Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Tο City

«Κουβαλάμε την αγιοσύνη και την παλιανθρωπιά, το μεγαλείο και την μικρότητά μας»
Λουκάς Αναγνωστόπουλος

Ποια εποχή μου πάει καλύτερα; Αν όχι τα χρόνια που φόραγες νυχτικό, με μια λάμπα ασετιλίνης στο κεφάλι να προσέχει τα οικονομικά εξάμηνα στον απόηχο κραιπάλης. Με οικονομίες στο ρεύμα, στις αγκαλιές και στους γκόμενους. Ποια εποχή πάει καλύτερα, αν όχι, τότε που οι γέροι βγαίναν με λερωμένη φανέλα να κάψουν τα ξερά απωθημένα του εφάπαξ ντάλα μεσημέρι. Ανεμοστρόβιλοι παρέσυραν το μένος παλιανθρώπων στο πατάρι της κακοήθειας. Τα ταμεία των επόμενων γενεών αδειάζουν άπατα. Καίγονταν κατάρες μαζί και το δάσος της μεγέθυνσης, για να επιζήσει απ’ το ολοκαύτωμα -ένα και μοναδικό- το δέντρο συρρίκνωσης.

Τότε, ήρθε η λιτότητα και οι διωγμοί της τρύπιας δεκάρας. Όσοι είχαν σπίτια τα πούλησαν για ένα παγκάκι άστεγο στην πλατεία Κάνιγγος και οδό Τζώρτζ. Όσοι δανείζονταν μία οκά γης, την κάψαν στάρι στο φεύγα ενοικίου. Τα οικόσιτα ζώα μεταναστέψαν σε προσφυγικές ροές. Η συναλλαγματική ροή πήγε περίπατο μαζί και τα πανάκριβα βαρέλια πετρελαίου. Ήρθε το μεγάλο σταγονόμετρο σε όλα. Η οικονομία στο ρεύμα, στις αγκαλιές, σε κακούς εραστές, όπως τους αποκαλούσε η γεροντοκόρη διευθυντού τραπέζης. Το «όλα βαίνουν χρυσά» του οικονομολόγου Λουκά, ήταν παραίσθηση ορτανσίας στο τσιμεντένιο κράσπεδο.

Του ζήταγαν μάλιστα να στρώσει την εποχή με πλακάκια οικονομετρίας, θρηνώντας τους λιγότερο νεκρούς μ’ ένα εκτροχιασμένο ισολογισμό. Ο Λουκάς άθελά του θα πλησίαζε κοντά στην ανάμνηση με τα πιο πνιγηρά γέλια να σχηματίζουν φανάρι μιας ισχυρής συνείδησης προδοσίας. Κι η κωφή παράσταση της πρόνοιας έληξε με την επίθεση στο πιο ειρηνικό σημείο του χάρτη. Ήταν το City, η αγορά συναλλάγματος του Λονδίνου. Κράτος εν κράτη ή παρακράτος με πατερίτσες από ανακυκλωμένα χαρτονομίσματα. Έκτοτε, οι εποχές μπερδεύουν τα ίδια τα άνθη.

Πότε είναι να ανθίσουν λάθη δεν ξέρουν να απαντήσουν χωρίς έναν μακρύ κατάλογο ισοτιμίας. Γελούν κυμαινόμενα αποκαλύπτοντας τα καπνισμένα δόντια του τραπεζίτη. Ένα χαλασμένο δόντι κρύβεται κάτω από μαξιλάρι νεκρού. Όταν αδικείται χωρίς καμία ευχή να πραγματοποιηθεί στα εγκόσμια, του κλείνουν τα μάτια για να χει να πληρώσει τον βαρκάρη με μία φαρμακερή σάπια δαγκωνιά στην παλάμη του κουπιού. Αφού ο φτωχός είχε προσευχηθεί πλειστάκις να επιστρέψει με σφραγίσματα στο στόμα της ζωής, για να αντικρύσει άφωνος τον θάνατο που τελικά εξαπατήθηκε…

*Το άρθρο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/11/24/kassandra-alogoskoyfi-prose/?fbclid=IwAR0tNtAezho4fJNIMQSovo7QsS696Ts3yy_PIKi798NvJG_mNuXkppzYDj4

Sandro Penna, Στο πεθαμένο νερό 

Φωτογραφία: Matt Artz/Unsplash

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.
Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι 
κοιμούνται ανά δύο;

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Έκδοση “Ναρκοπέδιο”, στη σειρά των Οκτασέλιδων.

