ο ψίθυρος των απόντων 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών “εξωτικών” νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το…

View original post 47 more words

ΜΑΡΟΥΣΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

antipoihsh's avatarΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Μαρουσώ Αθανασίου

ΑΦΑΝΗΣ ΕΡΩΣ

κλειστές κουρτίνες

μην και φανεί

μην και φανερώσει

το φως

διαθλάται στο εγώ

και προδίνεται

ΣΦΗΝΑΚΙ

i.

η ποίηση έχει σώμα

αίμα

κι ένα μαστίγιο

ii.

πέθανες

κι έτσι

είμαστε

πάντα δυο

ΚΙ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

ξανάγραψα το  καρδιογράφημά σου

ηλέκτρισα ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι

σε τίποτα δεν ωφέλησα

εσύ πέθανες

εγώ δεν έζησα

ΕΡΑΝ

ερωτευμένη πάντοτε

με τη σκιά του έρωτα

την ουσιώδη

ΑΝΔΟΡΡΑ

Εδώ είναι τα παπούτσια του.

Αν ξαναρθεί, εδώ είναι!

Καμιά φορά γκρεμίζονται οι πάσσαλοι

και φεύγουν οι νεκροί κόκκινοι απ’ το αίμα.

Εμείς μπροστά από τον καθρέφτη μας

-Που ‘χει γεμίσει σάλιο απ’ τα γλειψίματα-

Θα φτύνουμε επιτέλους ο ένας τον άλλον

Κατά πρόσωπο.

Χωρίς κουκούλες.

Με παπούτσια.

Περνώντας ανήσυχα – ανήσυχα από την πλατεία.

Όλοι μαζί.

Του Άη – Γιώργη, όταν ασπρίζουνε τα σπίτια.

ΟΝΤΙΝ

Βουλιάζω το πρόσωπό μου στο ποτάμι.

Να σε φωνάξω ξανθή νεράιδα.

Κι εσύ η δόλια που…

View original post 131 more words

Ο ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6691

Στην φωτογραφία του Κάφκα που έχω κολλήσει

στον καθρέφτη της κάμαράς μου, έβαλα δεξιά

κι αριστερά από ένα ψάρι.

Γιατί ο Κάφκα αγαπούσε τα ψάρια και δεν τα

έτρωγε.

Το χειμώνα μαζί με τα ψάρια έκανε μπάνιο

στο κρύο νερό μιας λίμνης, όπως κι ένας

άγιος πρόγονός του, που έσπαζε τον πάγο της

λίμνης κι έμπαινε μέσα.

Άλλωστε η αγάπη του για τα ψάρια φάνηκε

και στο θάνατό του. Τον τελευταίο καιρό

δε μιλούσε, έγραφε ό,τι ήθελε να πει κι ο θά-

νατός του έμοιασε με θάνατο ψαριού που το βγάλαν στη στεριά.

Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια ν’ αναπνεύσει.

Κι ας είναι ευλογημένη η Dora Dymant

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

Dora Dymant: η νέα κοπέλα που έζησε με τον Κάφκα τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και παραστάθηκε στοργικά στον θάνατό του

View original post

Υπεροχή είναι η στιγμή με τη στιγμή

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ρε πως μας κατάντησαν έτσι;
Γνωστές φυσιογνωμίες και η
κατανόηση του προσδόκιμου λάθους.
Ρε δεν ήθελα το όνειρο
μα την ευκαιρία να το πιστέψω.
Σε είδα και δεν θυμόμουν
δεν θα μπορούσα ποτέ να θυμηθώ
πως ήμασταν αυτοί.
Όπως ο χρόνος αναδιπλώνεται
σε μια ανάμνηση αυτού που είναι.
Χίλια χρόνια θα ζήσεις
μα πρέπει ένα διάλειμμα για να σε φιλήσω.
Ξανά όπως το φιλί
είναι αυτό που σε θέλει.
Δεν θα υπερβώ ποτέ
όσα σε χρονογράφησαν.
Ιστορίες από το ποτέ στο τίποτα
που τώρα πάλι θα σημάνει.
Υπέροχες ασυνόδευτες χρονικές ακολουθίες
ενός προσώπου που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει
μιλώντας για όλα και κάνοντας κάτι
που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει.
Μα έχε υπόψιν πως πρέπει να σταματήσω
γοργά τον υπερσυντέλικο
της αγάπης μου
και επιτέλους να σε αγκαλιάσω
σε ότι μπορέσω να πειστώ
πως σε αγκαλιάζω.


View original post

Starlings over Calais by Antony Owen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

When God pressed her fingerprints over Calais
A million starlings swirled song-less over the jungle.

When God threw her black veil in grief for widows
A million starlings migrated to the bottom of the sea.

When God danced in her black dress to Aleppan anthems
two Mig birds left an aviary of wounds in a million nests.

When God wrote her ballads for man she used the ink-pot sea
A million starlings danced over Calais and sang from the diggers.

When God slit her wrists just she released a million starlings
She wanted to see the pain leave her but mankind never cared.

When a million starlings lie dead over Europe
wrap them in tents where the albatrosses slept.

View original post

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

vequinox's avatarManolis

ritsos_front-largeΆξαφνα

Μέρες καλοκαιριού—τό φώς, οι πέτρες, θάλασσα, σταφύλια.

Σβησμένα γεγονότα. Ο ορίζοντας ίδιος ώς τό βάθος. Ο χάρτης

στό διάδρομο τού πανδοχείου ξεθώριασε ολότελα απ’ τόν ήλιο.

Οι εφημερίδες φτάνουν καθυστερημένες—δέν τίς διαβάζεις.

Λάμπει μιά ψάθα τρυγητή στή μέση τής πεδιάδας.

Ο τυφλός παίζει ακορντεόν. Τουρίστες μέ υπνόσακους περνάνε.

Κι άξαφνα, τά μεσάνυχτα, η απόλυτη λέξη σέ φτάνει

σά σφύριγμα πλοίου μές στόν ύπνο σου, καί δέν μπορείς νά ξυπνήσεις.

~Καρλόβασι, 22-8-78

Suddenly

Summer days – the light, the rocks; sea, grapes.

Forgotten events. The horizon same to its end. On the wall

of the hostel the map completely faded from the sunlight.

The newspapers arrive late – you don’t read them.

In the midst of the valley the hat of a grape picker shines.

The blind man plays the accordion. Tourists go by with sleeping bags.

And suddenly, at midnight, the absolute word reaches you

like a whistle of…

View original post 27 more words