Γιώργος Βέης: «Για την ποιητική γραφή»

Ανθούλα Δανιήλ*

Δώρο Χριστουγέννων, χαρμόσυνη είδηση, ευχάριστο άγγελμα, όπως και αν το πει κανείς, ένα βιβλίο γραμμένο από τον πρέσβη ε.τ. και ποιητή Γιώργο Βέη είναι πάντα εγγύηση ποιότητας πληροφορίας και γραφής.

Το βιβλίο του Για την ποιητική γραφή: Δοκιμίων σύνοψις (με δοκίμια δημοσιευμένα ήδη σε περιοδικά) αφιερώνεται στον εξαιρετικό φίλο και συνοδοιπόρο Διονύση Μουσμούτη, μιας άλλης μεγάλης τέχνης εραστή και μελετητή, του Θεάτρου και όχι μόνο, καθώς και κάθε κείμενο αφιερώνεται σε πρόσωπο αγαπημένο, φίλο μελετητή, συνοδοιπόρο στη σκέψη και στην τέχνη. Ωστόσο, το βιβλίο είναι επίσης αφιερωμένο και στον άγνωστο αναγνώστη, τον οποίο ο Βέης τιμά με τη γραφή του. Διότι είναι γνωστό ότι δεν είναι μόνο το τι λέει, αλλά και ο τρόπος που το λέει, με τις πλούσιες παραπομπές και αναφορές σε άλλα βιβλία, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο του αποδέκτη των κειμένων του. Φυσικά δεν μας διαφεύγει ποτέ ότι ο λόγος είναι απαιτητικός, πράγμα που σημαίνει διπλή και συχνά πολλαπλή επίσκεψη των κειμένων. Όμως μέσα από το εκ πρώτης όψεως «δύσκολο» συγκείμενο αναπηδούν πίδακες δροσερού λογοτεχνικού νερού, απαστράπτοντος στοχασμού, με την ευρεία έννοια πολιτικού, αλλά και καθημερινού που αναβαθμίζεται σε υψίστης ποιότητας νέκταρ και αμβροσία.

Το βιβλίο Για την ποιητική γραφή: Δοκιμίων σύνοψις (δεν μας διαφεύγει η τριτόκλιτη λέξη, απομακρυσμένη από την τριβή που επιφέρει η γλώσσα της καθημερινής ανάγκης) αποστασιοποιείται από το προφανές για να εντρυφήσει στα σκοτεινά της αβύσσου του νου, εκκινώντας πάντα από τη φωτεινή, τη φανερή, πλευρά των πραγμάτων.

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δένδρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ’σουν εσύ που θα ’φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Αυτοί οι στίχοι του Γιώργου Σεφέρη από τον «Ερωτικό Λόγο», αυτό το ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα, το χέρι, τα μήλα, τα φύλλα δεν είναι άλλο από εκείνο που ψάχνει ο Γιώργος Βέης στα δικά του ακρογιάλια του νου και στη δική του σκοτεινάγρα του μυαλού, αφού πρώτα μας οδηγήσει, όπως η Βεατρίκη τον Δάντη, στους κύκλους του κειμενικού παραδείσου.

Ο Βέης ασχολείται με όλα όσα αφορούν την ποίηση και την πεζογραφία, εξακτινωμένη στον χώρο και στον χρόνο, στην Ελλάδα και στον κόσμο, στο σήμερα και στο πάντα, σε άπασα τη φιλοσοφία και ιδιαιτέρως στους αγαπημένους του Νίτσε και Σοπενχάουερ, φάρους στην παγκόσμια σκέψη.

