές ή υπαρξιακές επιλογές του δημιουργού του. Τίποτε όμως δεν βρίσκεται μακρύτερα από την πραγματικότητα, γιατί ο Περέ δεν μιλά για ριζικό διαχωρισμό, αλλά για καταμερισμό ευθυνών, εφ’ όσον η ποιητική λειτουργία καταγράφει τον ακατέργαστο πόθο που η ανάλυση, η θεωρία και η δράση επιχειρούν να κατανοήσουν και να τοποθετήσουν στον ορίζοντα του εφικτού, όχι πάντοτε με επιτυχία, αφήνοντας βέβαια ένα ανικανοποίητο υπόλοιπο που επανέρχεται και επανατροφοδοτεί αέναα το ποιητικό πρόταγμα. Η «αγνότητα» της ποίησης εδώ δεν τοποθετείται εκτός πλαισίου δράσης, αλλά σημαίνει την επιμονή της υπερρεαλιστικής «φωνής» να κηρύσσει αυτό που η τριβή με το ιστορικό γίγνεσθαι δεν αφήνει πάντα, από μόνη της, να διαφανεί καθαρά. Επί πλέον ο Περέ δεν αποκλείει την πολεμική από την ποίησή του—μια πολεμική που συχνά έχει εκπληκτική ευθύτητα και προκλητικότητα. Τα ποιήματά του είναι γεμάτα από «στρατηγούς που κλάνουν στο ρυθμό της Μασσαλιώτιδας», «αρουραίους λιμασμένους σα μυδραλιοβόλο που ρίχνει στους μπάτσους», «λιοντάρια που κατουράν το κεφάλι του Πουανκαρέ», «θείες λειτουργίες στομίου οχετού κι εσπερινούς πεπονιού λιγδιασμένου» και άφθονες άλλες εύθυμες όσο κι ανελέητες επιθέσεις σε κάθε σύμβολο εξουσίας—επιθέσεις που πρέπει βέβαια να ληφθούν κατά γράμμα όσον αφορά στις αυθόρμητες διαθέσεις του Περέ έναντι των συμβόλων αυτών και των σημαινόμενών τους. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτήν τη μορφή πολεμικής και σε αυτήν της «στρατευμένης» ποίησης; Ας πάρουμε για παράδειγμα το διαβόητο ποίημα που κατ’ ουσίαν σήμανε την απομάκρυνση του Λουί Αραγκόν από τον υπερρεαλισμό, το «Κόκκινο Μέτωπο» (1932). Εκεί, η επαναλαμβανόμενη προτροπή του ποιητή προς τους σταλινικούς «συντρόφους» να «σκοτώσουν τους μπάτσους» απαιτούσε ασφαλώς να εκληφθεί κυριολεκτικά, παρά τη βεβιασμένη απόπειρα του Μπρετόν να διασώσει τον ακόμη τότε φίλο του Αραγκόν από νομικές κυρώσεις, ισχυριζόμενος ότι ο στίχος ενός ποιήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πολιτική διακήρυξη. Στην πραγματικότητα, η κρίσιμη διαφορά είναι ότι, εκεί όπου ο Αραγκόν χρησιμοποιεί την προτροπή ως μέσον εντυπωσιασμού που φιλοδοξεί να παρασύρει τον αναγνώστη στην αποδοχή ενός πολύ συγκεκριμένου κομματικού προγράμματος το οποίο αποθεώνεται από την ένταση των εικόνων, ο Περέ εκφράζει τους αβίαστους συνειρμούς που του προξενούν τα συγκεκριμένα σύμβολα. Η οξύτητα των δικών του εικόνων θα μπορούσε να συγκριθεί μάλλον με την απόφανση του Μπρετόν ότι η πιο στοιχειώδης υπερρεαλιστική πράξη θα ήταν να πυροβολήσει κανείς τυφλά στο πλήθος. Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για μια αντίδραση πρωτόγονη, απρογραμμάτιστη, θα λέγαμε προ-πολιτική, όχι με την έννοια της παραμονής σε ένα στάδιο ακατέργαστης σκέψης αλλά με αυτήν της διαρκούς επίκλησης επιθυμιών που η ανάλυση και πράξη μπορεί εν μέρει να ερμηνεύσει, μετουσιώσει, ικανοποιήσει, εντάξει σε ένα πολιτικό πρόγραμμα, αλλά όχι και εξαντλήσει, αφού εξ άλλου ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί ένα τετελεσμένο δόγμα αλλά το πεδίο μιας διαρκούς αναγνώρισης κατ’ αρχάς, όσο και διακύβευσης του πόθου. Η όλη ποιητική του Περέ ακολουθεί με συνέπεια την αρχή μιας ατελεύτητης αποφυγής κάθε παγιωμένου συστήματος, ακόμη και αν αυτό εμφανιζόταν ως το «υπέρτατο σημείο» του Μπρετόν, το σημείο της πλήρους κατάλυσης όλων των αντιθέσεων. Η ποίηση αυτή γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι, αφ’ ης στιγμής το εν λόγω σημείο εντοπίζεται, εκείνη αδρανοποιείται αυτομάτως. Δεν ζούμε σε έναν κόσμο υπερρεαλιστικό—ο υπερρεαλισμός είναι πάντα εκείνο που «θα» υπάρξει, η υπερρεαλιστική δράση είναι ο πόθος και η αέναη κίνηση προς αυτό το σημείο. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που μπορούν να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για το ύφος και τη δομή της ποίησης του Περέ—όχι ως φιλολογική αποτίμηση, αλλά ως τοποθέτηση του έργου σε σχέση με την ευρύτερη προοπτική που το υποδαυλίζει. Κύριο στοιχείο της ποίησης του Περέ είναι η ταυτόχρονη τήρηση και διαστροφή καθιερωμένων γλωσσικών τύπων. Ο Περέ δεν έχει την παραμικρή σχέση με πειραματισμούς στον τομέα της σύνταξης ή τη μεμονωμένης λέξης. Η ίδια η δομή των ποιημάτων του ακολουθεί συχνά την πορεία ενός αποδιοργανωμένου εκ των έσω ρητορικού σχήματος, το οποίο γίνεται αίφνης βορά εναλλακτικών μεθόδων λογικής επαγωγής. Αιτιακοί δεσμοί υπερπηδούνται ή παρεξηγούνται, παρενθετικά χωρία εισβάλλουν χωρίς κανέναν προφανή λόγο, το κείμενο τελειώνει μόνο μαζί με τον πόθο της συγγραφής του και όχι με την ολοκλήρωση ενός συμπεράσματος, το οποίο βέβαια δεν θα έλθει ποτέ, αφήνοντας τον υπερρεαλιστικό ορίζοντα ανοιχτό. Έναν ορίζοντα που δεν έχει θέση για τις αδρανείς αναμονές και τις θεσμοθετημένες ματαιότητες των διάφορων Σίσυφων και Γκοντό, αλλά που, από τις πολυάριθμες ρωγμές του, όπως μες από τις βούλες της καμηλοπάρδαλης στο περίφημο κείμενο-αντικείμενο του Λουίς Μπουνουέλ, διαφαίνονται προοπτικές μέχρι εκεί που χάνεται το βλέμμα. Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση: η έκφραση αυτή, θα πρέπει να είναι ήδη προφανές, δεν έχει κατακτήσει το πεδίο της απόλυτης αγνότητας. Γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε για παρωδία, διαστροφή, κριτική χρήση καθιερωμένων γλωσσικών και υφολογικών τύπων—μέθοδος εξ άλλου που κατάγεται από τον κατ’ εξοχήν πρόδρομο του υπερρεαλισμού, τον Λωτρεαμόν. Γι’ αυτό εξ άλλου μιλάμε και για τη διαρκή παρουσία της λογικής αντίφασης, που αποτελεί το πλέον αναγνωρίσιμο στοιχείο του Περετικού χιούμορ. Η πλήρης επίτευξη των υπερρεαλιστικών στόχων θα σήμαινε πιθανώς