«Σύμπραξη χρόνου», από τους Χρήστο Νιάρο και Δημήτρη Τρωαδίτη και τις Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 

Την τέταρτη κατά σειρά συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μας και την πρώτη του Χρήστου Νιάρου, οι δύο εξ Αυστραλίας ορμώμενοι συγγραφείς δημιουργούν μια ποιητική σύμπραξη, μια Σύμπραξη Χρόνου, όπως άλλωστε μαρτυρά και ο ομώνυμος τίτλος. Όπου η έννοια «Χρόνος» παύει να προσδιορίζεται αντικειμενικά ως μετρήσιμη μονάδα, αλλά αντίθετα προσμετρείται και γίνεται αντιληπτός καθαρά υποκειμενικά, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του γράφοντος: η νύχτα, το δειλινό, ο χειμώνας, το καλοκαίρι, η ανάμνηση, η λήθη, τα χρόνια, οι χρονιές, η στιγμή, η συνέχεια, η διάρκεια, οι ημερομηνίες, η καθημερινότητα, το ημερολόγιο, το τετελεσμένο, τα εποχιακά φεγγάρια, το γρήγορο πέρασμα στο γκρίζο, οι αμείλικτοι λεπτοδείκτες, όλα είναι τα πρωτογενή υλικά τους για τη δημιουργία μιας «υπό συνεχή αίρεση» ποίησης. Με έναν παλμό και ένα σφυγμό που χτυπά δυνατά σε χρόνο Ενεστώτα ως προς τη στιχουργική, με στίχους που άλλοτε με τρόπο στακάτο και άλλοτε με χειμαρρώδη ροή μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα στον παραλήπτη-αναγνώστη, τα ποιήματα των Τρωαδίτη και Νιάρου νοηματικά σεργιανάνε στο παρελθόν, στην ιστορία των πραγμάτων, σε αυτό που ήδη έχει συντελεστεί, για να «ψαρέψουν» απαντήσεις για το μέλλον ή μάλλον για το τι μέλλει γενέσθαι… Και καλώς ή κακώς ο μεν Τρωαδίτης φαίνεται καθ’ ομολογίαν του να δυσκολεύεται πολύ να ισορροπήσει «στον κοφτερό τεθλασμένο ιστό της ζήσης» του όταν αναζητά τα «πώς;» και τα «γιατί;» του, ο δε Νιάρος προτάσσοντας δεκάδες «δεν» στη διαδρομή του καταλήγει να συνειδητοποιεί πως η αναμέτρηση με τον χρόνο είναι αδυσώπητη και πως ο κάθε άνθρωπος εγκιβωτίζει μέσα του τόσα «ποτέ» όσα και «πάντα».

ISBN 978-960-303-280-9

ΣΕΛΙΔΕΣ: 50

ΤΙΜΗ: 8 ευρώ

Δείγμα γραφής:

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ

Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο

δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι

δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα

δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα

δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»

δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι

δεν έριξα ακόμη άγκυρα

δεν έστειλα μήνυμα

δεν το είπα

δεν το έκανα

δεν απουσιάζω

δεν κρατώ ημερολόγιο

δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη

δεν αναρωτιέμαι πια

δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,

δεν είμαι ο ίδιος πια.

Χρήστος Νιάρος

… ΚΑΛΑ ΚΑΝΑΜΕ

Καλά κάναμε και φύγαμε

καλά κάναμε και μισέψαμε

καλά κάναμε και μοιράσαμε

τα υπάρχοντά μας

καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε

στις καιόμενες πόλεις

τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας

τα δάση είχαν γίνει στάχτη

κι οι εαυτοί μας χάθηκαν

με την έλευση του απόβραδου

τα ταξίδια μας ήταν νηστικά

και διψασμένα

δεν είχαμε νερό πια

δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε

δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε

καλά κάναμε και αποστατήσαμε.