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το σονέτο –Πρελούδιο– «Ars Poetica»· «προαύλισμα» ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε στην ποιητική του συλλογή Βράχια, και τα δύο μουσική εκπέμπουν. Το ή η «Ars Poetica», από τη συλλογή Ν, όπως Νοσταλγία, αποτελεί και κατευθυντήριο εισαγωγικό μπούσουλα ή νήμα της Αριάδνης για την ξενάγηση στα ενδότερα και στα μυστικά της ποιητικής γραφής ή και Βεατρίκη, όπως είδαμε να τη συναντά ο Δάντης στην Ponte Vecchio. Όχι, δεν πρόκειται για Δωμάτιο με θέα στον Άρνο, αλλά βιβλίο με θέα στα άπειρα κείμενα των άπειρων κειμενικών αναφορών. Στο ποίημα, καθόλου τυχαίο, όπως προφαίνεται, ο Βέης έχει οδηγούς τα πουλιά στα δέντρα, τον αέρα στα φύλλα, τη μεγαλειώδη φύση που θα τον διδάξει «για τη δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών των ανθρώπων, αλλά για κείνη της πανσελήνου […] είδωλο και αλήθεια μαζί…». «Ars Poetica», ένα σονέτο με τον λατινικό του τίτλο, αντλημένο από τον Οράτιο που σονάρει-ηχεί, και ο ποιητής, οιωνοσκόπος και φυλλομάντης, μεταβάλλεται σε μέγα μάγο και μαΐστορα και μάγιστρο της τέχνης, ερμηνευτή του αόρατου και ανάκουστου. Τα πουλιά και ο κελαηδισμός τους, τα φύλα και ο αέρας ανάμεσά τους, όλα τού μιλούν και τον διδάσκουν. «Φωνές φτασμένες από το άγνωστο» αποκαλεί o Ελύτης τα μηνύματα της φύσης, ενώ, στο πρώτο κείμενο κιόλας, ο Βέης μάς ειδοποιεί ότι ανήκει σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι η ποίηση «εκλύει οραματική σοφία» και ότι η «φαντασία είναι το στήριγμα και η αναβάθμιση του κοσμοειδώλου». Κι ακόμα, μας λέει ότι «πέρα από την εμπειρία των αισθήσεων, θα υπάρχει πάντα η ακαινοτόμητη εμπειρία του Ποιητικού Νου», το αντίβαρο στον ρεαλισμό… «Με λογισμό και μ’ όνειρο» είπε ο Σολωμός, «αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη γη…», είπε ο Ελύτης, προϋπόθεση για την ισορροπία ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, στην ύλη και στο πνεύμα· αλλιώς δεν θα τη βρεις.

Όμως μέσα από το εκ πρώτης όψεως «δύσκολο» συγκείμενο αναπηδούν πίδακες δροσερού λογοτεχνικού νερού, απαστράπτοντος στοχασμού, με την ευρεία έννοια πολιτικού, αλλά και καθημερινού που αναβαθμίζεται σε υψίστης ποιότητας νέκταρ και αμβροσία.
Στα κείμενα του βιβλίου, ο ποιητής-συγγραφέας θα μιλήσει για την Ποίηση γενικά και τον ρόλο της, για την κριτική και τον δικό της ρόλο, για τα είδη της ποιητικής γραφής, για τα θέματα: «το ιστορικό καταπίστευμα», «το αυτοβιογραφικό ομίλημα», «ο καθρέφτης του θανάτου», τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας «ως καλώς συγκερασμένα», αλλά υπάρχουν και οι μιμητές και οι «εκ του προχείρου». Οι εκδόσεις «ιδίοις αναλώμασιν» έχουν τη σημασία τους στη ζυγαριά της ποιότητας, αν και όχι πάντα. «Η επίκληση της Φύσης […] εκ των πραγμάτων έσχατη αξία», επισημαίνει ο Βέης. Αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την εφεύρουμε ή, με άλλα λόγια, είναι αυτή που μας παρέχει ιδέα παραδείσου, αν δεχτούμε ότι όλα, και όχι μόνο ο άνθρωπος, πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσιν. Και η «λέξη»· «το ες αεί αντικείμενο του πόθου της… το πράγμα». Κι αν ο Λακάν είπε πως η λέξη είναι ο φόνος του πράγματος, μας θυμίζει ο Βέης, θα αντιλέξω με τη ρήση ενός παλιού γραμματικού και ισχυρού φιλολόγου, που έλεγε πως το ρήμα «λέγω» σημαίνει βάζω κάτι να πλαγιάσει. Άρα η λέξη και το σημαινόμενό της βρήκαν τη θέση τους στον κόσμο, που είναι ίδιο με αυτό που είπε ο Λακάν, αλλά λιγότερο πικρόγευστο. Κι αν, τέλος, ο Ελύτης είπε: «Μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε», ήταν επειδή ήθελε να δώσει χώρο και στις εικόνες που πάλευαν να ξεφύγουν από την καταδυνάστευση και υπεροχή των λέξεων μέσα του.

