Category Archives: Uncategorized
Λίνα Φι, Τέσσερα ποιήματα
κυριακή
περίεργα πρόσωπα έχουν οι άνθρωποι αυτής της Κυριακής.
σαν όλοι να ξέρουν κάτι που δε μου έχουν πει.
σα να συνωμοτούν χωρίς εμένα.
περίεργα πρόσωπα έχουν οι άνθρωποι της Κυριακής.
σαν να ‘δαν κάτι που εγώ δεν έχω δει.
ίσως είναι που έχουν τόσα χρώματά πάνω τους
και φαίνονται κάπως γιορτινοί
ενώ εγώ πάντα άσπρη και χλωμή.
σαν να ‘ναι η πρώτη Κυριακή που βγήκα στη ζωή
και μοιάζω μόνο με καμβά μπροστά σε πίνακες
ολοκληρωμένους.
***
άτολμες μέρες
κουμπιά κουμπώνουν τις μέρες
να μη κρυώνουν
να μη δραπετεύσουν τυλιγμένες στο πλεκτό.
πώς χάνεται ο ήλιος μεσ’ στις φλέβες μου
και καίει το αίμα το μυαλό μου!
με σταθερή φωνή πυρπολώ τις ντροπές σας
δεν το γνωρίζω το σώμα αυτών των ημερών
-ίσως δε διαγράφει τις γωνίες που γνώρισα αυτή η φορεσιά τους-
περνάω μέσα απ’ τις κλωστές
καβαλάω την τεράστια μύγα
και δραπετεύω απ’ τις γρίλιες του παραθύρου σας.
***
εγκλωβισμός
ο ουρανός μπλε χιονοστιβάδα με πλακώνει.
τι στενόχωρα είναι εδώ
μόλις σηκώνομαι χτυπάω το κεφάλι μου στον ουρανό
και πέφτω.
οι γύρω άνθρωποι γύρω τείχη
σκοντάφτω πάνω τους
σκοντάφτω μέσα μου
“ολόκληρα τείχη δεν τα είδες;”
με κλείνουν
και ξαναπέφτω
***
κάθε τώρα
και μια νέα αρχή.
μετέωρη χρόνια περιμένω κάθε τώρα.
απόκομμα αναμονής
όντας στο τέλος μια ουράς θέλω και περιμένω;
βγάζω το δέρμα μου
με αγάπη για την καταστροφή
να ντύσω ανθρώπους που με πίστεψαν
τις κρύες μέρες τις χειμερινές
να μην κρυώνουν
-ύστατο ευγνωμοσύνης δώρο-
μύες τένοντες σε χρώμα πορφυρό
θα ‘ναι από εδώ και πέρα το εγώ μου.
σε κόσμο ανάμεσα για πρόκληση θα περιφέρω
ωσάν σηματοδότη
τάχα της αποκάλυψης
που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ.
κι εκεί που η κοινωνία θα αναμένει
να δει κάποιον θεό της
ο κρότος μίας έκρηξης
-εναρκτήριο σήμα-
θα μας αναβαθμίζει.
“έτοιμοι” θα ακουστεί από δικό μας στόμα.
και το αίμα μας
-μάλλον- το δικό μας
θα είναι ο φορέας
της δικής μας
αυτής
αποκάλυψης.
*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.
η αισθητική του ύπνου
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Ι
σε ένα παράλληλο έκδοχο της αναπόφευκτης ζωής,
το εικαστικό παράθυρο ενός ονείρου,
υπερέβη τη χρήση:
τα ρούχα γίναν σύνορα
-έτσι θλιβερά που εγκαταλείπονταν
προς τον κίτρινο ουρανό-
δίχως άγκυρες κορμιών
ή δακρύων,
στις πιο σημαντικές στιγμές τους/
κι όση δίψα,
κι όση πείνα,
από όλα τα αλεξίσφαιρα χρόνια/
όση αγωνία/
να συντηρηθεί η περιούσια ουδετερότητα,
η εκφορά των θαυμάτων κατάντησε/
ένα αχόρταγο κοράκι που τσιμπολογάει το ήπαρ μας,
ή μια νύχτα με ανεμοβρόχι που
τα χέρια της μάνας σε σκεπάζουν,
φτερά παγονιού περισσότερο/
παρά οχυρώματα
του κρύου.
ΙΙ
σε αυτόν τον αγώνα
με ερυθρές στρουθοκαμήλους,
την ερμητική μοναξιά της τροχιάς
των άλμπατρος/
πάνω απ’ τις ταράτσες της Καισαριανής
με τα αγριοπερίστερα,
και την αγωνία του σκότους, να μη διακορευτεί από το φως/
το μέταλλο θώρακος
των κατάμαυρων πόντων,
βρήκε μια κοίλη ανάπαυση
σε έναν σπειροειδή γαλαξία/
-αυτά για τα πετεινά
και τα άστρα-
όλοι οι υπόλοιποι
γονυπετείς,
ένθεοι και…
View original post 33 more words
Γεωργία Τρούλη, Όσα κλειδιά έχει ο άστεγος
Ένα πιάνο ανοιχτό. Καρότσι που άστεγος έχει συλλέξει
Αντικείμενα, σκουπίδια, ήχοι. Παραμορφωμένες νότες.
