Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

vequinox's avatarManolis

cover

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ

Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι — εκεί που η

μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως

όταν οδηγούν έναν τυφλό.

Σ’ αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς

ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνο τις σκιές μας στο

πάτωμα εδώ.

OUR SHADOWS

Within the house was that other house — when mother was

still young and a flute was heard in the evening like when

they guide a blind man.

In this house we had also stayed forever and as we lit our

lamp its light projected only our shadows on this floor.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

View original post

Φτερά μελάνης, Aksinia Mihaylova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

vop

Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
αυτός ο άνδρας όλο και πιο συχνά χάνεται
στους δρόμους της πόλης
και να θυμηθεί δεν μπορεί ποιος είναι.
Δεν παρατηρεί πώς του δωματίου οι τοίχοι
λικνίζονται τ’ απόβραδο,
πληγωμένα πουλιά – τα βιβλία
πετούν απ’ τα ράφια
και φτερά μελάνης σκεπάζουν
τα καθίσματα και το τραπέζι,
θολώνοντας το περίγραμμα των αντικειμένων
και τα ματαιωμένα φιλιά.
Ο αέρας δεν φτάνει,
και γι’ αυτό δεν διαβάζει στα μάτια μου
την κούραση κι αυτό που αποσιωπώ,
ότι δηλαδή δεν είναι πια κάστρο
το σπίτι μου.

Στην κοιλιά του αυτός ο άνδρας κρύβει
αχόρταγο σφουγγάρι,
που όλη μου τη χαρά ρουφά.

Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
δεν βλέπει τα κολλημένα στο σπίτι
σημειώματα με το: «πότισε τα λουλούδια!»,
και γι’ αυτό μαραίνονται αργά αυτά
όπως οι πόθοι μου
κι ακούγοντας τις ξένες φωνές απ’ έξω,
όλο και δυσκολότερα αναγνωρίζω τη δική μου.

View original post

Οι Άλλοι, Sabah Mohsen Jasim | μτφρ. Μαρία Ανδρεαδέλλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

andr.jpg

Εκείνοι οι σπόροι δεν είναι πια δικοί μας,
οι αυθεντικοί κόκκοι σιταριού,
ούτε και το κίτρο.
Εκείνη η δεκαοχτούρα δεν είναι αυτή που γνωρίζω,
Αλί!
Αυτό δεν είναι το φημισμένο μυρωδάτο ρόδο μας!
Το παλιό Ιρακινό αγγούρι έχει χάσει την διακριτική του γεύση.
Ακόμα και το κορυφαίο γευστικότατο καρπούζι μας,
Δεν είναι πια τα ίδια!
Εσείς φίλοι∙ αδελφές και αδελφοί
δεν είχαμε ποτέ επίγνωση
Καρχαρίες ξεστράτισαν από το δρόμο τους
κολυμπώντας στο αραβικό μας ποτάμι
Ούτε έχουμε δει ασχημότερες θανατηφόρες αράχνες,
να παραμονεύουν μαζί μας στις φυλακές της Φαλούτζα!
Πώς και γιατί κροκόδειλοι περιφέρονται εκεί κάτω,
τέτοια επιταγή έχουμε να ξοφλήσουμε!
Η εισβολή των ΗΠΑ θα μπορούσε να επιφέρει την αλλαγή αλλά όχι ουσιαστική,
όχι την αληθινή
Μια αλλαγή προς το χειρότερο, όχι προς το καλό ή το καλύτερο.
Οι κληρικοί μας δεν είναι πια εκείνοι με τους οποίους αισθανόμαστε ασφαλείς,
Είναι διεφθαρμένοι & λανθάνοντες αδελφοί.
Εμείς, άντρες και γυναίκες…

View original post 112 more words

Γιώργος Παυλόπουλος, Ποιήματα

ken-powers-1

ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ


Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο

σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.

Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές

τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.

Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν

τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.

Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.

Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.

Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.

Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.

Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.

Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.

Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ

τι απογίναν οι μαστόροι.

(Τα αντικλείδια)

13
Να θέλω κι άλλο

κι άλλο ακόμη. Κι εσύ

να μη μου δίνεις.