Δημήτρης Τρωαδίτης

Ένα σημείο

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Όταν θα δεις πραγματικά

Ο κόσμος άλλος

Όλα θαρρείς ενώνονται

Κι εκείνο το ψηφιδωτό

Γίνεται αυτόματα

Ένα σημείο μοναχά

Σημείο τέλους και Αρχής

ΤοΈνα

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English Version

When you will really see

The world will change

Everything in unity

And that colorful mosaic

turns automatically

To One little Dot

A Dot of End

A Dot of Beginning

The One

© Despina Avgoustinaki

View original post

Red in Black

vequinox's avatarManolis

ΑΓΑΘΑ

Ο Ιωσήφ, έφεδρος του Βιετνάμ

σπρώχνει το καροτσάκι υπεραγοράς

γεμάτο με ό,τι κατέχει:

άπλυτα ρούχα, ένα ανοιχτήρι κονσέρβας

ένα ζευγάρι παπούτσια

γελαστή η τρύπα στην αριστερή του σόλα

μια πλαστική σακούλα γεμάτη φασαρία

που δεν ανακατεύει πια

κι ο Ιωσήφ ψάχνει

στον έρημο παράδρομο

για κάτι που χρόνια πίσω έχασε

έντονες πρωϊνές λιαχτίδες

άσκοπος περίπατος στην Ατλάντα

για κάτι αόρατο που ψάχνει

ασήμαντο σαν και το μέρισμα του

απ’ της ανάδοχης εταιρείας

την ετήσια αναφορά κερδών

POSSESSIONS

Joseph, the Vietnam veteran

pushes his supermarket cart

filled with his possessions:

dirty cloths, a can opener

pair of spare runners

smiling hole in the left sole

plastic bag full of things

he doesn’t stir anymore

Joseph searches the back lane

of the street for something

he lost long ago

vibrant sunny morning

very early in his task

in Atlanta Georgia, he searches

for something as invisible

as his dividends

on the…

View original post 5 more words

Θεοδώρα Bαγιώτη, Away in a manger

Αν μια νύχτα Χριστουγέννων
αξίζει
είναι αυτή στο κέντρο
με τα σινιέ κοστούμια
και τα νέον που αναβοσβήνουν
ακόμη το ‘89
/ελεύθερος νους
από διαπιστώσεις και αφορμές
μαθαίνει τα απλά∙
σταυροβελονιά και υφάσματα μελανζέ
τεχνικές κομπόστ στην κηπουρική του προαυλίου
φιγούρες και πετάγματα στη ντίσκο του Στάνλεϊ
την προτεραιότητα
και την π α ρ ά β α σ η
/ «στείλε τον τραγουδιστή στο πόδι [μου]»/*
στην πλατεία Καραϊσκάκη
τις γυναίκες με το χαμένο βλέμμα που ψωνίζουν εξοδούχους
/τι σημαίνει να σου φορούν την πρώτη
σου καπαρντίνα με χρωματιστές πέρλες
στο στέρνο που χώνεψε κιόλας τις πληροφορίες
και «το βραδινό σερβιρίστε άφοβα» λες κι όλο λες!
/σε τούτη τη φωτογραφία
που σε παχαίνει
μέχρι σήμερα
η σκέψη ζωντανή
ένα αντίβαρο για ψύχραιμες αναδρομές
γυναίκα πια εσύ με το χαμένο βλέμμα
αν και δεν πούλησες ποτέ
το γέρικο κορμί σου

*Παράβαση, Ἀχαρνῆς , Δ. Σαββόπουλος, 1977.

