Δημήτρης Ζουγκός, Οι σκέψεις μου 

Οι σκέψεις μου
με την διάθεση βρεγμένης γάτας
στην γωνιά τους από τύχη, καθαρή τύχη
γλείφονται

Στο τζάκι οι μέρες καίγονται
τα λιγοστά μου υπάρχοντα δεν φτάνουν για μια καλή φωτιά
ό,τι απομείνει θα πουλήσω, ας είναι μυαλό

Απ’ όσα τα μάτια έχουν δει
το πιο θαυμαστό
ο τρόπος που ικετεύει ο ερωτευμένος
Πεσμένος, πάντα πεσμένος
η εκδίκηση είναι ένα κόλπο που δεν θα πιάσει

Όταν κάποτε μου συνέβη
τα πρώτα φαντάσματα έφεραν δώρα
ένα κουτάλι κι ένα πιρούνι
καθόλου φαγητό.

Κώστας Κουκούλης, Απόηχος μπαλάντας (Ή: Σε μαύρο φόντο)

Ο Ύπνος, πού μας ταξιδεύει ανεξέλεγκτα;
Στους δρόμους τούς στρωμένους άσφαλτο σκοτάδι
μες στα λευκά του άμφια
ένας υπνοβάτης-σταυροφόρος προχωρά
με τ’ όνειρο ακόμη κάτω απ’ τα κλεισμένα βλέφαρα.
Φθέγγεται λόγια χρησμικά
που ξέρει πως κανείς δεν τ’ ακούει
που ξέρει πως κανείς ποτέ δεν θα μάθει
πως ειπώθηκαν.
Καθώς το ’χει συνήθειο
σε μιαν οικοδομή φτιάχνει σταυρό
από δοκάρια ασβεστωμένα.
(Νύχτες και νύχτες, έτσι συνεχίζει.)
Κι εσύ, πρωί να τραγουδάς, να χαίρεσαι
καινούρια μέρα, σε μια πατρίδα που νόμιζες
δική σου, ενώ ο ήλιος παρακολουθεί
την κάθε κίνησή σου.
Πώς περπατάς, πώς ελεείς και πώς σκοτώνεις.

*Από το βιβλίο “Δύο κύκλοι ποιημάτων” (1972-1984), 1984.

Μιχάλης Κατσαρός, Ζ

Ζων από καιρούς σε όλα τα νεκρά
είχε και ως ιδέα ως και θανάτου ισχύ.
Κανείς δεν ξέρει πότε άρχισε
κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει.
Μα ότι ζει ακόμα, αυτό
είναι γνωστό, σε όλα.

Ζει και σαν Αλέξανδρος
σε ποταμούς δολοφονημένος
ζει σαν και άνευ κανενός
ζωή άγνωστη και ωραία.

Τώρα που οι σηματοροί παρθένων
είναι κει
τώρα που ξημερώνουν όλοι ένα
αυτός τρώει και ζει και θέλει
να τρίζουν άμαξες κρυφές
κι εικόνες.
Οι αχθοφόροι φορτωμένοι
τραίνα μαύρα τρελά.
Λιμενεργάτες λιμανιών τροφή
και ψαρικών
πασκίζουν να γεμίζουν τις γαλέρες
πειρατικών αγκίστρων θησαυρών.

Κι αυτός με ολόστητες σημαίες προικών
να χαιρετά αφίξεις
πλουσίων πουλιών και ορμαθών
από τα κοντινά σαράγια λαών.

Αυτό είναι ο Ζων.
αυτός ο αρχαίος ζενίθ λαών
με κοντάρια ρόπαλα και φαλλόν
προαιώνιος, ακατάπαυστος ανικών.

Παραταχθείτε όλοι στη γραμμή σωμάτων
με βήματα αργά και στέρεα λογχίσατε
με πυροβολισμούς αντινομικά ικριώματα
τοποθετήστε δεξιά, αριστερά
όπισθεν πλάγια καλά.

