Από ταράτσες αγγελιαφόροι λάμπουν φρυκτωρίες –– Έπεσαν Τροίες –– Διαμερισμάτων ειδοποιούνται Κλυταιμνήστρες –– Και φτάνουν καρακόλια που γουστάρουνε την έφοδο σε σπίτια –– Οίκοι των Ατρειδών στις τραγωδίες –– Οι μπάτσοι με ανά χείρας τις εισαγγελικές παραγγελίες αναγγέλλουν τις κατηγορίες –– Όσοι ανάβουν φλόγες προαυλισμού σε διαμερίσματα –– Κι αναπαριστούν τον αισχύλειο Αγαμέμνονα –– Παραπέμπονται πάραυτα σε σωφρονιστικά καταστήματα –– Ή με εξαγοράσιμη ποινή σε Τίρυνθες ––
*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.
Από τη δράση street με τους Steps, Φεβρουάριος 2021.
Η αγέλη νοσεί βαριά Κινείται στο μαύρο Το μαύρο του παρελθόντος αγιοποιείται Τα ανοσιουργήματα Η καθυπόταξη Οι βασανισμοί Οι τόποι Ως πρώτο συνθετικό σύγκρισης Αμβλύνονται Εξαϋλώνονται Αποφασίζουν και διατάσσουν Εμβόλια Πρόστιμα Καθυπόταξη Η δημοκρατία νοσεί βαριά Κινείται στο μαύρο Η Ιστορία νοσεί βαριά Δεν απαντά Άνοια Οι νεκροί δεν έχουν φωνή Μόνο αίμα ξερό Σε τοίχους Πληρώνουμε πρόστιμα Για όσα δεν παλέψαμε Νοσούμε βαριά Αποδεχόμαστε Την ήττα μας Η άνοια της αγέλης
«Κουβαλάμε την αγιοσύνη και την παλιανθρωπιά, το μεγαλείο και την μικρότητά μας» Λουκάς Αναγνωστόπουλος
Ποια εποχή μου πάει καλύτερα; Αν όχι τα χρόνια που φόραγες νυχτικό, με μια λάμπα ασετιλίνης στο κεφάλι να προσέχει τα οικονομικά εξάμηνα στον απόηχο κραιπάλης. Με οικονομίες στο ρεύμα, στις αγκαλιές και στους γκόμενους. Ποια εποχή πάει καλύτερα, αν όχι, τότε που οι γέροι βγαίναν με λερωμένη φανέλα να κάψουν τα ξερά απωθημένα του εφάπαξ ντάλα μεσημέρι. Ανεμοστρόβιλοι παρέσυραν το μένος παλιανθρώπων στο πατάρι της κακοήθειας. Τα ταμεία των επόμενων γενεών αδειάζουν άπατα. Καίγονταν κατάρες μαζί και το δάσος της μεγέθυνσης, για να επιζήσει απ’ το ολοκαύτωμα -ένα και μοναδικό- το δέντρο συρρίκνωσης.
Τότε, ήρθε η λιτότητα και οι διωγμοί της τρύπιας δεκάρας. Όσοι είχαν σπίτια τα πούλησαν για ένα παγκάκι άστεγο στην πλατεία Κάνιγγος και οδό Τζώρτζ. Όσοι δανείζονταν μία οκά γης, την κάψαν στάρι στο φεύγα ενοικίου. Τα οικόσιτα ζώα μεταναστέψαν σε προσφυγικές ροές. Η συναλλαγματική ροή πήγε περίπατο μαζί και τα πανάκριβα βαρέλια πετρελαίου. Ήρθε το μεγάλο σταγονόμετρο σε όλα. Η οικονομία στο ρεύμα, στις αγκαλιές, σε κακούς εραστές, όπως τους αποκαλούσε η γεροντοκόρη διευθυντού τραπέζης. Το «όλα βαίνουν χρυσά» του οικονομολόγου Λουκά, ήταν παραίσθηση ορτανσίας στο τσιμεντένιο κράσπεδο.
