Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα 

Φωτογραφία: Patrick Comerford

ΑΣΠΡΟ ΦΩΣ
Φωνές έπεφταν
σαν ψίχουλα
στο βρεγμένο χώμα
μη ορατή περιοχή
πίστη που διέσχιζε τη νύχτα
εκεί που σταματούσε η σιγή
το σώμα σου ανέτεμνε την αδυναμία
σαν ηλικία
σαν εποχή
που μας αρνήθηκε.

ΣΤ’ ΑΝΟΙΧΤΑ
Βουβά και αθόρυβα να επιστρέφεις στις ρίζες
να γυρίζεις σε μια πατρίδα –
στον ήχο του φόβου.
Όπως εγώ απόψε που έμεινα να μετράω πληγές
παρυφές γεγονότων
ενδοιασμούς κινήσεων
σαν τηλεφωνικός θάλαμος στημένος σε εθνική οδό
σαν δημόσιος χώρος που στέγασε διαδρομές και αποτυχίες.

2070
Οι δρόμοι φωτισμένοι
κάτω από τα σπίτια
όλα τόσο όμοια
κι όμως διαφορετικά
ακουγόμαστε
εν μέσω εκπομπών
και ψιθύρων
μυστικές συνελεύσεις
στις άκρες φθαρμένων ρούχων
βαμμένα μάτια
νύχτες συνεχούς καταγραφής
παίρνεις ξανά
αυτή την παράξενη έκφραση
θα μπορούσε να είναι
μια καινούργια ζωή
μες από τα σπλάχνα του χρόνου
θα μπορούσε να είναι
μια υπόγεια ανανέωση
μια συμφωνία
ή
–όπως στην ποίηση–
ένα αθόρυβο τέλος.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος, 42 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2021), του περιοδικού “Τα Ποιητικά”.

Ζωή Δικταίου, Άυπνος ο τόπος άγιος ο χορός

Και να που τα μάτια βλέπουν προς τα μέσα
μοιρολόι Ηπειρώτικο αλήστευτη ομορφιά,
αμέρωτο ελάφι η σκέψη
ένα κλαρίνο κλαίει μακριά, αγκαλιάζονται τα έλατα
πρώτο φιλί στο μέτωπο
το κόνισμα ας μένει.
Στη μέρα μην ορκίζεσαι, τα σκιορτικά δεξιά μου
θεόρατος ο ουρανός άφαντος μουσαφίρης.

Σωπαίνουν τα πουλιά στη Λεσινίτσα
λαλήματα δοξαστικά
κρατά η καρδιά, κρατά ο χορός
την κούπα ως τον πάτο
στο διψασμένο σου ξενύχτι,
βαριές οι λέξεις γίναν πέτρες.
Αλαφιασμένες θωριές, πέπλα καπνού στο χιόνι,
φωνές περιφρονημένες.
Αλέθουν οι μυλόπετρες στο Καλπάκι.
Όταν χορεύοντας,
γέρνει το σώμα χαμηλά στη γη,
μάννα, τα πέτρινα γεφύρια δεν γίνονται
ερείπια στην Κόνιτσα, ακούς! Μαγεμένα νερά!
Αρχαία φρόνηση, στεφανωμένο αγιόκλημα το κεφάλι,
Μπαμπάκι τα μαλλιά. Ακέρια η θέληση.
Παντού η ζωή σε ζώνει.

Ύστερα πετάγεται ψηλά ν’ αθροίσει άστρα
και φως από τις σπαραγμένες μέρες
μάννα, εδώ το βλέμμα γδύνεται το ψέμα
πάνω απ’ τον Γκέσο το φεγγάρι τών φτωχών
κυλίστηκε στην πάχνη
μα αν κάνεις και το πλησιάσεις ξυπνούν τα παλιά αίματα,
οι σκισμένες αρβύλες τρέχουν μοναχές
και ο ιδρώτας κεχριμπάρι στο μέτωπο.

Εδώ είσαι εσύ, αλλού ο νους, με τους ξεριζωμένους.
Άυπνος ο τόπος άγιος ο χορός

Το ραγισμένο καθρέφτη στο ποτάμι
κρατάς δεμένο με μια κόκκινη κλωστή
μάντισσα Μοίρα,
πρόσωπο καινούριο
πάνω στο κρύσταλλο με κάρβουνο ζωγράφισε
στάζουν παράπονο τα μάτια.