Ρογήρος Δέξτερ, Catalogus brevis somniorum [Reductio Ad Absurdum]

• ενώ κρατάμε στο μυαλό•
Ότι ο Μπέρρυμαν
Πηδώντας από μια γέφυρα•
Βούτηξε στα παγωμένα νερά
[Και κομματιάστηκε]
Στα βράχια τού Μισσισιπή• ή ότι ο Χεμ
Άδειασε στον τοίχο του•
Όλες τις σκέψεις• που τον βάραιναν•
Κάποιο πρωί στο Κέτσαμ• να γίνουμε
Λέω πως θα μπορούσαμε•
Η αιχμή στο καρφωμένο δόρυ•
Που την ακόνισαν• όνειρα• και όνειρα•
Ο λόγος που πρέπει
Να διαταραχθεί η κοινή ησυχία
Των πολιτών•
Που κοιμούνται εν ειρήνη• το σφυρί
Που γυρεύει να σπάσει
Τους παγετώνες στα βουνά• το
Δίχτυ που άνετα θα χωρούσε
Όλο το μάννα τ’ ουρανού• στην έρημο•
Ο άδειος κάλυκας
Που θα γεμίσει μια νύχτα•
Με λόγια εκρηκτικά•
Αλλάζοντας για πάντα•
Τη ροή• τού ποταμού• τής ιστορίας• τού κόσμου•
Όπως λ.χ. με την εφεύρεση
Τής πυρίτιδας• τού αστρόπλοιου•
Τής μηχανής τού χρόνου•
Τής τηλεμεταφοράς•
Που διακτινίζει την ύλη
Χιλιάδες παρσέκ μακριά• η φωλιά
Που τραντάζει των πουλιών
Το δέντρο στα τραγούδια•
Το κέλυφος τού τζίτζικα που δεν ξεχνά•
Στην καρδιά μέσα τού χειμώνα•
Το καλοκαίρι• τα δάχτυλα
Που δε δείχνουν το φταίχτη• αλλά
Μόνο τα λάθη• μήπως και γίνει
Μια καινούργια αρχή• αύριο• κι εμείς•
Να είμαστε εσείς•
Που βγάλατε γλώσσα μεγάλη
Στο δεινό θηρίο•
Χτυπώντας κρόταλα• κύμβαλα• και σείστρα•
Μέχρι το πιο μακρινό
Νεφέλωμα τού γαλαξία•
Όπως κάνουν εξάλλου
Οι μικροί ήρωες μιας γειτονιάς•
Εκεί ψηλά στ’ αστέρια•
Με θυμό παιδικό
Που εκπυρσοκροτεί σε χρώματα•
Για ν’ αφήσει ξαφνικά στον τόπο
Τα κοράκια τού Βαν Γκοχ• νεκρά•
Σ’ ένα χωράφι από στάχυα•
Εδώ κάτω•

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

Το μόνο που πίστεψες

Το μόνο που πίστεψες χωρίς μάτια
ήταν ο άνεμος
που σε τραβούσε σαν μάνα
Κι όλο δεν ήθελες
Κι όλο αγαπούσες
Και μόνος ξημέρωνες
Εκεί που ιστορίες για φαντάσματα
διώχνανε τους πόνους’
και ανάβλυζαν οι ψυχές
φως στο σκοτάδι

*

Όλα μοιάζουν

Με μάτια κόκκινα
και μαύρα
και με μια πίστη οδηγό
σε ανηφόρα
κατάγομαι από ένα μπαρ του προηγούμενου αιώνα.
Τώρα
όλα μοιάζουν.
Ο ήλιος μοιάζει με ήλιο
εσύ με αύριο
εγώ θυμίζω εσένα’
και
χαμογελά η απογοήτευση
στις παρυφές κάθε απόλαυσης.

*Από τη συλλογή “Αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

«Μεταμοντέρνες αυταπάτες» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος κάνει την πρώτη του δημοσίευση το 1993 και κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Τα Παράταιρα» το 1997. Οι «Μεταμοντέρνες αυταπάτες», από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, είναι η ένατη ποιητική συλλογή του. Περιλαμβάνει 31 ποιήματα μικρής έκτασης, τα οποία κατανέμονται σε τρεις ενότητες τιτλοφορημένες: «Έμπνευση», «Σήψη», «Παρακμή». 

Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο «Έμπνευση», στο ομότιτλο, εναρκτήριο της συλλογής, ποίημα, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει σε πρώτο πρόσωπο στοιχεία της ποιητικής του ταυτότητας, δηλώνοντας τη σχέση του με την τέχνη του. 

Την έμπνευσή μου 
δεν τη θέλω εύκολη 
ρηχή και ανούσια 
ρομαντικά να με θωπεύει. 
Τη θέλω άγρια και απρόσιτη. 
Να της γυρεύω ένα φιλί 
και να περνώ χίλιες φωτιές 
μήπως και το κερδίσω. 
Να της ζητώ να υποταχτεί 
κι αυτή να κάνει αντάρτικο. 

Ένα ποίημα ποιητικής, λοιπόν, ανοίγει την ενότητα και τη συλλογή, στο οποίο γίνεται αντιληπτή μια δυναμική σχέση· ο ποιητής αντιμετωπίζει την τέχνη του με ερωτικό, σχεδόν, δέος. Μια οξύμωρη, αμφίθυμη και δύσκολη σχέση, με όρους εξουσίας και υποταγής, όπου ο ποιητής υποτάσσεται στην έμπνευση προσπαθώντας να την κερδίσει, ζητώντας της να υποταχτεί αλλά και να αντισταθεί ταυτόχρονα, «να κάνει αντάρτικο». Διαφαίνεται από την πρώτη στιγμή η μάταιη αναζήτηση για μια έμπνευσημούσα, σύμφωνα με το πρότυπο των ρομαντικών ποιητών, παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη, αναζήτηση που αποδεικνύεται όμως ατελέσφορη, όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Χωρίς έμπνευση»: 

[…] Στερεύει η σκέψη
όταν δεν την προκαλείς 
Σκοτώνεται η έμπνευση 
μπροστά από την οθόνη. 

Φαινομενικά μόνο η έμπνευση που επικαλείται το ποιητικό εγώ μοιάζει με αυτή των ρομαντικών. Εδώ, δεν έρχεται ως αποκάλυψη, δεν έχει μεταφυσικό χαρακτήρα, αλλά εκκινεί από την ίδια την απατηλή πραγματικότητα, από την εμποδισμένη σχέση με τον άλλο και, κατ’ επέκταση, με τον εαυτό, που γίνεται ένας ξένος. 

Αλληλένδετη η σχέση του εαυτού με τον άλλο, καθώς η απουσία του άλλου ακυρώνει την δυνατότητα επίγνωσης του εαυτού. Σε όλη τη συλλογή, η αγωνία για την ταυτότητα, που ματαιώνεται ή παραμένει σε εκκρεμότητα, συνδιαλέγεται με την επιθυμία για επικοινωνία με τον άλλο αλλά και με την αναζήτηση της αλήθειας, του πραγματικού «προσώπου» του ποιητικού υποκειμένου – του «προσώπου» που εμπεριέχει την έννοια της ηθικής επαγρύπνησης στη σχέση με τον πλησίον, την υπέρβαση της ατομικότητας και την αποδοχή του συνανθρώπου, το συν-υπάρχειν και το συν-ανήκειν. Στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, οι «δύσκολοι καιροί» θολώνουν την αλήθεια του προσώπου και το ποιητικό εγώ, μοναχικό, είτε μπροστά στην οθόνη είτε μπροστά στον καθρέφτη, μάταια προσπαθεί να αναγνωρίσει την εικόνα του: 

Είναι κάποιες φορές 
που φυσάω τη σκόνη 
μα αντί να φύγει 
μου γεμίζει το πρόσωπο. 
Τσούζουν τα μάτια μου 
με πιάνει βήχας 
και φεύγω νικημένος. 

Άλλη μια μάταια προσπάθεια 
να μη μου φαίνεται θολό 
το πρόσωπο που βλέπω 
στον καθρέφτη. 