την κατάλυση κάθε αντίφασης—αλλά μια τέτοια πλήρης επίτευξη δεν ανήκε ποτέ στις επιδιώξεις του υπερρεαλισμού: «κάθε ιδέα που θριαμβεύει κυλά προς το χαμό της», λέει ο Μπρετόν. Η υπερρεαλιστική έκφραση δεν παύει να διατηρεί μια επιθετική σχέση με τους καθιερωμένους τύπους της γλώσσας και την ιδεολογική τους λειτουργία, επιχειρώντας να ελευθερώσει τις λέξεις από τα δεσμά τους χωρίς ωστόσο να αρνείται την ύπαρξη αυτών των δεσμών—θεωρώντας μάλιστα ως καθήκον τον εντοπισμό και τη διαρκή ανατροπή τους, όπου κι αν κρύβονται αυτά, όσο απόλυτη κι αν υποκρίνεται ότι είναι η εσωτερίκευσή τους από το γλωσσικό υποκείμενο. Αυτή την έννοια εξ άλλου έχει η εμβληματική σημασία της αυτόματης γραφής—ως κραυγής του πνεύματος που επιφέρει τη στροφή των γλωσσικών δομών προς άπειρες κατευθύνσεις, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, αλλά πάντοτε οδηγημένες από την επιθυμία. Η αντίφαση, με τη διαρκή πρόκληση που την αμφισβητεί χωρίς να την καταργεί, αποτελεί το εισιτήριο της ποίησης προς την ελευθερία, η οποία ωστόσο δεν ονομάζεται ποτέ κατά τρόπον απόλυτο, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε τον θάνατό της. Η διαλεκτική του υπερρεαλισμού δεν επιτυγχάνει μια τέλεια, ταξινομημένη αρμονία, αλλά απαιτεί, με κάθε ποιητική εικόνα, μια άλλη εικόνα, μια ακόμη προσθήκη στην αλυσίδα των μεταλλαγών που, διαμέσου άπειρων αντιθέσεων, τείνουν προς την ανύπαρκτη κορυφή μιας πυραμίδας, ακέφαλης, απ’ όπου ο εξωκοσμικός παράγοντας έχει αποκλεισθεί. Ο υπό δημιουργίαν μύθος της ανθρωπότητας που γεφυρώνει το τέλος της με την αρχή της διαφεύγει αέναα, είναι πάντοτε απών, όπως τον όρισε ο Ζωρζ Μπατάιγ: είναι «ο πιο ψυχρός, ο πιο αγνός, ο μόνος αληθινός μύθος». Τίποτε δεν είναι εγγυημένο, αλλά και τα πάντα είναι ανοιχτά στο παιγνίδι. Οι ενδείξεις μιας άλλης πραγματικότητας πολλαπλασιάζονται, χωρίς αυτή να τοποθετείται ποτέ στην κορυφή της πυραμίδας, που παραμένει μια κενή σύλληψη. Όμως η πορεία συνεχίζεται, και τα δεσμά της γλώσσας διαστρέφονται χωρίς ποτέ να αγνοούνται: στρέφονται ενάντια στη λειτουργία που θα τα ήθελε εγγυητές μιας συμβιβασμένης, χρηστικής ύπαρξης, στη σκιά της πυραμίδας που ο υπερρεαλισμός σκαρφαλώνει με το θράσος του εξεγερμένου. Ας ακούσουμε και πάλι τον Μπατάιγ, που στο έργο του Η Εσωτερική Εμπειρία μας θυμίζει πως, μεμονωμένες, οι λέξεις «βούτυρο» και «άλογο» εξαντλούν τη γνωστική και χρηστική τους σημασία. Η ποίηση, όπως εννοείται στον υπερρεαλισμό, παραμένοντας εγκλωβισμένη στις καθημερινά αναγνωρίσιμες δομές της γλώσσας, αλλά χρησιμοποιώντας τις ενάντια στις συνήθεις χρήσεις τους, δημιουργεί ένα «άλογο από βούτυρο», αποκρυσταλλώνει μια εικόνα που καταγράφει τις λανθάνουσες παραστάσεις μας, ωθώντας μας προς τον εντοπισμό των πόθων που τείνουν να εκφράσουν. Η τάση αυτή, τάση επιθετική