Όταν χορεύοντας,
κατεβαίνει στις ρίζες τής ιτιάς,
αγνώριστο ταξίδι,
γονατιστός μ’ ένα κλωνί βασιλικό στ’ αυτί,
ψιθυριστά ο άνεμος ασύνορος
ξαναφέρνει ονόματα, σημάδια, τραγούδια.

Παλιά μορφή δανείστηκα
να ρθώ μαζί σου
και στο μαντήλι πρόχειρα δυο μαντινάδες τύλιξα,
παραμονεύοντας ισκιώματα στη νερομάνα
οι Κένταυροι ερμηνεύουν τις σκουριές
λυγούν τα νιόβγαλτα κλαδιά
λυγίζει και η καρδιά μου. Ούτε προφήτης, ούτε ζητιάνος…
Απ’ τα μεγάλα πάνε χρόνια που έχω ξεστρατίσει
αμνημόνευτες σκέψεις
ψηλώνουν τα βουνά στην άγρια μπόρα.

Όταν χορεύοντας,
μαύρος κισσός τρυγά τον πόνο τον αψύ και τον μυριόκλωνο
σου παραγγέλνει ο θάνατος, τον Έρωτα φοβάσαι.
Μετρά ο θεός, ξαναμετρά, το δίχτυ ρίχνει ο Χάρος
άλυτο πάθος, σερπετό σε ξένο περιβόλι,
η αγάπη η ανίκητη την Άνοιξη τραγούδι.

Ανάθεμα που μ’ έμαθε φρόνιμη μες στα ρόδα
δεν είναι ενθύμια οι φωνές
και οι φωτιές τού Γράμμου.
Φέγγει τ’ άσπρο πουκάμισο, όλος ο κόσμος ξέρει.
Στη Γράμουστα μαζεύει καινούρια δάκρυα η Γκιστόβα
και βροχές ξενιτεμένες.
θυμάται η λίμνη Βασίλη. Θυμάσαι κι εσύ.

Ματώνουν τα καρφιά, λύσε τα χέρια
έλα στο χορό,
αλλάζει πρόσωπα και εποχές τούτη η φλούδα
μέχρι να βρεις την φλόγα που δεν τρέμει,
θ’ αλλάζουν τα φίδια πουκάμισα,
μια φλόγα στα βουνά, στην ψυχή
Ψυχή στο βλέμμα, ψυχή στο χώμα. «Ψυχή βαθιά…»

Αύριο, εν ονόματι τής Αγάπης


Κέρκυρα, 10 Απρίλη 2019

Gregory Corso, Humanity / Ανθρωπότητα

What simple profundities
What profound simplicities
To sit down among the trees
and breathe with them
in murmur brool and breeze —
And how can I trust them
who pollute the sky
with heavens
the below with hells
Well, humankind,
I’m part of you
and so my son
but neither of us
will believe
your big sad lie.

Τι καθαρό βάθος
τι βαθιά απλότητα
να κάθεσαι ανάμεσα στα δέντρα
και ν’ ανασαίνεις μαζί τους
στην κελαρυστή δροσερή αύρα!

Και πώς μπορώ να πιστέψω αυτούς
που λερώνουν τον ουρανό με παραδείσους
και τη Γη με κόλαση!

Λοιπόν, ανθρώπινο γένος,
κομμάτι σου είμαι,
όπως κι ο γιος μου,

μα κανένας μας δεν θα πιστέψει
το μεγάλο θλιβερό σου ψέμα.

*Η ελληνική μετάφραση είναι του Γιώργου Μπουρλή και περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.