(«Η σκόνη») 

Η έννοια της ηθικής και κοινωνικής εγρήγορσης διατρέχει και την επόμενη ενότητα της συλλογής, με τίτλο «Σήψη», από το πρώτο ποίημα ([…] Γι’ αυτό / όσο τουλάχιστον θα ζεις / πρόσεχε / μήπως σε βρούνε ξαπλωμένο.) έως το τελευταίο ([…] – Όχι άλλον Αϊλάν! / Και μένει μέσα μου ο θρήνος / που κάθε βράδυ με ξυπνά / και μου ζητάει να παλέψω.) Οι άλλοι, εχθρικοί ή φιλικοί, θύτες και θύματα, εμφανίζονται πλέον στο ποιητικό σκηνικό και κατατρύχουν την ποιητική συνείδηση: χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε («Δεκέμβρης»). 

Το ίδιο το σκηνικό, μάλιστα, αλλάζει, καθώς μαζί με τα πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους και οι ετεροτοπίες της μεταμοντέρνας συνθήκης, πραγματικοί ή νοητοί χώροι ή θύλακες του έτερου, μέσα στους οποίους προσεγγίζεται το άλλο: η αρένα της Παμπλόνα, η τηλεόραση και το βίντεο, πολυτελή ξενοδοχεία και εστιατόρια, οι υπολογιστές, το εργοστάσιο, η διαφήμιση μιας γιγαντοαφίσας, το μετρό, μια ζωγραφισμένη παραλία, η Μεσόγειος. Χώροι που δημιουργούν ή καταγγέλλουν τις ψευδαισθήσεις, αποκαλύπτοντας και στις δύο περιπτώσεις το απατηλή γοητεία της πραγματικότητας, ενός σημαίνοντος χωρίς σημαινόμενο, χωρίς περιεχόμενο: 

Τεράστια διαφήμιση 
το βλέμμα μαγνητίζει. 
Σαστίζει ο νους 
μπερδεύεται 
κι άλογες σκέψεις κάνει. 

Φυσά ο λίβας δυνατά 
μεμιάς την κουρελιάζει 
κι αποκαλύπτεται στο νου 
απαίσια, κούφια κι άδεια. 

(«Διαφήμιση») 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ως προς τη θεματική του κενού και της ματαίωσης και το προτελευταίο ποίημα της δεύτερης ενότητας, με τον τίτλο «Διαδρομές», στον απόηχο του Ουράνη και του Καρυωτάκη. Η παραδοσιακή και αυστηρή δομή του, με ρυθμό και ομοιοκαταληξία, αποκαλύπτει μια πικρή ειρωνεία, σχεδόν βουβή, για το ματαιωμένο ταξίδι, για μια ποίηση ματαιωμένη, που καταλήγει κενή από λέξεις, μια ζωγραφιά στο χαρτί. Το ποιητικό εγώ, στη διαδρομή του με το μετρό μέσα στην πόλη, φαίνεται να αντικρίζει μια αφίσα που απεικονίζει κάποια ειδυλλιακή παραλία, στην οποία ξέρει ότι δεν θα πάει ποτέ. Έτσι, στο εσωτερικό της ποιητικής ετεροτοπίας του παραδοσιακού στίχου, εγκιβωτίζονται και άλλοι θύλακες του έτερου: η πόλη, μέσα στην πόλη το μετρό, μέσα στο μετρό η αφίσα με την παραλία. Και τελικά, από αυτό το μεταμοντέρνο σονέτο προκύπτει μια ποίηση-αυταπάτη ή ουτοπία, καθώς τα χαρτιά του ποιητή γίνονται ψεύτικα καραβάκια που αρμενίζουν στα θολωμένα νερά της ουτοπικής, χάρτινης παραλίας: 

[…] Μεταμοντέρνες αυταπάτες να γυρεύεις 
σε κοινωνία που γεμίζει με αχινούς. 

Μια παραλία ζωγραφίζεις στα χαρτιά σου 
στα θολωμένα κύματά της κολυμπάς 
σαν καραβάκια τα χαρτιά σου θ’ αρμενίζουν 
εκεί που νόμιζες πως κάποτε θα πας. 

