Μαδρίτη 1937

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Στην πλατεία των Αγγέλων οι γυναίκες

έραβαν και τραγουδούσαν με τα παιδιά τους,

ύστερα, χτύπησε συναγερμός κι ακούστηκαν κραυγές,

σπίτια γονατισμένα μέσα στη σκόνη,

ανοιγμένα καμπαναριά, φτυσμένα μέτωπα

κι η θύελλα των κινητήρων σταθερή:

οι δυο τους γυμνώθηκαν κι αγαπήθηκαν

για να υπερασπιστούν το αιώνιο μερτικό μας,

το μερτικό μας χρόνου και Παράδεισου

ν’ αγγίξουμε τη ρίζα μας και να ζωογονηθούμε,

ν’ ανακτήσουμε το αρπαγμένο βιος μας,

από τους σφετεριστές της ζωής πριν χίλιους αιώνες,

γυμνώθηκαν και φιλήθηκαν οι δυό τους

γιατί οι πλεγμένες γύμνιες

υπερπηδούν το χρόνο και είναι άτρωτες,

δεν τις αγγίζει τίποτα, επιστρέφουν στην αρχή,

δεν υπάρχουν το εσύ, το εγώ, αύριο, χτες, ούτε ονόματα,

αλήθεια υπάρξεως των δυο, ψυχή και σ’ ένα σώμα

ω, πλάσμα ακέραιο…

ΟΚΤΑΒΙΟ  ΠΑΘ

Μεξικό 1914-1998

ΗΛΙΑΚΗ ΠΕΤΡΑ (ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ)

View original post

Kunduz by Andrew Shields

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Kunduz Trauma Centre, 2 October 2015

for Kathleen Thomas

She stepped out the door for the first time in days

and followed the string of a kite with her eye

down to the boy who was watching the blue

of the cloth against the darker blue

of the cloudless autumn sky.

The spiraling kite was as lively as

the boy was quiet; his hands were enough

to keep the blue moving through the blue.

She stood as still as that boy and thought

she saw a white dove on the blue of the kite.

She kept her back to the door for as long

as she could, her mind on the kite overhead

and not on the hospital’s wards and the wounded

who kept coming in from both sides as they fought

for control of the town. There was no other kite

to be seen, no humming of planes or…

View original post 52 more words

Civil Disobedience by Dave Rendle

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Beyond voting,

And the convenience store of conscience,

We can step outside the gates,

With no room for control,

Disobey the rules,

Follow another path,

Sometimes things need to be bent,

For something else to be put in place,

In compliance we can  be left without grace,

With civil disobedience,

We can break free,

Shake of the chains of obedience,

Do not be afraid to stand apart.

View original post

No hemos aprendido nada by Miquel Puertas

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

No hemos aprendido nada.
Somos conducidos como ganado al matadero.
Preparados y dispuestos a morir sin resistencia.
Caminamos mansos al despeñadero.
Como sonámbulos sin sombra
que avanzan a tientas
en una noche sin luna.
Los poetas y los locos saben
que la guerra es inevitable.
Ellos pueden intuir el acre
y denso hedor de la muerte.
El abyecto olor de nuestros huesos
pudriéndose bajo el sol sofocante de julio.
Nuestros huesos descarnados,
esparcidos en un trigal
infestado de amapolas rojas
donde se agosta la mies.
Un páramo asolado
sembrado de lápidas.
Son como heraldos de la hecatombe,
como augures que anuncian
la devastación inminente
que gritan y gritan y que nadie escucha.

Miquel Puertas, Kaunas (Lituania) 16-05-2016 ‪#‎arslonga‬
—————————————-
We haven´t learnt anything.
We are herded like cattle to the slaughter.
Ready and willing to die without resistance.
We are walking meekly to the precipice
like sleepwalkers without shadow

View original post 100 more words

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.
Φύσαγε νοτιάς, σκοτείνιαζε
και όλοι κοιτούσαν κάτω το χώμα.
Κάπου έβρεχε κι ένα παιδάκι έκλαιγε.
Ένα άλογο μάσαγε τον αέρα.
Όμως από το βάθος του τοπίου
ακούγοντας ιαχές και κλαγγές όπλων.
Η επανάσταση ερχότανε
κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας.

