Κώστας Κουκούλης, Δύο ποιήματα

ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΟΣ

Το πρωτόγνωρο χάδι τής μοναξιάς
στο χνουδωτό μάγουλο. Κάποτε.
Είδαμε την αντιλόπη τής μοναξιάς σου
στο άλμα της να χάνεται. Τώρα,
στέκει μαβί ένα σύννεφο
απορία παιδιού ή πίκρα ενός άντρα.
Έφυγες. Είπες μακριά θα πας. Και πήγες.
Ταξιδεύεις. Και η μαρμάρινη σκάλα
στη σκόνη της έχει κρύψει τα ίχνη τού Τελευταίου.
Τα κάγκελα πεσμένα, τα χρώματα του κήπου
εξαϋλωμένα ― και το λιονταρίσιο στόμα
που δάγκωνε στην ξύλινη πόρτα το χτύπημα
του Ερχόμενου, τώρα ένα ρόπτρο βουβό.
Πού είσαι; Να αναστήσεις την παιδική εκείνη κούκλα
που μες στην αγριάδα και την τσουκνίδα πέταξαν
― πού είσαι, να βρείς το φυλαχτό από τη μάνα σου
που ανάμεσα σε θρύψαλα ακροκεράμων το ’θαψαν.
Πού είσαι, να ανταμώσεις το πιστό σκυλί, που περιμένει;
Ταξιδεύεις. Πάντα για κάπου αλλού. Και η δική μας η ζωή
άτεχνα αν θα διορθωθεί σε μιας αστραπής τη λάμψη.
Ταξιδεύεις. Ταξιδεύεις όλο και πιο μακριά κι επάνω
στης ώχρας τη φθορά παίρνει το σχήμα της η απουσία σου.
Μα, κι αν κάποια φορά γυρίσεις
ποιος, τάχα, θα μπορέσει
της καρδιάς σου το κόκκινο αίνιγμα να λύσει;
Κάποτε, μέσα σε θρήνους θα θριαμβεύσεις ―

Ο ΙΑΜΟΣ

Ο Ίαμος
μοναχικός ένας περιηγητής αυτός
και μαντεύει ― δεν είναι ο Ναζωραίος
μα έχει απ’ τις πληγές του
και η ομορφιά του απερίγραπτη
και το κορμί του
σ’ έναν χορό αδιάκοπο
ανάμεσά μας.
Τι να μηνάει τάχα η χειρονομία του αυτή;
Τόσες κινήσεις δυσερμήνευτες, ανεξήγητα νεύματα
(να μας μηνάει καλό;
να μας μηνάει κακό;)
και όπως τα όνειρά μας χρωματισμένος.
Χορεύει ανάμεσά μας. Μια παντομίμα.
Αύριο, όμως, θα είναι αλλού.
Γιατί δεν είν’ ολοδικός μας.
Ο Ίαμος, ο γιος των μενεξέδων,
ταξιδεύει προφητεύοντας για όλους.

*Από τη συλλογή “Δύο Κύκλοι Ποιημάτων (1972-1984)”, 1984.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Το τραγούδι του βοριά

Πως γράφω ό,τι με ριγεί τη λύπη τη χαρίζω
σ’ αδάμαντα και κρύσταλλο τη σπάω και τη λιανίζω
μόνο που στέκομαι σιμά στο βράχο και στο κύμα
του αθηριού με τον ανθό γεννά μονιά το ποίημα
κι ολότελα ταξίδεψα στου Άτλαντα την πλάτη
αρνήθηκα να με μετρώ διασκελισμούς γεμάτη
ανάσα φεγγαρόλυτη κι ελεύθερη σπαθίζει
τον ίαμβο ζευγαρωτή τα λόγια μου γυρίζει∙

όπως στέκομαι
στην άκρη του βράχου
θυμάμαι τους αυτόχειρες ποιητές
/ο λόγος τους βαρίδι στη ψυχή μου
κι όμοια με άσεμνη σκέψη ή
με την πιο κρυφή επιθυμία
/το βυζί ζεστή τροφή
στο στόμα του εραστή μου
τα νύχια μπηγμένα
στο δέρμα το δοσμένο
τινάζω τα μαλλιά μου και
πέφτουν οι ανθοί
που μάζεψα στο δρόμο
προς τη θάλασσα τάχα
που διάλεξα μες στην παγκόσμια μοίρα
προτού να ριχτώ
στην ανάγκη της
κι ας με ζώνει ο φόβος∙