Αυτός ο Ζων.
Ο άνεμος ήρθε τρεις και τέσσερις φορές
να ιστορήσει το ένα το δύο στα τραίνα
ο ζων και μετέπειτα ζων
αντίθετος από τον κύκλο τον καφετί
από τα κιβώτια γιαπονέζων
αυτός και ο άλλος Ζων υποκριτικά
παιδιά ερώτων.

Το τέλος είναι ορατό με ζήτα μικρό.
Το τέλος είναι άλλο σχέδιο με πρόσθεση
σωματικής ευθείας
στον ουρανό.
Μετά ο έχων χρωματιστό μηδέν
και ο Ζων μέσα
είναι αυτός που ζει την ώρα
την τελική
όταν τα γύρω μεταβάλλονται
ο αέρας, γη
η θάλασα περίπατος πεζή.
Τα δέντρα, βουνά ώς και τα Καρπάθια
και η άσφαλτος, θάλασσα
ο Ζων είναι μέσα μόρια
και κβάντο όπως και μη όπως
στο σταθερό και το μεταβαλλόμενο
ο Ζων από τούδε
και σ’ όλα.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

ΚΟΥΤΣΟ

Στον Κόζιακα
η αγάπη μου
μακραίνει τα μαλλιά της
τα βράδια του καλοκαιριού
φτεροκοπάει στον Ασπροπόταμο
χίλια γραφτά χίλια γραμμένα
στην όχθη του
η αγάπη μου

*

ΣΥΝ-ΥΠΑΡΞΗ

Σημαντικό ν΄ αργοπορείς
μαζί με κάποιον
αργώ σημαίνει καθυστερώ
μένω πίσω
Άλογα ανηφορίζουν τους λόφους
καθυστερώ να τ’ ακούσω
αργώ να τα δω
Μένω πίσω από τους λόφους
μαζί με κάποιον
Συχνά
ο ουρανός χαμηλώνει

*

ΧΑΛΙΚΙ – ΛΙΜΝΗ ΒΕΡΛΙΓΚΑ

Περισσεύαμε ελάχιστα
φόδρες
σε κακοραμμένα παλτά
Πήραμε τα βουνά
τριγυρίζαμε ανήσυχες στα βοσκοτόπια
ήδη η αρκούδα πλησίαζε στη βρύση

*Από τη συλλογή “στόμα” Εκδόσεις ‘Κουκκίδα”, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Δύο ποιήματα

Έργο Stoian Donev

ΛΥΤΡΩΣΗ

Φθαρτοί και πεπερασμένοι είμαστε
αλλά δεν το παίρνουμε απόφαση
είναι κι αυτό το αγανακτικόν ήθος
που μας κατακαίει
είναι και οι λέξεις -μάσκες που φοράμε
-ενώ άν μας λυτρώνανε-
και η οργή ακόμη
μια γλωσσική παντομίμα είναι
μια ξένη γλώσσα
που ακούγεται
όπως του μετανάστη
και το ανείπωτο να υπάρχει πάντα
σαν τραύμα
διαμπερές

*

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το αίμα μου
ζητώ να πάρω πίσω με τα ποιήματα
η Ποίηση όμως βρίσκεται
πίσω απ ‘ τη θολή γραμμή του ορίζοντα
και μέσα στη σιωπή της
Και έτσι και γω καίγομαι
μαζί τους
μια μάταιη θυσία
που δε χρειάζεται καν συζήτηση

Jacques Prévert, Τρία ποιήματα

ΦΙΕΣΤΑ

Και τα ποτήρια ήταν αδειανά
Κομμάτια το μπουκάλι
Και το κρεβάτι ήταν ολάνοιχτο
η πόρτα σφαλιστή
Και όλα τ’ αστέρια του γυαλιού
της ευτυχίας και της ομορφιάς
αστράφταν μέσα στη σκόνη
της κακοσκουπισμένης κάμαρας
Και ήμουν μεθυσμένος πεθαμένος
και ήμουν φωτιά από χαρά
κι εσύ μεθυσμένη ζωντανή
ολόγυμνη μέσα στην αγκαλιά μου.