όσο κι ερωτική, δεν έχει εκπρόσωπο πιο παραδειγματικό από τον Περέ. Η εικονοποιία και το γλωσσικό ύφος που διατρέχουν την ποίηση του Περέ αποτελούν μια μοναδική σύμμειξη χιούμορ και λυρισμού—μοναδική γιατί τα δυο συστατικά του στοιχεία δεν είναι ποτέ διακριτά. Ο Περέ—που, παρά την υπερτίμηση του Πωλ Ελυάρ, είναι σαφώς ο σημαντικότερος ερωτικός ποιητής του υπερρεαλισμού, μαζί με τον Μπρετόν—δεν διστάζει να παρεμβάλει εικόνες και λογικούς συνδυασμούς μιας, θα λέγαμε, ‘γκροτέσκο’ προοπτικής εν μέσω λυρικών διακηρύξεων. Η άρνηση της δομικής παγίωσης συνοδεύεται έτσι και από αυτήν της αντίστοιχης υφολογικής, μια καταγγελία της αισθητικής που θα περιέκλειε τον άγριο υπερρεαλιστικό λυρισμό στα καλούπια μιας μονοσήμαντης ρητορείας. Το χιούμορ, ακατέργαστο όσο και ασυμβίβαστο, δεν αρνείται τη γνησιότητα του αισθήματος, δεν εκχυδαΐζει έναν έρωτα που, σύμφωνα με τη διατύπωση του Περέ, πρέπει πάντοτε να τείνει να γίνει υπέρτατος (sublime). Απλώς αμφισβητεί, διαστρέφει αλλά και επεκτείνει επ’ άπειρον τα μέσα έκφρασής του.
Νίκος Σταμπάκης
*Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση που πραγματοποίησε η Υπερρεαλιστική Ομάδα των Αθηνών στο χώρο Ash in Art στις 14 Απριλίου 2005 με θέμα: BENJAMIN PERET «Απαγορεύεται η Αφισοκόλλησις» Ο Υπερρεαλισμός στην καθαρή του μορφή.
Πόσες σταγόνες πρέπει στους ουρανούς ακόμα να συγκεντρωθούν Πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μάλλον ποτέ δεν θα το μάθουμε Πόσο πρέπει οι καυτές φλόγες κάτω στις κολάσεις να λάμψουνε Πριν οι ζεματιστές πύρινες λάβες του ηφαιστείου πεταχτούν, Κανένας δεν μπορεί να πει· αλλά σίγουρα θα έρθει η ώρα! Όποιος όνειρο ‘χει εκδίκηση να ξέρει, έχει ανηφόρα! Δεν μπορεί να λέει πόσα χτυπήματα πρέπει να παν χαμένα, Πόσες ζωές ανθρώπων ακόμα επάνω στον τροχό να σπάσουν, Πόσα ακόμα άκαμπτα πτώματα μες στα σάβανα χωμένα, Πόσοι μάρτυρες τ’ άλικο αιμάτινο σφράγισμα θα χαράξουν· Σίγουρα όμως αυτός είναι ο καιρός συγκομιδής του μίσους! Και όταν το ισχνό παράπονο του αγανακτισμένου κόσμου Ακουστεί ξανά απ’ τον θρόνο, θα στραφεί προς την πλευρά του θρόνου. Αυτός που είναι προσεκτικός, ακούει της μοίρας τους ψιθύρους!
Φιλαδέλφεια 1890
UT SEMENTEM FECERIS, ITA METES
How many drops must gather to the skies Before the cloud-burst comes. we may Dot bow How hot the fires in under hells must glow Ere the volcano’s scalding lavas rise, Can none say; but all wot the hour is sure! Who dreams of vengeance has but to endure! He may not say how many blows must fall, How many lives be broken on the wheel, How many corpses stiffen ‘neath the pall, How many martyrs fix the blood-red seal But certain is the harvest time of Hate! And when weak moans. by an indignant world Re-echoed, to a throne are backward hurled. Who listens, hears the mutterings of Fate!