οι δυο μου φύσεις πολεμούν, η μια να τραγουδάει
κι η άλλη η πικρότερη θάνατο να σκορπάει.-

Λουκία Πλυτά, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ
Εμείς, με την ανθρώπινη μορφή
σύγκορμοι ακολουθούμε τ’ άστρα
τελούμε εν αγνοία μας
τις ίδιες διαδρομές
τους ίδιους φόβους αγαπούμε
ενώ φλερτάρουμε
άλλοτε αθόρυβα
άλλοτε με βοή
για μια κορφή
με μύριες προεκτάσεις.

ΑΝ
Ο Αν, στρίγγλισε δυνατά και πέταξε.
Κάνοντας χρήση το επίπονο
και δυσνόητο προνόμιο
της ελεύθερης βούλησης
έγινε λευκός σαν το χιόνι.
Ικανοποιημένος,
χαμογελούσε αυτάρεσκα
όταν μια δωδεκάδα αμούστακα παιδαρέλια τον ρώτησαν:
-Γιατί δεν έριξες;
Αποφεύγω τις παρανοήσεις απάντησε,
κι άλλωστε κανένας δεν μπορεί να με υποχρεώσει
να ζω σφηνωμένος σ’ ένα έτσι κι αλλιώς δεν τη γλυτώνεις.

ΘΑΛΑΣΣΑ
Υπάρχουν κάτι ψυχές πολυδιάστατες,
ντυμένες του χαλκού το χρώμα,
φερμένες από τόπους μακρινούς
αέρινα να περπατούν στης γης τα χώματα
σκορπίζοντας αγάπη.
Θυσία η γέννα τους,
περήφανη υπηρεσία στο φως η επιλογή τους
κι ας εκλαμβάνεται ξανά για άλλη μια φορά
στις μέρες μας ως αδυναμία της καλοσύνης η αρετή.
Εκείνες στα πόδια τους πατάνε σταθερά
ανέγγιχτες από τη φθορά,
γνωρίζοντας μέσα τους βαθιά,
πόσα ποτάμια θάλασσα χρειάζεται η πέτρα
άνθρωπος να γίνει.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Stéphen Moysan, So subversif / Τόσο ανατρεπτικό

Cris melancolie

La révolution
C’est quand l’extraordinaire
Devient quotidien.

Vive la Commune –
Si l’économie est malade
Qu’elle crève.

Nous ne voulons pas d’un monde
Ou la garantie de ne pas mourir de faim
Se paie par le risque de mourir d’ennui.

Επανάσταση
Είναι όταν το εξαιρετικό
Γίνεται καθημερινό.

Ζήτω η Κομμούνα-
Αν η οικονομία είναι άρρωστη
Αφήστε την να πεθάνει.

Δεν θέλουμε ένα κόσμο
Όπου η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από πείνα
Πληρώνεται από τον κίνδυνο να πεθάνουμε από την πλήξη.

*

La France
J’adore le pays
Je déteste l’Etat.

Ras le viol
Un homme sur deux
Est une femme.

Allez faire
Le Mâle
Ailleurs.

Γαλλία
Λατρεύω τη χώρα
Μισώ το κράτος.

Ως εδώ με τον βιασμό
Ένας στους δύο άντρες
Μια γυναίκα.

Πηγαίνετε να κάνετε
Το αρσενικό
Αλλού.

*

Nous ne voulons pas
Une part du gâteau
Nous voulons la boulangerie.

Nous ne voulons pas
De plein emploi
Mais une vie bien remplie.

En fait
Nous voulons tout
Et nous prendrons le reste.

Δεν θέλουμε
Ένα κομμάτι της τούρτας
Θέλουμε το φούρνο.

Δεν θέλουμε
Πλήρη απασχόληση
Αλλά μια πολυάσχολη ζωή.

στην πραγματικότητα
Τα θέλουμε όλα
Και θα πάρουμε το υπόλοιπο.

