Υπάρχει κάτι που μοιάζει με πηγή, σαν άλυκο, βαθύ, σκούρο πολύ, ποτάμι, που δε το μπορείς μέσα ΄κει να ξεπλυθείς, να κάνεις ευχή και να του ρίξεις κέρμα. Ή να το προσπεράσεις…” Λένε πως είναι σα μια ανοιχτή πληγή, που τρέχει, νύχτα, νύχτα πίσσα, κατράμι, και δε το μπορείς από αυτή να γιατρευτείς, με μια ραφή και μπάλωμα στο δέρμα. Ή να την ξεγελάσεις…”
«Στην τροχιά του φθινοπώρου, με την ανάσα του ακίνητου ελέφαντα Στο ταξίδι της άσπρης φάλαινας Στην παραφορά της αδιαφορίας των θηρίων της Αρένας που λαίμαργα εξακολουθούν το Μεγάλο Φαγοπότι, εκεί, ο άνεμος τραβά χαμηλά, όπου ξυπνάει τη θάλασσα κύματα μικρά ξεκινούνε απαλά να χαϊδέψουν τον ακοίμητο βράχο σμιλεμένο στο Χρόνο
Καλπάζει μακριά το άγριο άλογο. Ατίθασα τινάζει τη χαίτη του. Εμείς, στα βαθύσκια δάση, στην ατράνταχτη σιγή, τη λες και βαθιά ανάσα στην γαλήνη που σφυρίζει το τραγούδι της βροχής»…
Σεπτέμβριος 2021
*
Μια φορά ακόμα στη λίμνη (ΙΙ)
Στη λίμνη με τις αυταπάτες, ραμφίζουν oι δρυοκολάπτες Τα κολιμπρί αδιάκοπα πετούνε, οι χαμαιλέοντες τα έντομα αρπάζουν, των θεατών το βλέμμα διασκεδάζουν
Με υπομονή ραμφίζουν οι δρυοκολάπτες. Στα δέντρα ισορροπούν με μαεστρία. Με δυνατό κεφάλι ταχύτατα σκαλίζουν, τη φλούδα της ουσίας
Το πλήθος ξένοιαστο χορεύει, στις όχθες με τ’ αμίλητο νερό
Περίμενε. Όχι ν΄ ακούσει αναλύσεις κι επιχειρήματα επαϊόντων, αλλά ν’ αφουγκραστεί το βουητό που επλησίαζε και απειλούσε.
Πάει καιρός απ’ την απόφαση να αποβάλει την εξάρτηση της Λογικής, να αψηφά τους μύδρους της δοκησισοφίας τους. Μόνον η παρατήρηση των άλλων, των παρακατιανών τον ενδιέφερε σε τούτο το μεϊντάνι. Όχι πια η απόπειρα για εξήγηση των συμβαινόντων, μα κείνο το ανεπαίσθητο παιχνίδι των βλεφάρων, η απορία που καθότανε στην άκρη του ματιού ή το σαρδόνιο σπάσιμο του χείλους.
Αυτά μονάχα θα κατέγραψε από εδώ και μπρος. Την καθημερινότητα ενός συνηθισμένου και χωρίς εξάρσεις βίου.
*Από τη συλλογή «12 Μικρά Ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς», Εκδόσεις ΑΩ, Απρίλιος 2013.
Οι πόλεις γέμισα αγρίμια. Η παιδεία στο πνεύμα της εποχής: Όλοι έμαθαν να ζητιανεύουν, να σκούζουν για τα αποφάγια του Άλλου και αρπάζουν πισώπλατα. Ψάρια στο απέραντο γαλάζιο της αγάπης, ψάρια στο πιάτο μου, όλα λάφυρα στο χαλινάρι του ζητιάνου: μπουκάλι σπασμένο η ψυχή του. Όλα ραγισμένα βαθύ στο χώμα της ερήμου ποτισμένο με αλάτι με φάρμακα με εφιάλτες το καταμεσήμερο της ζωής. Ένας ακατάπαυστος βιασμός με τα αποφάγια των Άλλων.
Αναθεώρηση της πρωτοπορίας
Πόσο παράξενα ακούγονται τα βήματα σ’ αυτό το άδειο μέρος: άσπρο δωμάτιο. Μαύρο δωμάτιο. Παιδικά παιδικά βήματα της ρωσικής πρωτοπορίας που παίζει κρυφτό με το τέρας. Μακριά από τα μηχανικά του πόδια και τα βρωμερά καυσαέρια. Το τέρας δαγκώνει τη γάγγραινα στα πόδια του ουρλιάζει και πέφτει. Κι εμείς ουρλιάζουμε πια. Αλλά τόσο καιρό όλα μούδιασαν, όλα πουλήθηκαν, όλα βάφτηκαν με νεόπλουτο ροζ, όλα πνίγηκαν σε νάιλον σακούλες. Ποιος μας σηκώνει τώρα;! Σίγουρα μόνο μια θύελλα απ’ την έρημο σε κάθε σπίτι, στο παγκάκι που παίζουν χαρτιά, στην αλκοολική βιοτεχνία, στον τεκέ. Στο κάθε εκεί που μας έφτασαν.