«Ο κόσμος δεν είναι μία καρτ ποστάλ» λέει ο Βέης ότι είπε ο Σοπενχάουερ. Δηλαδή, δεν είναι εικόνα μόνο του ιδεατού κόσμου, σταθερή και ακίνητη, αλλά είναι κόσμος έμψυχος και μας μιλάει με χίλιους τρόπους, όπως προσφυώς μας έχει δείξει ο Βέης στα ποιητικά του κείμενα, αλλά και στα επίσης ποιητικά πεζά του! Από δω, από τη γη, λέει ο ποιητής Μάλντεσταμ, «μπορεί να αρχίσει το ταξίδι λόγος/ στους ορίζοντες του στήθους…».

«Η ποίηση […] αποτυπώνει […] ό,τι την ελκύει περισσότερο από την επικράτεια των αοράτων» και ο άνθρωπος πρέπει να «πιάσει την αστραπή», όπως προτρέπει και πάλι η ελυτική Μαρία Νεφέλη, και να της δώσει «διάρκεια», να την κάνει «ισόβια». Και όσο η υπέρβαση του χρόνου εν προκειμένω συμβαδίζει με την υπέρβαση της λογικής, τόσο και ο Βέης, αφού μας προειδοποιήσει για την «πολυπλοκότητα επί των εκφάνσεων περί το θέμα», θα καταλήξει στο ότι «η μία λεκτική πρόσχωση προσκαλεί (ή προκαλεί) την επόμενη… Το ποιητικό κείμενο συνιστά ένα είδος συντελεσμένου χρονοφρονήματος». Πλαγιογραμμένη η λέξη, υποδηλώνει τη λεξικοθηρική ποιητική αναζήτηση της ακριβείας, χαρακτηριστικό του Βέη.

Εξαιρετικής σημασίας οι σελίδες οι αφιερωμένες στην Ιστορία, στη Φιλοσοφία, στην Αγγελάκη Ρουκ, και επανερχόμαστε στο «μυστικό νόημα του ποιήματος», που κρύβεται στις πτυχώσεις του χιτώνα της θεάς, όπως λέει ο ποιητής ή «Η πτύχωση είναι το σπίτι του άλλου νοήματος» ή το «μυστικό είναι, εν ολίγοις, το σοφά κρυμμένο Δισκοπότηρο του ποιήματος» όπως λέει ο Βέης, πάντα ζητούμενο και πάντα διαφεύγον.

gι veis21Τα δοκίμια αυτά, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν το αντίστοιχο των Δοκιμών του Γιώργου Σεφέρη και των Ανοιχτών Χαρτιών του Οδυσσέα Ελύτη, και ότι πρόκειται για ένα μόνο μέρος του θησαυρού που περιμένει να δει το φως της δημοσιότητας στα συρτάρια του ακαταπόνητου Γιώργου Βέη.

Για την ποιητική γραφή
Δοκιμίων σύνοψις
Γιώργος Βέης
Ύψιλον
112 σελ.
ISBN 978-960-17-0383-1
Τιμή €10,00

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/17487-poiitiki-grafi

bell hooks (1952-2021), Τρία ποιήματα

1
η αγάπη πάει στην καρδιά μου κατευθείαν
χτύπο το χτύπο
ζωντανή και όλο και πιο ζωντανή
ωχ, αυτή η ώρα πριν από τις λέξεις
και μπορώ ακόμα να θυμηθώ
κάθε άγγιγμα
κάθε κομάτι όλης της τρυφερότητας
μόνο ένας πόνος
μια κραυγή για να γίνεται
πάντα μια ατελείωτη ευδαιμονία

2
ερωτευμένη
δεν υπάρχουν κλειστές πόρτες
κάθε κατώφλι
μια πρόσκληση
να διασχίσεις
παρασυρμένη
πάρε την καρδιά σου
και μπες εδώ
σε αυτό το σημείο
όπου την αλήθεια
κάποτε την αρνήθηκαν