*

Je ne veux pas
Suer comme un âne
Pour consommer comme un porc.

Le travail est à la vie
Ce que le pétrole est à la mer
Un naufrage.

Profonds traumatismes –
Les rêves de l’état
Sont nos cauchemars.

Δεν θέλω
Να ιδρώνω σαν γαϊδούρι
Να καταναλώνω σαν γουρούνι.

Η δουλειά είναι για τη ζωή
Ό,τι είναι το πετρέλαιο για τη θάλασσα
Ένα ναυάγιο.

Βαθιά τραύματα –
Τα όνειρα του κράτους
Είναι οι εφιάλτες μας.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Πηγή της εικόνας της ανάρτησης: https://www.eternels-eclairs.fr/cris-melancolie-poemes-poesie-stephen-moysan.php

Λαμπριάνα Οικονόμου, από τον “Καγκελάρη”

[κέρινο φως: νύχτα κοιμίζει πέτρα – όλα τ’ αγκά-
Θια: κόκκινα – πώς μοιάζουνε στον ξένο, πώς –
Χιόνι και παγανιά στο ρέμα:]

Χαράσσει αίμα η πλαγιά στο σβήσιμο του ήλιου
μόνο και θεοσκότεινο το μέγεθος της πλάσης

και στα ριζά βελανιδιάς καθίζω τη σκιά μου:
αυχένα στέρνο βροντερό πλάτη γερή και πόδια

σπαθί κραδαίνει θύμηση και λάμα τα ξεσκίζει
έτσι ανεμος να χαίρομαι σαν αποσβολωμένος

την ομορφιά της άνοιξης με σταυρωμένα χέρια
σαν σώμα οπαρασιτικό σε ρωμαλέο δέντρο

να του στερεύω δύναμη ώσπου να το εξαντλήσω
και αλλού να σέρνομαι έπειτα για να το παρασιτίζω

[ασβέστης άνοιξη και φως λεπίδι, δειλά η αυγή
απλώνεται στους φράχτες – και ο Σκοτεινός δεν
Τάζει του βλαστού:]

Πάνω που πάω να συνηθίσω
πετάγεται λερναίο φριχτό κεφάλι
[αυτήν τη μοχθηρία λέω επιστροφή].
και ούτε που μάχομαι άνυδρα
μάτια έως την κόγχη: μα-
κροδικός με το πλατάνι
που με γνωρίζει αμίλητο
θυμό μες στη σκιά
και σβήνονται τα νέα της ημέρας.

Παλιός είναι ο πλάτανος παλιά σκιά σκοτίζει
κουφάρι του μ’ εχθρεύεται, ζόφος του πήζει αίμα

βλέπω κλωνιά να σείονται και να αναμερίζουν
σπάζοντας νομοτέλεια του βέβαιου θανάτου

[post tenebras lux:]

Μετά αστραπές. Και σπεύδει ο κόσμος
να χωρέσει σκοτάδι στις παλάμες.
Κάποιος το κρύβει σε παγούρι, άλλος
κάτω από στρώμα. [Για την ιστορία:
Το φως είναι σαν το νερό].

Μερεύει ανθρώποη καρδιά και ρίχνει τα σκουτιά της
αντέχει ο κόσμος ερπετό: κάψα χιονιού πληγή του

[στάχυα:]

Άκου: λυγίζουν προσευχή, σκίζουν τα πόδια,
προσπερνάς, βλασταίνουν αίμα και –
[διακόπτει βίαια μια ύποπτη χημεία – καρποί
και άνυδρες φλέβες: συντρίμμια στα χέρια θεριστή].

[άγνωρη ησυχία σε έκταση, ώσπου στριγκλίζουν
φρένα – σύνορα πίσσα που καίγεται αίμα:]

Τροχός στα μάτια: Ντίσελντορφ –
και σάρκες του Εμίν [ο κόσμος λιώνει
επάνω μας γρανάζια], Ντίσελντορφ:
δώδεκα μάρκα σώμα μίσος,
Ντίσελντορφ: ασημένιο σκυλί
που παίζει κόκαλο
το χέρι μου.