Βίκυ Λιούκα, Ο θαυμαστός κόσμος των σπασμένων ηθικών

Το μολύβι ξύνει τους τοίχους της αφελούς προσπάθειας να κοιμηθούμε –κι απόψε– ενόσω οι σκέψεις πυρπολούν τις φυλακές ανεξιχνίαστων εγκλημάτων
Νότες κλωτσάνε σαν έμβρυα έτοιμα να βγουν από την κοιλιά της μάνας τους (έκπληκτες θα δουν το φως και θα το αγκαλιάσουν με τα αδέξια χέρια τους)
Μορφές άνευ ταυτότητας διεκδικούν την απλότητα του πόνου και τη δυσφορία του άγνωστου
Αχαρτογράφητες προβλήτες
Η μέρα βάφεται στα χρώματα της ύλης
Μαριονέτες ροκανίζουν αναίσχυντα τα κόκαλα της υστεροφημίας
Μια πεταλούδα στάθηκε στο ύψος των σκέψεών μου απαλύνοντας τη χρονοβόρα διαδρομή προς τη στιγμιαία (συν)ακολουθία των εν δυνάμει αναφορών στο χθες
Κάποιοι προσπαθούν να ξεχάσουν (χωρίς επιτυχία)
Πνιγμένες φωνές παραλύουν τα σώματα των περαστικών
Το σώμα αγκαλιάζει τις εξασθενημένες σάρκες των θυμάτων
Δένουμε τα κορδόνια μας τόσο σφιχτά λες και δενόμαστε κι εμείς μαζί τους μη τυχόν και φύγουμε από τη γη (και βρεθούμε ξαφνικά μετέωροι)
Αναμένονται σκέψεις άνευ περιεχομένου
Αφηρημένες ματιές
Ηλεκτρισμένες πνοές
Εξορύξεις σπλάχνων
[Τίποτα δεν είναι πιο αληθινό από τη ματιά την ώρα που αφαιρείται]
Βαδίζουμε σε ταράτσες σφραγισμένων δωματίων
Πίσω από τα κάγκελα κρύβεται πάντα ένας ήλιος
Προσφορά ή ζήτηση
Κρατιόμαστε από τις χειρολαβές των λέξεων
Στους κόλπους της γης γεννιούνται ιδέες με εικόνες τρόμου
Τα βράδυα οι τοίχοι ψιθυρίζουν στα αυτιά μας λόγια απαγορευμένα
Ποτάμια οργής
Αρ(ω)ματα
Αποκαλύψεις άνευ κοινού
Στις βιτρίνες των καταστημάτων αποκοιμιούνται ξεχασμένοι πόθοι
Ποιος πρόδωσε τα όνειρά μας;
Θυμ(ιατ)α
Πού πηγαίνετε; (ακόμα δε μάθαμε)
Με δεμένα πόδια ανηφορίζουν στη λογική της τρώγλης
Σαπουνόφουσκες κατεβασμένα μούτρα πανικός στο μυαλό και στο πορτοφόλι μια στιγμή δεν αντέχουν μακριά από τη ρουτίνα μακριά από το κουτί με τις ευχές ας είναι η θάλασσα ο ουρανός τα δέντρα θα συνεχίσουν να ανασαίνουν για μας όμορφα τα παραμύθια αρκεί να μην πιστεύεις σε αυτά παραλογισμός καμπάνες καλούν τον κόσμο σε ένα ακόμη φαγοπότι παιδιά κοιτάνε στο άπειρο άνθρωποι λιώσανε στις καρέκλες τους μουσική κάτι να ξεχαστούμε κάτι να μας μεταφέρει στην πηγή των ονείρων μας στην ελευθερία τόσο(ι) δυστυχισμένοι ανεύθυνα καιρικά φαινόμενα λύγισε η πλάτη από το βάρος των υποχρεώσεων ποιος μας υποχρεώνει ποιος αποφασίζει για μας θυμήσου να φέρεις τροφή για τις γάτες βράδυ να βγούμε έξω τότε που οι σκιές σκιτσάρουν τους φόβους μας στους δρόμους να κοίτα μπορείς να κάνεις πως πατάς πάνω τους ποτέ μου δε φοβήθηκα τους λύκους όσο τα πρόβατα και τώρα ας περισώσουμε τη νιότη μας χρηματιστήριο ψυχών αλτήρας καταπακτές κατακόμβες ενεργοί εξουσιαστές βαμμένοι ως το μεδούλι φλεβική ανεπάρκεια κοκορομαχίες οικογενειολάγνοι / τρομολάγνοι παιδιόθεν απρεπείς χειρονομίες τρομοκράτες εξ΄ αγχιστείας αναποφάσιστοι δέσμιοι εξιδανικευμένοι μωροί σοφίτες προτροπές φιλήδονοι δειλίες εξ’ αίματος βιολογικοί θεσμοί λευκά χαμόγελα μαύρα από την αυπνία μάτια κομμένες σελίδες καμένες σελίδες αποσιωπημένες σελίδες οικονομικές συσκευασίες μαντήλια καντήλια σκούπες αλογοουρές αποικίες από ανακυκλώσιμα υλικά στα πόσα τεστ καιγόμαστε έξυπνα σπίτια δορυφόροι κατεβασμένα στόρια βρώμικες κουρτίνες σκασμένα λάστιχα
Οι προσδοκίες συγκρούονται με τα αισθήματα
Ας περπατήσουμε στους ταλαιπωρημένους δρόμους με τις λακκούβες (που χάσκουν σαν μικρά σύμπαντα έτοιμα να μας καταπιούν)
Επιεικής η αντιμετώπιση του απεσταλμένου υλικού
Θλίψη σε κύβους από ζάχαρη
Ρούχα καθαρά διπλωμένα στα τέσσερα (για να μπορούν κάπου να χωρέσουν)
Ένας κόσμος που φωνάζει χωρίς σταματημό
Ένας κόσμος ασυγκίνητος, ατσαλάκωτος, περιφραγμένος
Θα μείνετε απόψε να φάμε μαζί; Ίσως να καταφέρουμε να συνεχίσουμε εκείνη την κουβέντα που αφήσαμε στη μέση. Πώς είπατε; Δε θυμόσαστε το θέμα; (Μα δεν έχει σημασία το θέμα όσο η συζήτηση)
Γλώσσες ψαλιδίζουν τα κουφάρια των πρώτων δεξαμενών
Οι ιδέες θεωρούνται αδικήματα και δικάζονται ερήμην τους
Η ψυχή απλώνει το ανάστημά της σε πράγματα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ασήμαντα
Κάποιοι γυαλίζουν τους καθρέφτες που έστησαν απέναντί σου δίχως να σε ρωτήσουν
Άνθρωποι κατατρεγμένοι από νόμους και θεούς
Σπίτια που μπορούν να φιλοξενήσουν μια πόλη
Σπίτια που δε χωρούν την ελευθερία σου
Στους κοιμισμένους βάζουν ένα καθρεφτάκι μπροστά στο στόμα τους για να σιγουρευτούν πως δεν έχουν πεθάνει