(Τριαντατρία Χαϊκού)


24
Ουρά παγονιού

σε πισινό μαϊμούς

τούτος ο κόσμος.
(Τριαντατρία Χαϊκού)

33
Όλοι χωράμε

οι ζωντανοί κι οι νεκροί

σ’ ένα ποίημα.

(Τριαντατρία Χαϊκού)

Η ΣΙΩΠΗ


Στην Αυγή – Άννα Μάγγελ


Η Σιωπή είναι μια άγνωστη

που έρχεται τη νύχτα.

Ανεβαίνει τη σκάλα

χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα

μπαίνει στην κάμαρα

και κάθεται στο κρεβάτι μου.

Μου φοράει το δαχτυλίδι της

και με φιλεί στο στόμα.

Τη γδύνω.

Μου δίνει τότε τις βελόνες

και τα τρία χρώματα

το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.

Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της

όλα όσα δε σου είπα

και ποτέ πια δε θα σου πω.

(Λίγος άμμος)


ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή


Είπα σε μια Γύφτισσα

θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ

χόρτα πικρά χωρίς αλάτι

κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις

χωρίς να κλαις από το κρύο

πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη

να μου ανάψεις το κορμί

και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω

πορείς μου λέει τη στάχτη μου

να τη ρίχνεις στο κρασί σου

για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω

Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.

(Λίγος άμμος)

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της

κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι

στην όψη της χορεύουν φλόγες

από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές

την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι

μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί

χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί

με μια κιθάρα και δισάκι

διαβάζει κάτω από τις γέφυρες

Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά

το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.

Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση

όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της

για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες

για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός

οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων

με του διαβόλου τ’ αντικλείδια

κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα

και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί

χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου

κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα

ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική

με δέος, ηδονή και τρόμο

στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται

χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί

τους δήθεν εραστές του απολύτου

το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή

για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»

τα παίζει όλα, η θεατρίνα,

με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»

εγώ δεν την πιστεύω

την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία

σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της

σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα

πηδάει τους τάφους των ονείρων μου

τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της

κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση

γέρνω γλυκά στην πλάτη της

κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό

κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου

μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας

γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

(Που είναι τα πουλιά;)

V383

Μια ταινία του μπλόγκερ theskyremainsthesame.wordpress.com

Με μια απαγγελία του konpapapanos από το https://enaetsi.wordpress.com

‘V383’ is a short film shot between February and June 2016 in Maastricht, the Netherlands.
Recitation (translated from Greek):
“I still remember the airplanes in the night sky, crashing into smooth shores due to mist. The moon has fallen. Every bloodstained summer we pray for burnt faces; and so it happens”.

No 100-6 (οδός …)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

να

την ακούς να χαχανίζει,

πως μοιράζει τα υγρά της αναρωτιέμαι,

~

παρατηρώ

το γέρο Σαντ απέναντι,

σάρκα που λιώνει,

φιλοσοφώ με τη μύγα,

καθισμένη στη σιωπή του τραπεζιού

και το κουτάλι μου,

η καύλα σε σιρόπι,

να ταΐζει ακόμη τσιγκουνιές και νάρκες,

έγλυψα το δάκτυλο,

χυμούσε το κρουασάν πρόστυχα,

πασάλειβε,

ήπια και μια γουλιά Εμπειρίκο,

παίζω μαγεμένη
πολυκατοικία,

~

οραματίσθηκα μετά,

μαθήματα ακολασίας σε ποιητική λέσχη:

~

εγώ,

αυτή,

δυο κότες ανέγγιχτες,

μια λευκή,

μια έγχρωμη,

τον πλασιέ καλλυντικών του πέμπτου,

τη δικαστίνα του τρίτου,

συνταξιούχο,

ένα σκύλο,

και τη γυναίκα του από κάτω,

λεσβία

~

αλλά σηκώθηκα,

με την πίστη του πιστού που φιλά το χέρι του παππά του,

Επίσκοπος ο φόβος,

ο νεροχύτης ποιεί και απαγγέλει,

κι έπλυνα τα πιάτα,

αμέσως,

έπειτα
~
(alexmil)
photo: Kevin Cooley

View original post

Βάγια Κάλφα – Τέσσερα ποιήματα

antipoihsh's avatarΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

φωτό

ΠΡΟΒΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Όταν έβγαινε
Του έδωσαν το εξιτήριο
Σα νίκη. Τα φτερά σου
Είναι από γερή κράση
Άνοιξέ τα, μη φοβάσαι
Του είπαν και του έδωσαν
Μια γενναία σπρωξιά

