Μαρία Σερβάκη, Ποιήματα από τον “Οδοιπόρο”

servaki009

ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Είπε: ίσως μια ύστατη προσπάθεια να τελειώσω μένα θάνατο…
ή κι ίσως πάλι εκείνη η πάντα ίδια, αέναη και σκοτεινή, η πέρα
από το θάνατο, καταγράφοντας εκείνο το από πουθενά ξεκίνημα…
η νοσταλγία… η νοσταλγία της άνοιξης… χώματα της άνοιξης…
ο κρόκος σπάζοντας τη λάμψη του στο φως… Τότε ακούστηκε
Καταγράφω και πεθαίνω… εδώ, εδώ, εδώ… καταγράφω
και πεθαίνω…
Καταγράφω και πεθαίνω…
Πεθαίνω πάλι ακούστηκε
Πεθαίνω πεθαίνω πεθαίνω
Σφύραγε από παντού
Πεθαίνω
Κι είχα πεθάνει από παντού.

Κ’ ύστερα μπήκαν οι άλλοι κι είχαν αρχίσει κι όλας
να σαπίζουν
Ο πιο βαθιά στη μουσική είπε τότε
Ποιος το περίμενε πως οι άνθρωποι θα ξερίζωναν τη γη
τόσο γοργά
Οι άλλοι σώπαιναν μεταίχμιοι

***

Χαμένος μέσα σε κισσούς και σ’ αγιοκέρια
Χρόνια χρόνια πριν
Να προχωρώ να προχωρώ
Γλίστρησε απ’ το σώμα μου το φίδι της ζωής
Τοπία αλλοτινά
Ξεχασμένα
Ποτέ υπαρκτά
Ο χώρος ο κλειστός ο γκρίζος του απέθαντου θανάτου

Πού πάνε; πού πήγαν όλοι αυτοί;
Μυρίζει πτώμα ο θεός

Ακούσαμε τόσα πολλά για τους απέθαντους λες κι ήταν
παραμύθια
Κάποιων κόσμων σκοτεινών
Μα ήταν μόνο οι καημοί κι οι λύπες κι οι αγάπες που είχαν
θεωθεί
Βάραθρα βάραθρα βάραθρα φωτός Αντέχεις;
Τόσο νερό η σιωπή Αντέχεις;
Πού; θυμάσαι πού; όταν θα με βρεις… όταν… όταν
Σα θάμα

Και τότε σκάλισε στον ξεχασμένο δρόμο ο θεός μια πικροδάφνη

Είπαν τότε οι φυλλωσιές
Είναι η άνοιξη;
Και ο θεός
Είναι ο έρωτας;
Ο Οδοιπόρος
Ο Θηρευτής
Και ο Καθρέφτης
Αιώνες αιώνες
Πριν; Μετά;

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, 2013.

Βύρων Λεοντάρης

vequinox's avatarManolis

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…

View original post 612 more words

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Bruce Holwerda

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι:
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.

***

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε
Βοήθεια
Κάτω από τις
Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι
Λίγο
Μετά μακραίνουν
Μικραίνουν
Χάνονται
Μέσα στην
Ανθρώπινη θάλασσα
Κι έρχεται ένα ακόμη
Ανθρώπινο κύμα

Τους τσαλαπατά

***

ΕΝΑΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

Φυσικά κι είναι σπουδαίο
Κανένας άλλος
Στη θέση μου
Δε θα το ‘κανε
Εννοούσε
Κάτω απ’ τις απασχολημένες σιωπές

Φανερά ενοχλημένος
που δεν φιλούν
Δεν περιφέρουν παντού
Σφίγγουν μόνο
Κι αφήνουν

Το σωτήριο χέρι του

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις “Εκάτη”, 2013, σελ. 9, 15 και 24.

Καρυωτάκης–Kariotakis

vequinox's avatarManolis

karyotakis

Ο Βύρων Λεοντάρης για την ποίηση του Καρυωτάκη*

Πηγή:http://eimaistahaimou.blogspot.gr/2014/08/1980.html

Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την “κοινωνική σημασία” της ποίησης και τον “κοινωνικό” ρόλο του ποιητή. Οι αντιλήψεις για τη “μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας”, για τη μεσσιανική “αποστολή” του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες “του περιβάλλοντος κλπ.”, αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις “περιβάλλον” και “εποχή”. Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας…

View original post 280 more words

σιωπή

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η σιωπή βρυχάται όταν γνωρίζεις τη μοναξιά σου.Η σιωπή μονολογεί όταν γνωρίζεις πως δεν μπορείς κάτινα πεις.Η σιωπή οξύνειτις διαστάσεις του χώρου,το φως, τα βλέμματα.Εκφυλίζει.Φοβάμαι γιατί δεν υπάρχω μόνος,ποτέ δεν υπήρξα,όπως ποτέ δεν υπήρξες και συ.Φοβάμαι κι ένα ταμπούρο χτυπώσαν προσευχή.

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, χωρίς τίτλο

sti-zwi-den-erxetai-tipota-pou-den-mporeis-na-antekseis

Eίναι κι εκείνοι, ―κι είναι παντού!―
που δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
Τα ξοδεμένα νιάτα τους δεν γίνονται ειδήσεις.
Οι ζωές τους―τυχαίες μετατοπίσεις,
ρόλοι σποραδικοί του ποδαριού.
Γνωστοί ως “μπουλούκια…”, ―κι είναι πολλοί! ― 
που από καιρό δεν έχουν τίποτα να χάσουν.