Ακλόνητοι μύθοι με
μοβ κορδέλες στο
λαιμό ζητούν αφορμές

Αφετηρίες
Συναλλαγές στο χρώμα
του δέρματός μας

Δυνάμωσαν οι
σιωπές: ακρόαση
ζητούν (στο τέρμα)

Καλύπτουν με τα χέρια

την αδικία
(κι αυτή μας προσπερνάει)

Βιωματική έκφραση (προσώπου σώματος και ψυχής)
Καταλαγιάζει η επίθεση των συνωμοσιών: καιρός να καταγραφθούν τα θύματα της επόμενης επίθεσης
Για την αυτοβιογραφία κάποιων αρκεί μία και μόνο λευκή σελίδα (οι υπόλοιπες διασχίζουν την έρημο της ουτοπίας)
Κανείς δεν μας προετοιμάζει για όσα θα ζήσουμε (ή θα αποφασίσουμε)
Στάθηκες απέναντι από τους φόβους (σου) τους έβγαλες τη γλώσσα κοροϊδευτικά τους δωροδόκησες με απελπισία τους έθρεψες με τη ζωή σου και τους εξόρισες στο κοντινότερο σημείο του μυαλού (σου)
Κοντινές ανάσες / μακρινά όνειρα
Μορφές από το αύριο στοιχίζονται έξω από την πόρτα του πρότερου βίου σου
Ο θαυμαστός κόσμος των σπασμένων ηθικών
Φύτεψες έναν σπόρο σε μια σπασμένη γλάστρα: ο σπόρος έγινε ανθός / ο ανθός δέντρο / το δέντρο οξυγόνο
Τόσος λόγος για τη μαγεία (τόση αδιαφορία για τη ζωή)
Αποθηκεύουμε ψίχουλα για να μας δώσουν ψωμί (μέχρι που τα ψίχουλα μουχλιάζουν)
Αναζητούν τον έρωτα σε άδεια κορμιά
Καταδιώκουν τη ζωή στη γη (και την υμνούν στο φεγγάρι)
Οι απολαβές της θερινής ισημερίας παίρνουν τον μοναχικό δρόμο της αμφισβήτησης
(Είναι κι αυτός ο ήλιος που σε συνθλίβει σαν ελιά στο λιοτρίβι)

*Το ποίημα δημοσιεύεται στο ιστολόγιο της ποιήτριας: http://vickyliouka.blogspot.com/2021/01/blog-post_24.html

Αργύρης Χιόνης, Παράθυρο

Τα παράθυρα είναι κάδρα
Κομματιάζουνε τον κόσμο σε τοπία
Κάνουνε πιο υποφερτή την απεραντοσύνη

.

Μπρος απ’ τα παράθυρά μας
Περνάνε μερικά πουλιά κάμποσα σύννεφα
Λίγο ηλιοφώς λίγη βροχή
Για να δώσουμε και κάποιο χρώμα στη σκηνή
Βάζουμε κάποτε και δυο γεράνια στο περβάζι

.

Τα ποιήματα είναι κάδρα
Κομματιάζουν την ψυχή μας σε ψιχία
Κάνουνε πιο υποφερτό το ανέκφραστο

.