Μα ο πατέρας, δύσκαμπτος
Διάθεση καμιά. Τον είδε
-Ορκιζόταν-
Πριν φύγει του γέλασε
Και του πέταξε
Χώμα

Κι υπόσχεση επιστροφής

ΟΙ ΕΥΣΥΝΕΙΔΗΤΟΙ

Σηκώνονταν
Χρόνια ολόκληρα
Στις έξι κάθε μέρα
Όταν βγήκαν στη σύνταξη
Ορκίστηκαν πως
Θα έπαιρναν
Το αίμα τους πίσω
Θα περνούσαν
Όλη μέρα στο κρεβάτι
-Δεν θα τους κουνούσε
Τίποτα

Όμως το ρολόι τους
Καλά ρυθμισμένο
Τους πετούσε πάνω

Ώρα έξι ακριβώς

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ

Πρόσωπα
Το ένα δίπλα στο άλλο
Κι απέναντι
Γεμάτα σκαλωσιές
Όπου μύες εργάζονται σκληρά
Να φτιάξουν ένα άρτιο χαμόγελο
Εγκεκριμένο από την πολεοδομία
Που αγαπά

Τις καλές προσόψεις

BON APETIT

Απ’ την κονσέρβα
Της κόκκινης ιστορίας
Δραπετεύει ένα ψάρι

Από την ποιητική συλλογή Ληθόστρωτο, Εκδόσεις Εκάτη, 2014

DSC01149

 

View original post

What a Little Boy should never See by Marjon Van Bruggen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

The poor city bathed in blood

each drop in the name of one god or another

aftermath of a violent, destructive

and inhuman storm.

His mum, his dad, both are gone.

Are they dead? He does not know.

Home, he seizes the small statues,

once a cherished gift from them,

now they enrage him; they stand

so placid and silent on bookshelves

and table tops they seem out of place.

Decapitated heads, amputated arms

and severed legs crash in all directions

in splashes of marble, stone and porcelain.

Explosive red flares before his eyes

equalising the street scenes.

This is what he sees the rest of his life.

View original post

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To τραγούδι του λύγκα

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka's avatarΕνύπνια Ψιχίων

To τραγούδι του λύγκα

.

Άλλωστε έτσι τη θέλανε όλοι από τότε. Ξόμπλι. Όταν την απιθώνανε σε ρούχα κυριακάτικα, «σήκω, μουρή, κι βάρεσ’ η καμπάνα», νερό, ανατριχίλα, βούρτσα, «πάνου του κιφάλ’!», νερό, «μαδάς!», βούρτσα, άλγος, πολλές κινήσεις, νευρικές. Μιλιά αυτή, πλεγμένη σε κοτσίδα κρυβότανε στις κάλτσες. Αναμονή σε στάση καθώς πρέπει, πάνω στα υποδήματα. Λιτές κινήσεις, καθόλου φληναφήματα, στο ύψος της ήβης δάχτυλα. Καπακωμένες ενοχές με θλίψη ευθυτενή. Κόκκινα μάγουλα, μάτια επίσης, ξόμπλι του οίκου, εύτηκτο.
Μετά την παρφουμάρανε, χαράματα. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. «Πάμι!» Ένα τσουβάλι, να μεταλάβει το χρυσό δοντάκι, κι ας βρώμαγε λεμόνι. Λιβανιζότανε ξινίλες στις μετάνοιες, σε κάθε επίκυψη δίναν και παίρναν σφάχτες κοσμιότητας. Αφόριζε υγρά. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. Σε λίγο θα τα επέστρεφε και αρώματα και χρυσαφικά και δώρα. Όλα θα τα επέστρεφε. Αντίδωρα. Κρυφά στην τουαλέτα, φλομωμένη, ωραία πεθαμένη
.

 

Dino_Valls_-_In_Memoriam

.

Μετρούσε το λείψανο το ωραίο στο χωριό της. Ανήκε στα υπέρ του αποδημήσαντος, το εξετάζανε στις κηδείες…

View original post 125 more words