While others sought love, he searched the world for a way to destroy it — until he found a holy man, to forgive him for having loved.
“My friend,” said the monk. “You have to stop thinking about him. He is tearing you apart from the inside. Let’s make a deal. Give me this man and I will pray for him until the day I die. Instead, you get eternal life.”
He couldn’t refuse such an offer. For the heart of a holy man must be a more befitting place for his friend than the torn heart of a loser such as himself.
He took a look around the monastery. The lights of a multitude of candles danced on the ancient walls. Here he would leave his love.
As he was about to leave, he noticed his shadow on the wall. “Don’t go,” he whispered to the shadow. “Stay here so that you can join them when they light the candles to pray for our friend.” Then he closed his eyes, and he left the shadow behind.
Outside the monastery gates lay the long grey road ahead. It seemed to have no end. He wondered if the road was eternity. Perhaps this was all there was.
Yet he felt relieved for he had been set free from darkness. And now he could travel the world as a man without a shadow. For he had become a shadow himself.
Ο άνδρας χωρίς σκιά
Ενώ άλλοι αναζητούσαν την αγάπη, εκείνος έψαχνε τον κόσμο να βρει έναν τρόπο να την καταστρέψει – ώσπου βρήκε έναν άγιο άνθρωπο να τον συγχωρήσει επειδή αγάπησε.
«Φίλε μου», είπε ο μοναχός, «πρέπει να σταματήσεις να τον σκέφτεσαι. Σε ξεσκίζει από μέσα. Ας κάνουμε μια συμφωνία. Δώσε μου αυτόν τον άνδρα και θα προσεύχομαι γι’ αυτόν ως τη μέρα που θα πεθάνω. Σε αντάλλαγμα, θα έχεις την αιώνια ζωή».
Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια προσφορά. Η καρδιά ενός άγιου ανθρώπου θα πρέπει να είναι πιο κατάλληλο μέρος για τον φίλο του από τη ραγισμένη καρδιά ενός αποτυχημένου όπως εκείνος.
Έριξε μια ματιά γύρω γύρω στο μοναστήρι. Το φως που ανέδιδε ένα πλήθος κεριά χόρευε στους παμπάλαιους τοίχους. Εδώ θα άφηνε την αγάπη του.
Καθώς ήταν έτοιμος να φύγει, παρατήρησε τη σκιά του στον τοίχο. «Μην φύγεις», ψιθύρισε στη σκιά. «Μείνε εδώ για να είσαι μαζί τους όταν ανάβουν τα κεριά για να προσευχηθούν για τον φίλο μας». Μετά έκλεισε τα μάτια και άφησε τη σκιά του πίσω.
Έξω από τις πύλες του μοναστηριού απλωνόταν μπροστά του ο μακρύς γκρίζος δρόμος. Φαινόταν σαν να μην έχει τέλος. Αναρωτήθηκε αν ο δρόμος ήταν η αιωνιότητα. Ίσως αυτό να ήταν το μόνο που υπήρχε.
Ωστόσο, ένιωθε ανακουφισμένος γιατί είχε απελευθερωθεί από το σκοτάδι. Και τώρα θα μπορούσε να ταξιδέψει τον κόσμο ως άνθρωπος χωρίς σκιά. Γιατί είχε γίνει ο ίδιος σκιά.
they talk about work the men who have jobs they discuss some aspect of work some gossip some inside joke some technical tour de force.
james dean in a gallery window we talk about sleep
james dean
μιλούν για δουλειά οι άντρες που έχουν δουλειά συζητούν κάποια πτυχή της εργασίας μερικά κουτσομπολιά κάποιο εσωτερικό αστείο κάποια τεχνική αναγκαστική ξενάγηση.
james dean σε ένα παράθυρο γκαλερί μιλούν για ύπνο
*Από το Free Poetry Series, ragged Lion Press, London, UK, 2019 – No 4. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Προ πάντων όχι άλλα νοήματα όχι άλλα συμπεράσματα και θεωρίες, ανέκαθεν όλα σαθρά αποδεδειγμένα Ούτε να το σκεφτεί, να εξηγήσει το παράλογο ας πούμε, το πως η απουσία έμαθε άραγε να ξεκουρδίζει τα ρολόγια ή τάχα πως η ωραία υψικάμινος Λατώ από την Κρήτη αφού κολύμπησε διαγώνια πάνω μέχρι το Λιβάδι των Θεών γλίστρησε η άτιμη έπειτα κατά του Φιλοπάππου Περιδιαβαίνοντας μπαινόβγαινε λοιπόν σε χώρους να βρίσκει τρόπους να ξεχνά μπαινόβγαινε σε χρόνους να βρίσκει τόπους να θυμάται Άλλοτε πάλι σε ρόλους μπαινόβγαινε, σε σελίδες, σε γυμνά γιαπιά και όλοι οι κόσμοι μοιάζανε από πάντα στοιχειωμένοι· πλεχτά κορδόνια, πετονιές, ιστοί και νήματα της εμποδίζανε το βλέμμα και το βήμα – κι όχι, δεν επρόκειτο, υποπτεύονταν, για απλή αποκόλληση υαλοειδούς και …μυιοψίες