Του ζήταγαν μάλιστα να στρώσει την εποχή με πλακάκια οικονομετρίας, θρηνώντας τους λιγότερο νεκρούς μ’ ένα εκτροχιασμένο ισολογισμό. Ο Λουκάς άθελά του θα πλησίαζε κοντά στην ανάμνηση με τα πιο πνιγηρά γέλια να σχηματίζουν φανάρι μιας ισχυρής συνείδησης προδοσίας. Κι η κωφή παράσταση της πρόνοιας έληξε με την επίθεση στο πιο ειρηνικό σημείο του χάρτη. Ήταν το City, η αγορά συναλλάγματος του Λονδίνου. Κράτος εν κράτη ή παρακράτος με πατερίτσες από ανακυκλωμένα χαρτονομίσματα. Έκτοτε, οι εποχές μπερδεύουν τα ίδια τα άνθη.
Πότε είναι να ανθίσουν λάθη δεν ξέρουν να απαντήσουν χωρίς έναν μακρύ κατάλογο ισοτιμίας. Γελούν κυμαινόμενα αποκαλύπτοντας τα καπνισμένα δόντια του τραπεζίτη. Ένα χαλασμένο δόντι κρύβεται κάτω από μαξιλάρι νεκρού. Όταν αδικείται χωρίς καμία ευχή να πραγματοποιηθεί στα εγκόσμια, του κλείνουν τα μάτια για να χει να πληρώσει τον βαρκάρη με μία φαρμακερή σάπια δαγκωνιά στην παλάμη του κουπιού. Αφού ο φτωχός είχε προσευχηθεί πλειστάκις να επιστρέψει με σφραγίσματα στο στόμα της ζωής, για να αντικρύσει άφωνος τον θάνατο που τελικά εξαπατήθηκε…
Μακριά στο παλιό προάστιο δεν υπάρχει μελαγχολία. Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.
Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει. Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.
Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά; Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά. Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.
Βασανισμένος απ’ τη ζωή ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος. Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.
Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα. Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.
Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα. Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν. Τα έκαναν όλα άνω-κάτω κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.
Στη βαθιά νύχτα σβήνουν τ’ αστέρια. Θλίψη με πλημμυρίζει: μια αγάπη για όμορφα πράγματα.
Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν γλυκός όπως εσύ…
Η θάλασσα είναι όλη γαλανή. Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη. Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.
Η βενετσιάνικη πλατειούλα παλιά και μελαγχολική, δέχεται τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις περιστεριών. Μα μένει στη μνήμη –και μαγεύει το φως– η πτήση του νεαρού ποδηλάτη που στρέφεται στον φίλο με πνοή μελωδική: «Πας μόνος;»
Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι κοιμούνται ανά δύο;
Την τέταρτη κατά σειρά συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μας και την πρώτη του Χρήστου Νιάρου, οι δύο εξ Αυστραλίας ορμώμενοι συγγραφείς δημιουργούν μια ποιητική σύμπραξη, μια Σύμπραξη Χρόνου, όπως άλλωστε μαρτυρά και ο ομώνυμος τίτλος. Όπου η έννοια «Χρόνος» παύει να προσδιορίζεται αντικειμενικά ως μετρήσιμη μονάδα, αλλά αντίθετα προσμετρείται και γίνεται αντιληπτός καθαρά υποκειμενικά, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του γράφοντος: η νύχτα, το δειλινό, ο χειμώνας, το καλοκαίρι, η ανάμνηση, η λήθη, τα χρόνια, οι χρονιές, η στιγμή, η συνέχεια, η διάρκεια, οι ημερομηνίες, η καθημερινότητα, το ημερολόγιο, το τετελεσμένο, τα εποχιακά φεγγάρια, το γρήγορο πέρασμα στο γκρίζο, οι αμείλικτοι λεπτοδείκτες, όλα είναι τα πρωτογενή υλικά τους για τη δημιουργία μιας «υπό συνεχή αίρεση» ποίησης. Με έναν παλμό και ένα σφυγμό που χτυπά δυνατά σε χρόνο Ενεστώτα ως προς τη στιχουργική, με στίχους που άλλοτε με τρόπο στακάτο και άλλοτε με χειμαρρώδη ροή μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα στον παραλήπτη-αναγνώστη, τα ποιήματα των Τρωαδίτη και Νιάρου νοηματικά σεργιανάνε στο παρελθόν, στην ιστορία των πραγμάτων, σε αυτό που ήδη έχει συντελεστεί, για να «ψαρέψουν» απαντήσεις για το μέλλον ή μάλλον για το τι μέλλει γενέσθαι… Και καλώς ή κακώς ο μεν Τρωαδίτης φαίνεται καθ’ ομολογίαν του να δυσκολεύεται πολύ να ισορροπήσει «στον κοφτερό τεθλασμένο ιστό της ζήσης» του όταν αναζητά τα «πώς;» και τα «γιατί;» του, ο δε Νιάρος προτάσσοντας δεκάδες «δεν» στη διαδρομή του καταλήγει να συνειδητοποιεί πως η αναμέτρηση με τον χρόνο είναι αδυσώπητη και πως ο κάθε άνθρωπος εγκιβωτίζει μέσα του τόσα «ποτέ» όσα και «πάντα».