Giannis Patilis–Γιάννης Πατίλης

vequinox's avatarManolis

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη…

View original post 122 more words

Ιωάννης Ν. Τσίρκας, Πέντε ποιήματα

images-1

Επίλογος

Θα ‘μαι παντού.
Να ελπίζω να σκοτώνω να ψεύδομαι.
Να περιμένω.

Δυο χιλιάδες λεύγες πάνω από τον ουρανό
κι ακόμα παραπέρα.


Ο Θεός κι η σκέψη μου μαζί σου.

***

Τα εντελβάϊς των Εξαρχείων


Ξύπνησες με την επιθυμία να σκοτώσεις.
Γευόμενος την ευωδιά των κρίνων.
Τα μάτια σου οι φύλακες της αθωότητας σου.
Οι ελπίδες σου τα λιγοστά εντελβάϊς.
Στο πέρασμα αιώνων απαξίωσης και πόνου.
Οι ξεχασμένες μνήμες σου
ανασταίνουν το γλυκό συναίσθημα της αγάπης.
Ο φόβος αποσυντίθεται.
Η ηρεμία των επόμενων στιγμών μιας τρελής σου πράξης
σου μαθαίνει πως οι φίλοι
κάτι στιγμές σαν κι αυτές
αποτελούν ανέλπιδες λάμψεις.
Το σκοτάδι της φυγής και του μένους
κι ο δρόμος της απόγνωσης σε περιμένει.
Σου θύμισε τα Εξάρχεια.
Είχες πεθάνει κάποτε εκεί,
μα πέρασε καιρός για να θυμάσαι.

***

Crazy Love

Ό,τι απομένει από μια τρελή αγάπη είναι μονάχα η κου-


ρελαρία του κολαστηρίου.


Η ακατάπαυστη ροή του μένους και των εμμονών για ό,τι
απέμεινε από αυτή


μπορούν να ανήκουν μονάχα στην αποσυντεθειμένη ψυχή


μιας πουτάνας με άδειο ταμείο.


Σπουδή στο βίτσιο η όποια προσπάθεια για μια καταστο-


λή των συνεπειών της.


Πλήρης παρακμή.


Σάπιες φράουλες και ξερασμένα βατόμουρα το οξυγόνο της


εξορίας.
Φιλιά στις καρατομημένες φιλίες και τα παράπονα τους


στους τάφους τους.


Τίποτα δεν κρατάει πάνω από μια ζωή.


Το σπίτι μου το έχτισα δίπλα στο λιμάνι.


Οι εξόριστοι λατρεύουνε τους δρόμους που γυρίζουν στην πατρίδα.

***

Μεθαδόνη

Εξόριστος σε μια πόλη δίχως μόνιμους κατοίκους
καίω από το πρωί μέχρι το τέλος της μέρας
τις όποιες αναμνήσεις μιας γλυκιάς χαμένης πατρίδας.
Έχω ξεμείνει με αγάπες συμβατικές
και χάδια που αξίζουν λιγότερο από αυτό που προσφέρουν.

Η κακή πλευρά της ζωής είναι εδώ.


***

Trypanosoma

Τα ξεχασμένα σου συναισθήματα στις συνελεύσεις τους
ζητούν εμένα.
Σε άδεια δωμάτια με πατώματα γεμάτα ρωγμές
σπάω σαν κρύσταλλο την αγάπη μας πάνω τους
(προσφέροντας σου ένα δείγμα
έντονης ζωής
αυτή τη στιγμή ακριβώς).
Η απόφαση σου είναι μύγες που τρυπούν το σώμα σου
και
το στήθος σου αξίζει μονάχα γυμνό
και
είναι το μόνο που θα αφήσουν να σαπίζει περήφανο στο
τέλος

*Από τη συλλογή Σκεψίρροια (2008)

Κώστας Δεσποινάδης: Οἱ κυνηγοί

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Despoiniadis,Kostas-OiKynigoi-Eikona-01

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Οἱ κυ­νη­γοί

03-PiΑΡΑΘΕΡΙΖΩ σ’ ἕ­να μι­κρό, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο σπί­τι στὴ νῆ­σο Σκ. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος τοῦ «πο­λι­τι­σμοῦ» δὲν φτά­νει ἐ­δῶ· τὸ πλη­σι­έ­στε­ρο σπί­τι βρί­σκε­ται στὰ τρί­α χι­λι­ό­με­τρα. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο τζι­τζί­κια, κο­κό­ρια, τὰ βε­λά­σμα­τα τῶν προ­βά­των ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­κρι­νὴ στά­νη καὶ τὸ θρό­ι­σμα τῶν φύ­λ­λων. Φύ­ση καὶ ἡ­συ­χί­α.

       Κά­θε τό­σο, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς λαγ­κα­διᾶς, ἀ­κού­γον­ται πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος σπά­ει τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ το­πί­ου, σέρ­νε­ται γιὰ λί­γο ἡ ἠ­χώ του κι ἔ­πει­τα χά­νε­ται.

       Κυ­νη­γοὶ εἶ­ναι ποὺ πυ­ρο­βο­λοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα κι ἀ­νέ­με­λα που­λιά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον

View original post 58 more words

φόβος 2000

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Κατάρα να σαι το εκτελεστικό απόσπασμακαι συνάμα ο κρατούμενος.Μα μεγαλύτερη κατάρα είναινα ζεις διαρκώς με τον φόβοτης εκπυρσοκρότησης.ΥΓ: Η καταστροφή δεν είναι το φαινόμενομα ο φόβος του φαινομένου.

View original post