3
και πώς
με λατρεύει
πολύτιμος πολύτιμος
γλυκό γλυκό
όλα τα αγαπημένα πράγματα
σάρκα που είναι η σάρκα μου
κόκαλο που είναι το κόκαλό μου
και είμαστε πάντα ένα
ακόμη και αυτή τη στιγμή
που ραγίζει η καρδιά
παράδοση και χωρισμός
ξέρουμε
θα έρθουν πάλι οι καιροί
για μια αιώνια διαρκή αγάπη
άλλη μια ευκαιρία
παρασυρμένη
μου υποσχέθηκε
μια ακόμα ευκαιρία

*Από τη συλλογή “Όταν οι άγγελοι μιλούν για αγάπη “ (When angels speak for love), Atria Books, New York, 2007. Μετάφραση / Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Yuko Otomo, New York City

A man is a woman
& a woman is a man.

Only when you hid your face,
the world reveals itself
clearly to you.

Human hipbones
harder than those iron fences
wind surfers, wiser & faster
than fish bones do.

Troubles; pranks; tricks.

A woman is a man
& a man is a woman
& feet are minds
& eyes are feet

“Where is today’s catch?”

Ένας άντρας είναι μια γυναίκα
& μια γυναίκα είναι ένας άντρας.

Μόνο όταν κρύβεις το πρόσωπό σου,
ο κόσμος αποκαλύπτεται
ξεκάθαρα σε σένα.

Τα ανθρώπινα ισχία
πιο σκληρό από εκείνους τους σιδερένιους φράχτες
wind surfers, πιο σοφοί και πιο γρήγοροι
από ό,τι κάνουν τα κόκαλα των ψαριών.

Προβλήματα, φάρσες, κόλπα.

Μια γυναίκα είναι ένας άντρας
και ένας άντρας είναι μια γυναίκα
και τα πόδια είναι μυαλά
και τα μάτια είναι πόδια

«Πού είναι το σημερινό αλίευμα;»

*Published in Free Poetry Series, Ragged Lion Press, London, 2019.
Μετάφραση / Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Kenneth Rexroth, Κενός καθρέφτης

Όσο είμαστε χαμένοι
Μέσα στον κόσμο της επιδίωξης
Δεν είμαστε ελεύθεροι. Κάθομαι
Στη μικρή μου τετράγωνη καλύβα.
Τα πουλιά τραγουδούν. Οι μέλισσες βουίζουν.
Τα φύλλα λικνίζονται. Το νερό
Κελαρύζει πάνω στους βράχους.
Το φαράγγι με περιβάλλει.
Αν σάλευα, του Μπασό ο βάτραχος
Θα βουτούσε στη λίμνη.
Όλο το καλοκαίρι τα χρυσά
Φύλλα της δάφνης σκορπίστηκαν στο χώρο.
Σήμερα στοχαζόμουν
Ένα φύλλο σφενταμιού που επέπλεε
Στη λίμνη. Τη νύχτα
Παρατηρούσα τη φωτιά.
Κάποτε είδα πύρινες πόλεις,
Χωρά, παλάτια, πολέμους,
Ηρωικές περιπέτειες
Στις νεανικές φωτιές της κατασκήνωσης.
Τώρα βλέπω μονάχα τη φωτιά.
Η ανάσα μου είναι ήρεμη.
Τα αστέρια κινούνται ψηλά.
Στο απόλυτο σκοτάδι
Μονάχα μια μικρή κόκκινη λάμψη
Απέμεινε μες στις στάχτες.
Πάνω στο τραπέζι είναι ένα
Φιδοπουκάμισο και μια ασμίλευτη πέτρα.

*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

Η ΠΟΙΗΣΗ

Μοιρασμένη στα δύο
ανάμεσα στο αγκυροβολημένο σώμα
και στον πόθο που απέπλευσε

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Για λόγους προστασίας του ποιητή
το ποίημα έχει πολλά περιθώρια ελιγμών
ανύποπτες για τον εχθρό δυνατότητες ξεγλιστρήματος
κρυφά χαρτιά, αχρησιμοποίητους άσους
Το ποίημα έχει, για τις ανάγκες της μάχης
πολλές εξόδους κινδύνου, υπόγεια καταφύγια
διασκορπισμένους σταθμούς ανεφοδιασμού
χώρους ανασυντάξεως, εφεδρείες
Μα την ώρα που τα πάντα για εκείνον έχουν κριθεί
το ποίημα προσφέρει αυτοπροστασία
στον εαυτό του
προδίδοντας τον ποιητή.