Le paysage était effectivement triste.
Un vent soufflait du Sud, l’obscurité tombait
et tous regardaient à terre.
Quelque part il pleuvait et un enfant pleurait.
Un cheval remâchait le vent.
Pourtant au fond du paysage
retentissaient des vivats et des coups de feu.
La révolution arrivait
grondement de mer écarlate.
IANNIS  KONTOS

Από το : «Δευτερόλεπτα του φόβου»

View original post

Γιάννης Ζελιαναίος, Δύο ποιήματα

P9190011

Μια Σκυλίσια Νύχτα

Σ’ έναν άγριο δρόμο
έβγαλα το πουκάμισο έξω απ’ το παντελόνι
κοίταξα μην πατήσω κάνα περιστερόσκατο
μέτρησα λεφτά στην τσέπη
έβηξα γερά πριν μου σφυρίξει ο θάνατος
δε σε θυμήθηκα καθόλου
είπα στ’ αστέρι να μη μου πει την ώρα
χόρτασα μ’ ένα κουρέλι λασπουριά
ήπια σε καφενείο αγρίμι μπόμπα
και ύστερα
ομορφάντρας και γερός
ξέρασα στην μπουγάδα της απέναντι κυράς.
Σ’ έναν αγύρτη δρόμο
πίστεψα μια πουτάνα,
το παιδί που πέταγε το ύψωμα
καθώς δεν μου τον σήκωνε ακόμη
της γυναίκας μου η ψαριά
και στην κιλότα της αιωνιότητας
στης υπόσχεσης το κυνήγι
χαιρέτησα ένα φέρετρο
να δει πως είμαι εκεί.
Ήταν αυτό που λένε οι μουσικοί:
Μια σκυλίσια μέρα
ή ακόμα καλύτερα
Μια σκυλίσια νύχτα
σερνάμενη απ’ το λάρυγγα προφήτη
χεσμένου πάνω του
απ’ τα ξερακιανά
τα έξυπνα
θανάσιμα
προϊστορικά αστεία
που δε χορταίνουν
ποτέ
μα ποτέ
ένα κουρέλι δράμα,
μια ιδέα ακατανόητη,
ένα σύνθημα
που θα βγάλει ένα πουκάμισο,
θα βάλει τα σκουτιά στη θέση,
θα υψώσει άλλο ένα κουρέλι δράμα
και θα μετρήσει λεφτά στην τσέπη
έτσι
μπας και καταφέρει
να κεράσει
ακόμα ένα γύρο
όταν όλοι
περιμένουν πίσω απ’ την ίδια ουρά
καυλώνοντας
μ’ ένα τρένο
ξεροχυμένο
κι έτοιμο
να στρίψει μια βίδα που βροντοφωνάζει
«Αλληλούια»!
Με το δάχτυλο στο λαιμό, λοιπόν.
Με το δάχτυλο στο λαιμό.