Αν μια νύχτα Χριστουγέννων αξίζει είναι αυτή στο κέντρο με τα σινιέ κοστούμια και τα νέον που αναβοσβήνουν ακόμη το ‘89 /ελεύθερος νους από διαπιστώσεις και αφορμές μαθαίνει τα απλά∙ σταυροβελονιά και υφάσματα μελανζέ τεχνικές κομπόστ στην κηπουρική του προαυλίου φιγούρες και πετάγματα στη ντίσκο του Στάνλεϊ την προτεραιότητα και την π α ρ ά β α σ η / «στείλε τον τραγουδιστή στο πόδι [μου]»/* στην πλατεία Καραϊσκάκη τις γυναίκες με το χαμένο βλέμμα που ψωνίζουν εξοδούχους /τι σημαίνει να σου φορούν την πρώτη σου καπαρντίνα με χρωματιστές πέρλες στο στέρνο που χώνεψε κιόλας τις πληροφορίες και «το βραδινό σερβιρίστε άφοβα» λες κι όλο λες! /σε τούτη τη φωτογραφία που σε παχαίνει μέχρι σήμερα η σκέψη ζωντανή ένα αντίβαρο για ψύχραιμες αναδρομές γυναίκα πια εσύ με το χαμένο βλέμμα αν και δεν πούλησες ποτέ το γέρικο κορμί σου
• ενώ κρατάμε στο μυαλό• Ότι ο Μπέρρυμαν Πηδώντας από μια γέφυρα• Βούτηξε στα παγωμένα νερά [Και κομματιάστηκε] Στα βράχια τού Μισσισιπή• ή ότι ο Χεμ Άδειασε στον τοίχο του• Όλες τις σκέψεις• που τον βάραιναν• Κάποιο πρωί στο Κέτσαμ• να γίνουμε Λέω πως θα μπορούσαμε• Η αιχμή στο καρφωμένο δόρυ• Που την ακόνισαν• όνειρα• και όνειρα• Ο λόγος που πρέπει Να διαταραχθεί η κοινή ησυχία Των πολιτών• Που κοιμούνται εν ειρήνη• το σφυρί Που γυρεύει να σπάσει Τους παγετώνες στα βουνά• το Δίχτυ που άνετα θα χωρούσε Όλο το μάννα τ’ ουρανού• στην έρημο• Ο άδειος κάλυκας Που θα γεμίσει μια νύχτα• Με λόγια εκρηκτικά• Αλλάζοντας για πάντα• Τη ροή• τού ποταμού• τής ιστορίας• τού κόσμου• Όπως λ.χ. με την εφεύρεση Τής πυρίτιδας• τού αστρόπλοιου• Τής μηχανής τού χρόνου• Τής τηλεμεταφοράς• Που διακτινίζει την ύλη Χιλιάδες παρσέκ μακριά• η φωλιά Που τραντάζει των πουλιών Το δέντρο στα τραγούδια• Το κέλυφος τού τζίτζικα που δεν ξεχνά• Στην καρδιά μέσα τού χειμώνα• Το καλοκαίρι• τα δάχτυλα Που δε δείχνουν το φταίχτη• αλλά Μόνο τα λάθη• μήπως και γίνει Μια καινούργια αρχή• αύριο• κι εμείς• Να είμαστε εσείς• Που βγάλατε γλώσσα μεγάλη Στο δεινό θηρίο• Χτυπώντας κρόταλα• κύμβαλα• και σείστρα• Μέχρι το πιο μακρινό Νεφέλωμα τού γαλαξία• Όπως κάνουν εξάλλου Οι μικροί ήρωες μιας γειτονιάς• Εκεί ψηλά στ’ αστέρια• Με θυμό παιδικό Που εκπυρσοκροτεί σε χρώματα• Για ν’ αφήσει ξαφνικά στον τόπο Τα κοράκια τού Βαν Γκοχ• νεκρά• Σ’ ένα χωράφι από στάχυα• Εδώ κάτω•