*
Εις μνήμην
Ω Μάνα γύρε το παιδί σου επάνω στο στήθος, Το παιδί που έντυσες με ατσάλι πραγματικότητας Και έστειλες μπροστά, δυνατό στην καρδιά της νεότητας Να ξυπνήσει με τραγούδι το πλανημένο πλήθος Από τυράννων και κολάκων υποσχέσεις και μειδιάματα Που έψαξαν τα μάτια του, δεν βρήκαν απειλές ή τεχνάσματα Μπορεί να ταράξει τα ατάραχτα αστέρια στον ουρανό τους Όχι όμως μια λέξη φορτισμένη απ’τα χείλη να κερδίσει Όχι για τον πλούτο τους, ούτε για τον έπαινό τους, Αλλά τον ήλιο της Τιμής να κρύψει εν εκλείψει Ω Μάνα Ελευθερία τα μάτια τα κατηφή, Και τα γενναία χείλη εικόνες λευκές, ψυχρές και βουβές, Τη δικαιοσύνη ο χρόνος θα οδηγήσει μέσα στις ψυχές, Απ’ την αναπνοή σου πνέει Αθάνατη Σπίθα λαμπρή.
Φιλαδέλφεια 1894
IN MEMORIAM
Back to thy breast, O Mother, turns thy child, He whom thou garmentedst in steel of truth, And sent forth, strong in the glad heart of youth, To sing the wakening song in ears beguiled By tyrants’ promises and flatterers’ smiles; These searched his eyes, and knew nor threats nor wiles Might shake the steady stars within their blue, Nor win one truckling word from off those lips,- No-not for gold nor praise, nor aught men do To dash the Sun of Honor with eclipse, O Mother Liberty, those eyes are dark, And the brave lips are white and cold and dumb; But fair in other souls, through time to come, Fanned by thy breath glows the Immortal Spark.
-Σε ”Μαγαζί της Θλίψης”-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-”Τι περιμένεις από μάτια που δεν βλέπουνε φύση”-Ανδρόγυνο μου ψιθυρίζει και μου συστήνεται καθηγητής των Μετεώρων μ’ ένα κασόνι μπίρες σε χαπάκια-Ράβει βρόχους του Χρόνου που τους πουλάει όπου νομίζει-Ή μήπως είναι παραίσθηση απ’ τη μοναξιά και τα δικά μου χάπια-Σε λίγο τα ”Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας” θα ξαναεπιτεθούν στους μπάτσους κι όλοι είναι έτοιμοι για τη σύγκρουση που επαναλαμβάνεται χρόνια χωρίς νικητή και θεατές μόνον ορθίους-Ενώ μεταδίδεται σε απευθείας μετάδοση στον Ιστό και τα τηλεοπτικά κανάλια-Τα ”Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας” διεκδικούν το δικαίωμα όλων να μετοικούν στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Προς το παρόν αποκλειστικό δικαίωμα της μπουρζουαζίας και της εξουσίας με ειδικό διάταγμα-Σε ”Μαγαζί της Θλίψης”-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-
*Από τη συλλογή “Κάθαρμα” Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.
Το ωχρό φθινόπωρο δεν έχει ιστορίες για μένα. Δεν άκουσα ποτέ τους ψαλμούς των νεκρών φυλλωμάτων που φέρνει ο αέρας. Δεν ξέρω τους ψαλμούς των ξεραμένων φύλλων, μόνο το πράσινο όνειρο της πικρής γης.
[Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΠΥΡΓΟ…]
Η πλατεία έχει έναν πύργο, ο πύργος έχει ένα μπαλκόνι, το μπαλκόνι έχει μια γυναίκα, η γυναίκα ένα λευκό λουλούδι. Πέρασε ένας καβαλάρης
-ποιος ξέρει γιατί πέρασε. Κι έχει πάρει την πλατεία με τον πύργο της και το μπαλκόνι του, με το μπαλκόνι του και τη γυναίκα του, με τη γυναίκα του και το λευκό λουλούδι της.