*Από τη συλλογή “Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2010.

Κατερίνα Φλωρά, Απόσταση

Η κόπωση στου κενού τον χρόνο
θυμίζει τους φρενήρεις ρυθμούς
που παύουν της ζωής μας τον ρου

Παρανόηση η απόσταση μεταξύ μας
ή από πάντα παρούσα,
θα κινούμαστε, θαρρώ παράλληλα, δίχως σύγκλιση

Έπειτα ξεχνιόμαστε, εγγύτητας και ομοιότητας ψευδαίσθηση μας γελά
ώσπου την επανάληψη αντικρύσουμε πάλι

Αγνοώντας αναπόφευκτα τις προβολές
όταν κοιτάμε αντίθετα,
δρόμος ανοιχτός, επιλογή, επίγνωση.

Milica Lilic, Η εφυΐα ενός ποιήματος

Στο ποίημά του Άνθρωπος που μεταφέρει πράγμα
ο Γουάλας Στήβενς βλέπει το ποίημα
σαν μια αντίσταση στην ευφυΐα.

Ναι, θα μπορούσε να είναι έτσι,
ένας ποιητής μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το ποίημα.
να αντισταθεί στη βαρύτητα
(κυρίως έζησα αντιστεκόμενος,
έγραψε ο διάσημος ποιητής της Σερβίας S.R.).
Η ζωή αντιστέκεται στον θάνατο,
η σιωπή αντιστέκεται στην ομιλία,
ένα ποίημα περιφρονεί το μη-είναι,
αρνείται το παράλογο, την ύπαρξη,
που είναι στριμωγμένη ανάμεσα στα δυο αυτά σημεία.

Όχι, το ποίημα δεν αποτελεί αντίσταση
στην ευφυΐα,
αν και τα σοφά συμπεράσματα του Γουάλας Στήβενς
πρέπει να τα σεβόμαστε.
Η μορφή του είναι η ουσία,
γιατί θέλει να υπάρξει,
να μιλήσει μέσα από τη φόρμα,
να την εξηγήσει, να επιβιώσει,
να δώσει νέα ζωή στον συγγραφέα,
Να εξημερώσει τα πάντα.

Ακόμη και οι φριχτές σκέψεις
που γίνονται για λίγο πραγματικές,
καθώς μεταμορφώνονται σε ποίημα
φωτίζονται, ημερεύουν
στοιχισμένες στη σειρά των στίχων.
Όπως το αιώνιο ακίνητο νερό.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Οι στίχοι είναι. Ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”, εκδόσεις Ρώμη 2020. Μετάφραση από τα αγγλικά Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΚΟΝΙΑΚ

Στη γνωστή μας υπόγα πάλε τα πίνω
Για το ψεύτη ντουνιά καπίκι δε δίνω

Κι απόψε όπως ψες κι όπως κάθε βράδυ
Γλυκεία γκαρσόνα κερνά με — μπράντυ

Ω Μούσα!
με μάτια τσακπίνικα, σινάμενα οπίσθια
Ποια για χάρη σου ρίμα να παίξω
— τα… λοίσθια; τα… ημερομίσθια;

100 κούπες ήπια κ’ 100 κούπες έχω σπάσει
κ’ 100 σουρωμένα σονέτα έχω γράψει

Ω Μούσα! ρούσα ξανθομαλλούσα
πανώρια ασκημούλα και πεταχτούλα
Για τα σε!
κ’ οι παρόλες μου, και τα λιλιά μου — κι ούλα!

*

ALLEGRO CON FALSO

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
άναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω’ και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)

Εγώ — κόκκορας!
μέσ’ στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω

Εγώ — κόκκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω

Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο

Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ό μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! καί μου την ανάβει
Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας

(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )

*

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Α΄
Ησυχία παρακαλώ
Ό μακαρίτης απεχθανότανε το θόρυβο

Όσοι θέτε να λέγεστε φίλοι μου
το μνημούρι ποτίστε ρακί / ή κονιάκ
και καθίστε ‘δώ μαζί μου λιγάκι
να πιούμε και να κλάψουμε παρέα.