Τα τοποθετεί χειρουργικά στα σημεία. Απόχρωση. Εξακρίβωση.
Μια δόση παράνοιας.Παιχνίδι που ξέχασε σε ηλικία που δεν θα μπορούσε να θυμηθεί.
Σ’ ένα λινό πουγκί βάζει τα πιο μικρά. Αυτά που κανείς δεν βλέπει
Ένα ρεσώ τσαλακωμένο, κουτί από τροφή βρεφική, το όργανο για επίκληση βροχής.
Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, ένα μεταλλόφωνο, δύο πιρούνια μαγειρικής
Μια μικρή αγωνία για ύπνο κι ελάχιστη φαντασίωση
Η μουσική έρχεται από μια σπηλιά. Έχει επίστρωση. Ξύλο κι ελεφαντόδοντο.
Χάσκει. Ανοιγοκλείνει σαν αιδοίο σε οργασμό. Φτάνει σε μια τονικότητα
Χωρίς προηγούμενο. Βάζει μονωτική ταινία στα πλήκτρα.
Δεν ξεχνάει ποτέ από πού ξεκίνησε. Πόσο διένυσε δρόμο ανυπόφορο και σχεδόν παγωμένο.
Μελωδία σε συχνότητα κατεδάφισης. Σταδιακά. Έτσι δομήθηκε
Η δεξιοτεχνία του Parmeggiani κάποτε του φάνηκε ασυνεχής. Δεν είχε καμιά διαφωνία με την διαφωνία και τις ιδιότροπες κλίμακες. Συχνά οι συχνότητες σχημάτιζαν έννοια. Έπειτα χανόταν. Κατηφορίζει εδώ και δεκαετίες νερού με το πιάνο και όλα τα συμπράγκαλα.
Κοιμάται μέσα σε αυτά, τα τραβολογά με σκοινί ορειβάτη τη μέρα. Το βράδυ όλα τα κλειδιά τα πετάει στις γάτες.
Είναι άστεγος κάμποσα λεπτά, γλιστράει μέσα στους δρόμους και τα στενά μιας πόλης που γδέρνει όσους μένουν άγρυπνοι. Τους αλλάζει το δέρμα, το πέλμα, το βλέμμα.
Τίποτα δεν έχει να εφεύρει παρά μόνο μια επιπλέον νότα χωρίς κλειδί.
Ξεκινάει με μονωτική φιλοδοξία και χωρίς αντίστιξη.
Θα ακολουθήσει διαδρομή και μελωδία μέχρι να ξημερώσει.
Το λινό πουγκί έχει ραμμένο στα έσω πλευρά δύο αναμνήσεις, Αυτές κουβαλάει. Αυτές παραμένουν ακέραιες, συμπαγείς και χωρίς αλλοιώσεις. Όμως κάθε οχτώμιση μέρες αδειάζει τα παιχνίδια, τα κύμβαλα , τα σκουπίδια και συλλέγει άλλα. Μερικά είναι διαβρωμένα από τα σάλια και τα χέρια όσων προηγήθηκαν.
Η χρησιμότητα και η ανάγκη βαδίζουν παράλληλα, λέει. Η μουσική το ίδιο.
Όλα τα σκουπίδια σχεδόν τρελαμένα από τον ήχο που έβγαλαν όταν πετάχτηκαν και κανείς άστεγος δεν ήταν εκεί να τα συλλέξει. Και τώρα απαιτούν μελωδία , ξεδίπλωμα
Είχαν γίνει ήδη είδη πολυτελείας σε μια εποχή που το μόνο που πρέπει να κουβαλά ο κανένας είναι το δέρμα του.