Μέσ’ απ’ τα ποιήματά μας
Περνάνε μερικές ανάπηρες χειρονομίες
Λίγος ανεκπλήρωτος έρωτας
Κάμποση επιθυμία των ουρανών
Για να μην είναι και σχεδόν βουβά
Προσθέτουμε κάποτε και καναδυό ηχηρές συνηχήσεις

.

Η ζωή είναι κάδρο
κομματιάζει σε ηλικίες την αιωνιότητα
κάνει πιο υποφερτή την απεραντοσύνη του ανέκφραστου

*Από τη συλλογή «Η φωνή της σιωπής».
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/01/01/parathiro/

Λεωνίδας Καζάσης, Μαρία

Νουφάρων κυανών
ομμάτων σου απηχήσεις,
αφών τερπνών
κορμιού σου περιηγήσεις.
Στα σκέλη σου χάνομαι
σε ορίζοντες που η ρέμβη δεν ορίζει,
μα, και ο ουρανός που δεν αγνοεί,
ανήμπορος στέκοντας δακρύζει.

Έφη Καλογεροπούλου, έχει καιρό απόψε 

έχει καιρό απόψε
κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω
στρίβω τιμόνι στο κενό
τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά
παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει
καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω
κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού

*Από τη συλλογή “σκεύη ταξιδίου”, εκδ. Ενδυμίων, 2007.

Δημήτρης Φιλελές, Αλλά…

Αντί καλάντων…

Φωταγωγήσαμε τους κεντρικούς δρόμους
αλλά οι άστεγοι ζουν στα σκοτεινά παράπλευρα σοκάκια
ανάψαμε τα λαμπιόνια του πλαστικού έλατου
αλλά έχουμε ακόμα πολύ σκοτάδι να διαβούμε
ντύσαμε πόρτες και παράθυρα με πολύχρωμες γιρλάντες
αλλά οι καρδιές μας είναι γυμνές σαν τα δέντρα του χειμώνα
ο στρουμπουλός καλοκάγαθος γέροντας πάλι μοιράζει δώρα
αλλά δεν του περισσεύει λίγο φαΐ για τα πεινασμένα παιδιά
οι τηλεοράσεις διαφημίζουν ζωή πασπαλισμένη με χρυσόσκονη
αλλά στα φτωχόσπιτα στάζει η θλίψη από το ταβάνι
ανταλλάσσουμε ευχές αγάπης και αισιοδοξίας για ευτυχές νέο έτος
αλλά κάθε χρόνο η δυστυχία απλώνει όλο και πιο μακριά τα πλοκάμια της
προσχεδιάζουμε με ανόητη ακρίβεια την εκπλήρωση μελλοντικών επιθυμιών
αλλά γινόμαστε άβουλοι θεατές της κατάρρευσης του πύργου με τα τραπουλόχαρτα
πιστεύουμε πως κρατάμε την τύχη σαν ταύρο από τα κέρατα
αλλά αποφεύγουμε να δούμε την οδύνη ελπίζοντας πως δεν θα μας αγγίξει
έχουμε χαρακτηριστεί ως καταναλωτές
αλλά είμαστε όλοι πρακτικά αναλώσιμοι
η σύγχρονη Βαβέλ μας βούλιαξε πάλι
μέσα σε στιγμή στο λιμάνι της Πάρου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://dfphotosblog.wordpress.com/2021/12/31/αλλά/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Θωριές στο τρεμάμενο ξάγναντο

θωριές στο τρεμάμενο ξάγναντο
η κόψη των ατελεύτητων πανδημιών
βάζει στο στόχαστρο
την άλλοτε ιριδίζουσα ύπαρξη

μπροστά στην όψη των μαχαιριών
εξακοντίζω βρισιές
κατά των σαλτιμπάγκων
του απαστράπτοντος τίποτα

Σαμσών Ρακάς, από τον “Ούτι”

Φώτο: Lovers_Night_by_Feebaum

οι τρελοί

γεννιούνται απ’ τις πέτρες 

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα 

από μια παρέα παιδιών 

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος 

να φτιάξουνε μια συμμορία 

και έτσι δεν κατάφεραν να κάνουν γκελ στη θάλασσα 

δεν γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι 

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε 

 
*Από τη συλλογή “Ούτις”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2017.

**Το ποίημα το πήραμε από εδώ (όπου μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα): https://poets.gr/el/poihtes/rakas-samson/851-oytis/2249-10