*

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ανάμεσα στα δόντια μιας παγίδας
Το πόδι μιας άσπρης αλεπούς
Κι αίμα πάνω στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Και ίχνη πάνω στο χιόνι
Τα ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει στα τρία
Μέσα στον ήλιο που γέρνει
Κρατώντας ανάμεσα στα δόντια
Ένα λαγό ακόμα ζωντανό.

*

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΑ ΠΙΟ ΜΙΚΡΑ

Το πουλί που τραγουδάει μέσα στο κεφάλι μου
Κι αδιάκοπα μου λέει πως σ’ αγαπώ
Κι αδιάκοπα μου λέει πως μ’ αγαπάς
Το πουλί με τ΄ανυπόφορο ρεφραίν το πουλί
Θα το σκοτώσω αύριο το πρωί.

*Από τη συλλογή “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος (στη σειρά Ξένη Ποίηση Αρ. 16), Δεκέμβρης 2006.
**Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Ο πρόσφυγας του Αιγαίου

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.

έχω κλειστοφοβία – σας το ΄πα;

Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμματισμό
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι – σας το ΄πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα τη ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
Μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

Φοβάμαι και το θάνατο – σας το ‘πα;

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Χ.Π. Σοφίας, Πέντε ποιήματα

Albert Tucker (1914-1999): The Intruders (1964)

ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ

Εχθές
δύο
εραστές
Σάββατο
βράδυ
η
λύσσα
της
γλώσσας
τους
έφερε
μιαν
ανάσα
πριν
το
θάνατο

*

ΕΦΕΝΤΡΑ

Γυναίκα-μοναδικότητα πιθανοτήτων

Διαβάζεις τα ακρογιάλια με το σώμα σου
Κάτω από την κοιλιά σου η προσευχή
του καλοκαιριού
Ο ενεστώτας που συλλαβίζει
τα αστέρια

*

ΑΕΡΗΔΕΣ

Κάτι απογεύματα στους Αέρηδες
Με φτεροκοπήματα πουλιών
Λεηλατούσες την αγάπη μου

*

ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Προφήτες δίχως μάτια
Με αμφίεση αστροναύτη
Σκόρπισαν ανθρώπινα μάτια
δελφινιών

*

ΚΙΤΡΙΝΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Φεγγαρολούλουδα
Αστρόδεντρα
Καθρεπτοσκιές

Πλάτυναν κατά πολύ τα όρια
της άνοιξης

Όσοι πεθαμένοι έμειναν
χάρηκαν το θάνατο

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα (στη σειρά Ποίηση Αρ. 32), Αθήνα 2019.

Dylan Thomas, Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλάσσει’ η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλάσσει’ αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.

Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.

Ένα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως’ η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του’ και μισό στάζει
Αργά σ’ έναν άνεμο υπνωμένο.

Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία’ ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.

Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλάσσει’ κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

*Από το βιβλίο “Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία”, Εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (σειρά Ξένη Ποίηση Νο 4). Εκδόθηκε προφανώς το 1988, γιατί δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης).
**Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα

ΔΥΟ ΧΑΪΚΟΥ

Μάντισσες χαρές
Το χιόνι ανθίζει
Και μοσκοβολά

Ας σπαθίζουμε
Το φως που δωρίζουμε
Στις σκοτοδίνες

*

ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Ήρθε και πήγε η ζωή
Σαν κερί αχρείαστο
Κοιτά το δίλαβο
Κάνει με και κλαίω
Ανοίγει τρύπες και βοά
Η στράτα να κραυγάζει
Πρόσεχε μην πέσεις μέσα
Χίλια χείλη αφίλητα
Γιατί αν έρθει πάλι η βροχή
Πάλι το τέλος θα ποτίζει

*

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΔΕ ΒΡΕΧΕΙ

Δεν βρέχεσαι
Οι στύλοι ποιήσεως
Ξηρότατο φιλί υγραίνουν
Μαύρα δάκρυα
Πριν και μετά που κλαίεις
Αξέχαστη πάλι βροχή
Αν μουσκευτεί πάλι να κλαίεις

*Από τη συλλογή “Τα ηλικιωμένα Ανήλικα”, Εκδόσεις “Φεγγίτης”, 2020.