Β΄
«Δε χρειάζομαι ταφόπετρα…»
Μπ. Μπρεχτ

ούτε ‘γώ…
αλλά αν χρειάζεστε εσείς για μένα
μου φτάνει έμένανε τούτ’ ή γραφή:

*

«ΕΝΘΑΔΕ ΣΑΠΙΖΕΙ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ»

στο νεκροταφείο
πιο καλά στην άκρη θάφτε με
έτσι όπως έζησα
κι ακόμα
πιο καλά στην άκρη εδώ του δρόμου
σ’ ένα σταυροδρόμι
σ’ ένα τρίστρατο

έξω από ‘να γύφτικο σκυλάδικο
του διεθνούς

(μεθυσμένοι οι γύφτοι όντας βγαίνουν
το μνημείο να ποτίζουν)

τέτοιο μνημούρι, μάλιστα, θα μας τιμούσε όλους.

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Πέντε ποιήματα

ΑΝ Η ΑΓΑΠΗ

Αν η αγάπη
συνώνυμη δεν είναι
με τη συγχώρεση
ο εγωισμός
φορά τα καλά του.

*

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ

Αμυδρό μειδίαμα
στο μισόφωτο
χαράζει γλυκά
το κέλυφος της νύχτας
στο τέλειο σχήμα
του αυγού της ζωής

αχνά τα χρώματα
και η φωνή
νότα χαμηλή
της πρώτης αχτίδας·
αργόσυρτο
ξεμούδιασμα πρωινού.

Ας περιμένουν λίγο
η εγερτήρια σάλπιγγα
και τ’ άλογα
ανυπόμονα στον στάβλο
με τα καινούργια πέταλα
και τη χαίτη χτενισμένη.

Αποζητά τις στιγμές της
η γέννηση
πριν τον αγώνα.

*

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΝΩΕ

Οι ιδέες ριπές
μαστιγώνουν τον νου.
Οι λέξεις χαλάζι.
Πλημμυρίδα
οι νεόφερτες προσδοκίες.

Πνίγεται η σκέψη
στα κύματα των λογισμών
και εσύ
ακόμη αναζητάς
την κιβωτό σου.

*

Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΣΟΥ

Πολιορκημένος
αμήχανα αντικρίζεις
την πύλη της εξόδου.
Αναποφάσιστος
δίχως επίγνωση
πως οι περιπλανήσεις
μέσα στα τείχη
θα αναλώνουν την ορμή
και των ερώτων οι κορφές
τα οχυρά θα έχουν για σκιά τους.

*

ΤΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Στους μοντέρνους καιρούς
ακόμη και στον πόλεμο
τα πρότυπα αλλάζουν.

Πράξεις ηρωικές
μάταια επιζητούν δικαίωση
εντός πεδίου μάχης φονικού.

Κι αυτή η πολύβουη πόλη
σιωπά
μπροστά στο ακήρυχτο άγνωστο.

*Από τη συλλογή “Το κοσμικό αυγό”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2021.

Τάσος Ρούσσος, Τώρα μπορώ να υποθέσω…

Ν’ύχτα γεμάτη ραβδώσεις
τα δέντρα που λάμπουν απ’ τις επιθυμίες
με τις ρίζες αγγίζοντας την αυγή
καθώς την ταξιδεύουν
από τη δροσερή καρδιά των βουνών
τα υπόγεια νερά.
Ό’νειρα πλαγιασμένα στο ένα πλευρό
κι ο αγέρας περπατώντας
στα αιωνόβια χρώματα.
Το βαθύ πράσινο
το βαθύ γαλανό
το βαθύτερο πέλαγο.

Τώρα μπορώ να υποθέσω
πως ξεκίνησες απ’ τη μνήμη
ένα θολό μωβ κάποτε.

*Από τη συλλογή «Ο Ξεναγός και η Νύχτα», Έκδοση Κείμενα, Αθήνα, Νοέμβρης 1981.