No 65 (τυγχάνει όμως σεβασμού)
ξεχείλιζα,
γέμιζα με τη
σιωπή
που καθαρόγραφε ρυτίδες,
και ανέμεναν
οι λέξεις
στα
φρύδια,
~
έκλεβαν το χρώμα
οι ταπεινώσεις,
σε αναμέτρηση και τα χείλη,
μάτωναν
στην υποταγή,
έσταζε
πτώσεις και ο λαιμός,
χρωστούσε,
~
η αφοσίωση,
από το κεφάλι στο μάτι,
στη σκέψη
μετά,
για να κατρακυλήσει ως ντροπή,
ως
αμοιβή
~
(alexmil)
για τη photo: James Ensor
Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης
Μιχαὴλ Μήτρας
Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης
ΗΜΕΡΑ βροχερὴ μὲ γκρίζο φῶς πίσω ἀπ’ τὸ τζάμι τῆς καφετέριας
Βγάζοντας ἀργὰ τὰ μαῦρα της γάντια τὸν κοίταξε
Ἕνας ἀδέξιος διάλογος μὲ διαστήματα σιωπῆς καὶ βλέμματα
Στὸ φλυτζάνι πάγωνε τὸ τσάι, μὲ χρῶμα ποὺ σκούραινε
Ἕνας συνεχὴς θόρυβος: συνομιλίες, σερβιρίσματα, τηλεοπτικὸ ρεπορτὰζ γιὰ τὸν πόλεμο, κινητὰ τηλέφωνα, μαρσάρισμα μοτοσυκλέτας
«Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζεις», τοῦ εἶπε χαμηλόφωνα
Ἔνιωσε σὰν νὰ βρισκόταν σὲ ἄδειο δωμάτιο
Πρὸς στιγμὴν τράβηξε τὴν προσοχή του ἡ πρωτοσέλιδη εἴδηση τῆς ἐφημερίδας ποὺ διάβαζε κάποιος δίπλα τους
Μιὰ φωτεινὴ λωρίδα στὸ δάπεδο
Ὅπως ἡ αἰφνιδιαστικὴ ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος: πρὶν δεκαοκτὼ χρόνια σὲ ὑπεραστικὸ λεωφορεῖο, διασχίζοντας τὸ ὀρεινὸ τοπίο ἑνὸς νησιοῦ καθὼς τέλειωνε τὸ καλοκαίρι
Ἀπὸ τὴν τσάντα ἔβγαλε τὸ κραγιὸν κι ἄρχισε νὰ βάφει τὰ χείλη της, κλείνοντας τὰ μάτια
Καθὼς ἡ πόλη ἔπαιρνε τὴ νυχτερινή της ὄψη
Τὸ πρωὶ τῆς ἴδιας μέρας στὴν μπὲζ ἀτμόσφαιρα τοῦ γραφείου, ὅταν τῆς τηλεφώνησε…
View original post 185 more words
Ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης στο εξωτερικό (2015-2016)
Poètes grecs du 21e siècle (vol.4)
Katerìna Anghelàki-Rooke, Aryìris Hiònis, Dimìtris Kalokyris, Andònis Fostièris, Yòrgos Vèis, Stàthis Koutsoùnis, Dimìtris Kosmòpoulos, Vassìlis Amanatìdis, Dimìtris Anghelis, Evtyhìa Panayòtou.
196 pages
Μαδρίτη 1937
για τη φωτογραφία και την κριτική
Στην πλατεία των Αγγέλων οι γυναίκες
έραβαν και τραγουδούσαν με τα παιδιά τους,
ύστερα, χτύπησε συναγερμός κι ακούστηκαν κραυγές,
σπίτια γονατισμένα μέσα στη σκόνη,
ανοιγμένα καμπαναριά, φτυσμένα μέτωπα
κι η θύελλα των κινητήρων σταθερή:
οι δυο τους γυμνώθηκαν κι αγαπήθηκαν
για να υπερασπιστούν το αιώνιο μερτικό μας,
το μερτικό μας χρόνου και Παράδεισου
ν’ αγγίξουμε τη ρίζα μας και να ζωογονηθούμε,
ν’ ανακτήσουμε το αρπαγμένο βιος μας,
από τους σφετεριστές της ζωής πριν χίλιους αιώνες,
γυμνώθηκαν και φιλήθηκαν οι δυό τους
γιατί οι πλεγμένες γύμνιες
υπερπηδούν το χρόνο και είναι άτρωτες,
δεν τις αγγίζει τίποτα, επιστρέφουν στην αρχή,
δεν υπάρχουν το εσύ, το εγώ, αύριο, χτες, ούτε ονόματα,
αλήθεια υπάρξεως των δυο, ψυχή και σ’ ένα σώμα
ω, πλάσμα ακέραιο…
ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΘ
Μεξικό 1914-1998
ΗΛΙΑΚΗ ΠΕΤΡΑ (ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ)
Kunduz by Andrew Shields
Kunduz Trauma Centre, 2 October 2015
for Kathleen Thomas
She stepped out the door for the first time in days
and followed the string of a kite with her eye
down to the boy who was watching the blue
of the cloth against the darker blue
of the cloudless autumn sky.
The spiraling kite was as lively as
the boy was quiet; his hands were enough
to keep the blue moving through the blue.
She stood as still as that boy and thought
she saw a white dove on the blue of the kite.
She kept her back to the door for as long
as she could, her mind on the kite overhead
and not on the hospital’s wards and the wounded
who kept coming in from both sides as they fought
for control of the town. There was no other kite
to be seen, no humming of planes or…
View original post 52 more words
Civil Disobedience by Dave Rendle
Beyond voting,
And the convenience store of conscience,
We can step outside the gates,
With no room for control,
Disobey the rules,
Follow another path,
Sometimes things need to be bent,
For something else to be put in place,
In compliance we can be left without grace,
With civil disobedience,
We can break free,
Shake of the chains of obedience,
Do not be afraid to stand apart.