Στην τρίτη ενότητα, που τιτλοφορείται «Παρακμή», η θεματική του κενού και της απάτης του σημαίνοντος επιμένει, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Προσοχή στο κενό», με σκηνικό πάλι τον χώρο του μετρό (κι όλο βλέπω γύρω μου ανθρώπους που έπεσαν / κι όλο βλέπω γύρω μου κενούς ανθρώπους). Όμως, εμπλουτίζεται με έντονα στοιχεία θεατρικότητας, τα οποία φανερώνουν τόσο την ανάγκη να αποκατασταθεί η επικοινωνία με τον αναγνώστη, μέσα από μια ποιητική επιτέλεση, όσο και την αναζήτηση της ταυτότητας που χάνεται μέσα στους πολλαπλούς ρόλους που υποδύεται το ποιητικό εγώ. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Ο ρόλος», στο οποίο ακούγεται και ο ήχος ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης: 

Έπαιξες τον ρόλο σου καλά 
Τον έζησες 
τον έντυσες με πάθος. 
Πλήθος σε θαύμασε. 
Το χειροκρότημα θερμό 
τράνταξε το σανίδι. 
Και συ σκυφτός αποχωρείς 
να βρεις καινούριο ρόλο 
με νέο πρόσωπο να βγεις 
μη και ξεχάσεις το δικό σου.

Εξίσου ενδεικτικό μιας ποιητικής επιτέλεσης είναι και το πρώτο ποίημα της ενότητας, με τίτλο «Ασυμφωνία», στο οποίο παρακολουθούμε μια χορογραφία με δύο χορευτές ή μια παράσταση με δύο πρόσωπα, εκείνον και εκείνη, για μια ακυρωμένη συνάντηση, για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα: 

[…] Εκείνος γέλασε πρόστυχα 
Εκείνη έκλαψε βουβά. 
Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά. 
Εκείνη πισωπάτησε. 
Εκείνος άπλωσε το χέρι του. 
Εκείνη του γύρισε την πλάτη. 
Εκείνος φώναξε. 
Εκείνη έφυγε. 
Έξω απ’ την πόρτα ο Έρωτας 
γελάει πνιχτά. 

Η θεατρικότητα, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, αποκαλύπτει την ανάγκη της επικοινωνίας του ποιητικού εγώ αλλά και του ίδιου του ποιητή με τον αναγνώστη, στον παρόντα χρόνο της κάθε ανάγνωσης του κάθε αναγνώστη. Ο ίδιος ο ποιητής, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, με τα συγκεκριμένα στοιχεία ταυτότητας και χωρίς τα πολλαπλά προσωπεία του ποιητικού εγώ, οδηγείται σταδιακά, στις Μεταμοντέρνες αυταπάτες, από την επιτέλεση στη δράση. Προτρέπει τον αναγνώστη σε μια «ηθική της ανάγνωσης», όπου το κείμενο ενδιαφέρει περισσότερο όχι γι’ αυτό που λέει αλλά γι’ αυτό που κάνει. Το κείμενο συναντιέται με τη ζωή και ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά καλείται να ανταποκριθεί σε αυτό, παίρνοντας θέση απέναντι στα ηθικά διλήμματα και ερωτήματα που θέτει το κάθε έργο. 

Κλείνουμε αυτή την παρουσίαση με στίχους από το προτελευταίο ποίημα της συλλογής, με τίτλο «Παύλος Φύσσας», όπου η απεύθυνση στον αναγνώστη και η πρόσκληση για κοινωνική και ηθική επαγρύπνηση γίνονται πλέον με άμεσο τρόπο και καλούν σε δράση: 

[…] Θέλω να πω πολλά 
κι η οργή μ’ εμποδίζει 
Μερικές φορές 
η ποίηση γίνεται δράση. 

Γιατί εκείνος που σκότωσε 
θα ξανασκοτώσει 
έναν ακόμα Παύλο Φύσσα 
που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου 
που θα μπορούσε να είναι ο αδερφός σου 
που θα μπορούσε να είσαι εσύ 
εσύ, που με ακούς αυτή την ώρα

Λίλυ Αλεξιάδου 
ΕΔΙΠ Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2021/11/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email