*”Καγκελάρης”, Εκδόσεις Κοβάλτιο, Μάιος 2020.

e.e. cummings, Δύο ποιήματα

Photo: Corbis

xx.
μου ζήτησες να ’ρθώ: έβρεχε λίγο,
και η άνοιξη’ μια αδέξια λαμπρότητα του αέρα
έξοχα σκόνταφτε πάνω από την πλατεία,
μικροί γυρίνοι-ερωτευμένοι άνθρωποι αναδεύονταν

από βραδύγλωσσα μαργαριτάρια χτυπημένοι,
φύλλα που σείονταν
στη σειόμενη ευωδιά του καινούριου
—κι έπειτα. Άρεσε στα τρελά μου δάχτυλα το φόρεμά σου
….το φιλί σου, το φιλί σου ήταν ένα διακριτό εύθρυπτο

άνθος,
και η σάρκα τραγανή έφερε
του έρωτα το δόντι μου στα όρια. Έτσι ως την αυγή
έχοντας ο ένας τον άλλο υποσχεθήκαμε να ξεχάσουμε—

γιατί δεν απομένει τίποτα να μαντέψουμε:
τους φτηνούς έξυπνους μηρούς, τους ηλεκτρικούς κοινότοπους
μηρούς’ τα μαλλιά βλακωδώς ανεκτίμητα.

xxii
ολότελα έχω χάσει τα μυαλά μου και το διασκεδάζω ενδεχομένως εξαιτίας
.του δειλινού κι αν
ίσως ονει-ρικό Είναι(όχι-
εντελώς τα δέντρα ν’ αγκαλιάζουν με την έξαψη,
συνεκτικό φως
)μόνο για να εντοπίσω με
άκαμπτα αργά αλαλάζοντα μάτια πέρα από το
κούμπωμα των πραγμάτων τον άγρυπνο πρόθυμο μύθο
του σώματος,που παραδόξως θα κορδώσει
το οκνηρό ανεκτίμητο χαμόγελό μου,
ώσπου
αυτό το τόσο ασθενικό πελώριο άστρο(μήπως το
βλέπεις;)κι αυτό θα χορέψει επάνω στη γυμνή
και έσχατη σιωπή και το δειλό
(μόλις σ’ αγγίζω)και λάγνο φεγγάρι
θα βυθιστεί επιδέξια στον λόφο.

*Από το βιβλίο “λοιπόν ας φιληθούμε – ερωτικά ποιήματα” Εκδόσεις Πατάκη, 2η έκδοση, 2010. Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[family outlet]
στο τέλος της μέρας
ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
συνήθως δεν το προλαβαίναμε
μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα

[ευρεσιτεχνία]
πίστευα στα πλοία
του πατέρα
ταξίδευαν νοερά
σε κόσμους
από ειδικά υλικά
και αντοχή στο χρόνο

[προγονικό]
απόκρημνες πλαγιές
μαυροντυμένες
ο γιάννης με κολλαριστό πουκάμισο
κάπνιζε πατημένες γόπες
τα όπλα ησύχαζαν δίπλα στην πόρτα
η γιαγιά ετοίμασε τη μαγγανεία της
ψωμί με ζάχαρη και λάδι
ανάμεσα στα πόδια μας

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. κύμα, 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΗ

Και είπεν ο Θεός, συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. Και εγένετο ούτως.

Φοράς το κατάρτι στο μέτωπο
Ένα πρόσω ολοταχώς στοχεύει στα μάτια
Τρέχει το σούρουπο το αίμα να μαζέψει
Οι πειρατές προφυλαγμένοι στο γαλάζιο σου μανίκι

Ποτέ δεν παίρνω είδηση το παραμικρό
Κοιμάμαι πάντα μπρούμυτα
Με το ‘να άκρο σηκωμένο
Κι ύστερα το ψάρι κατάκοπο απ΄ το πρωί στο πόδι
Αδειάζει το νερό με τις χούφτες

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Στην επαρχία ως συνήθως
κάπου μεταξύ Βενιζέλου δώδεκα και Σκρα γωνία
διασταυρώνονται οι σιωπές
όπως διασταυρώνονται κι οι παύσεις
έντεκα παρά τέταρτο
μ’ εκείνον τον κοκκινολαίμη
που ‘σπαγε το παιχνίδι της σιωπής
μόλις σώπαινε ο θόρυβος του αυτοκινήτου