***

Just like David Bowie

Πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα
κι απ’ τα ποτάδικα της πόλης
που ξέμειναν από ξομολόγους της υπομονής,
τις υποσχέσεις κοριτσιών
και μέσα από διαλείμματος ξεράσματα
ερασιτεχνών επίδοξων εραστών,
παραγγέλνω μια τελευταία μπύρα
κάμποση ώρα πριν ξημερώσει.
Πιο πέρα κι απ’ του σκώμματος την ευήθεια
να ζέχνει σχέσεις που πορεύουν
του μάγου νυχτοτρίφτη
με συμπαθητική βοήθεια τσιτάτων μουσικών
να ζητιανεύει κουνήματος σώμα
πριν ξεπορτίσει για ύπνο ήσυχο,
λέω το καλύτερό μου αστείο
στο μαύρο σκύλο που με καλοβολεύει.
Πιο πέρα κι από σπίτια
με τα χείλη στην εικόνα
ευχόμενα έναν καλύτερο χειμώνα
γεμάτο τερματισμένες αληταριές
και μπουχτισμένους μπελάδες
φρόνιμους κι αυτούς μπας
και ξεγελάσει την καλύτερη βραδιά,
παραπατώ χορεύοντας
μέσα από μια πλατεία
με τα ίδια παραπεταμένα παιδιά.
Πιο πέρα κι από εκεί που δεκάρα δε δίνω
στην απληστία που σπαταλάει την όρεξη
ή τουλάχιστον προσπαθώ
ν’ ανάψω ένα τσιγάρο,
ακούω τα λόγια να σέρνουν μακριά
μ’ ένα μπαστούνι στη γωνιά
και σαν ψοφόσκυλο λιμάρικο
βλέπω να με σκοτώνουν.
Πιο πέρα απ’ την κόντρα του σώματος
σαν καθαρίζεις ξεφτιασμένα παπούτσια της χρονιάς
και σκέφτεσαι πως οι άνθρωποι που σ’ αγαπούν
θα θέλουν πάντα κάτι άλλο,
ιδρώνω χωρίς κάτι να ‘χω πετύχει
μέσα σ’ αέρια και βήχα.
Πιο πέρα κι απ’ τα κορίτσια
που κλαίνε για ημερολόγια καμένα
με περιόδους καθοριστικούς
στα σκαλιά μιας αφρόντιστης αρχής
που μάθαινε την προσμονή
κι αγαπούσε το λευκό
σ’ ένα σχήμα πραγμάτων που ερχόταν
κι ένα διάφανο ποτό να τις δασκαλεύει,
φτάνω στου μόσχου τ’ αλκοολικού
την αφόρητη ρίμα.
σαν το παντελόνι ι
Πιο πέρα κι από εκείνα αγάπη μου
που σού ‘δειχναν οι άλλοι
να μαθαίνεις
ταγμένη τ’ άγημά τους να υπομένεις
κρατάω τσιγάρα βρώμικα,
μονάχα μην ξεμένεις.

*Από τη συλλογή “Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2015.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://gianniszelianaios.blogspot.com

Uncertain times by Rob Cullen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Written in 1982 on occasion of the miners’ strike.

I see only forgotten men
Living in places
With once famous names.
I hear only words
Of tales and deeds
Of days of men and women
Long since forgotten
Long since dead.

And in these times of uncertainty
People live surrounded
By purposeless decline
A landscape of waste
And those twisted lines
Of once white shone steel
Polished by the unceasing grind
Of the turning wheel
Now lie hidden by elder.
And gathering the dirt brown stain
Of rust and disuse
Map out the death struggle
Of this dark place
And in this uncertainty people live.

Writhing in its decay
Its history ensnares
the withering and hopeless present.
But its people refuse to cry out.
Anger has been replaced
By that silence of regret
That pitiless lament
Of resignation and acceptance.
Some say it is our age
As if we were…

View original post 441 more words

No 63 (έστω)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

από
το ύψος της
ζωής,
η πτώση μέσα σου,
έρχεται;
πηγαίνεις εσύ,
ο προφήτης πεζοδρομεί μάρμαρο,
έχεις
το χρόνο:
αυτόματα φτερά,
~
για
να
πετάς
προς τα κάτω:
η γνώση του αύριο
~
κι ας
είναι μετά θάνατο
~
(alexmil)
photo: Noell Oszvald

View original post

proletarium (opus O II)

demispoetry's avatarαπενεργο-ποίηση

Στον άδειο δρόμο σπάσαν οι σωλήνες
Αυτό γίνεται στη Σαλονίκη κάθε τόσο.
Νύκτα περνούν οι εφιάλτες
Αυτό γίνεται σαν ιστορία και στο μυαλό μας.
Η γωνιά του πεύκου για παιδιά που παίζουν
Ο τοίχος για τις τελευταίες σου στιγμές
Τοίχος πεύκα και στη μέση σπίτι
Αν έχεις και κρεβάτι πεθαίνεις πιο άνετα.
Αν έχεις αρβύλες περπατάς
Αν είσαι ξυπόλητος περπατάς θέλεις δεν θέλεις
Το χειμώνα κουβαλάς ν’ αποθηκεύσεις χιόνι για το καλοκαίρι των εχόντων
Και το καλοκαίρι όταν δε σε χρειάζεται κανείς
Πεθαίνεις για να μη σε πουν τζιτζίκι
Είτε προσπαθείς να περάσεις τη γραμμή του ορίζοντα.

Και κόβει το λεπίδι της το λαιμό σου.

Τέος Σαλαπασίδης

Από http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=48115.0

View original post