Εσύ κοιτούσες ένα ανοιξιάτικο αστέρι
κι έγραφες ποιήματα
με βραδύτητα που πιθανόν
το χρώμα στο λαιμό του ξέβαφε
αποτελείωνες τη φράση σου συμβολικά
τεντώνοντας μπροστά τα πόδια
η γάτα τρόμαζε από τον γδούπο της πατημασιάς αφού
με τον καιρό σαφώς και είχε χάσει το ανάλαφρο
το βάδισμα των αιλουροειδών του δάσους
Κατόπιν εγώ γυρνούσα
Και βλέπαμε ειδήσεις
Καθώς έπαιζες νευρικά τα δάχτυλά σου
Δυο-τρεις σταγόνες αίμα έβρεχε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Δύο ποιήματα

των ποιητών

είναι το πήλινο το στόμα της νεκρής
που αφηνιασμένο μάς μιλά
κι αφουγκραζόμαστε στίχους πολλούς τα βράδια

έτσι κλειδώνοντας το επέκεινα
στην πρώτη άδολη φύση του
σαν μέσα σε σκιά μισομαντεύουμε
από κατεβασμένο πίσω παραβάν

το μισερό το φως των ποιημάτων

γιατί ό,τι λάμπει εντός του κρύβει θάνατο
ό,τι πριν ειπωθεί φτάνει απ’ τα χαμένα

αλλ΄ επιστρέφουν σε ζωή ενσώματες οι λέξεις μας

ενώ η βροχή μεθυστικά ριπίζει πεπρωμένα!

*Από τη συλλογή “τα τελευταία ονόματα” 2010.

στον δρόμο

ω, να ο δρόμος π’ οδηγεί στο φως
τι κυκλικές στροφές τι σκόνη
κι όλος ανήφορος κοφτός
ολόκληρος
σαν εκκωφαντική μια τυμπανοκρουσία

ίσως κι ο έρωτας κάπως απλοϊκά
να δένει την καρδιά με ένα βέλος –
το αίμα σάλπιζε στη γκρίζ’ ανηφοριά
τα βήματα όμως σέρνονταν όλο και πιο βαριά

αγάπη αγάπη δύσβατη ερημιά –

(καλύτερα μη διαβάζεις το τέλος!)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Πόρφυρας”.

**Τα δυο αυτά ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Nikanor Parra, Όνειρα

Ονειρεύομαι μια καρέκλα κι ένα τραπέζι
Ονειρεύομαι πως πάω βόλτα με αυτοκίνητο
Ονειρεύομαι πως γυρίζω μια ταινία
Ονειρεύομαι ένα κοκτέιλ Μολότοφ
Ονειρεύομαι πως είμαι τουρίστας πρώτης θέσεως
Ονειρεύομαι πως είμαι καρφωμένος σ’ ένα σταυρό
Ονειρεύομαι πως τρώω κολιούς
Ονειρεύομαι πως περνάω ένα γεφύρι
Ονειρεύομαι μια φωτεινή άβυσσο
Ονειρεύομαι μια γυναίκα με μουστάκια
Ονειρεύομαι πως κατεβαίνω μια σκάλα
Ονειρεύομαι πως κουρδίζω μια πιανόλα
Ονειρεύομαι πως σπάνε τα γυαλιά μου
Ονειρεύομαι πως καρφώνω ένα κιβούρι
Ονειρεύομαι το πλανητικό σύστημα
Ονειρεύομαι ένα ξυραφάκι
Ονειρεύομαι πως παλεύω μ’ ένα σκύλο
Ονειρεύομαι πως σκοτώνω ένα φίδι.

Ονειρεύομαι πουλάκια που πετάνε
Ονειρεύομαι πως σέρνω ένα πτώμα
Ονειρεύομαι πως με πηγαίνουν στην κρεμάλα
Ονειρεύομαι ένα νέο κατακλυσμό
Ονειρεύομαι πως είμαι ένα γαϊδουράγκαθο.

Ονειρεύομαι επίσης πως πέφτουνε τα δόντια μου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.