Η κιβωτός (Χλόη Κουτσουμπέλη)

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Η νύχτα έχει όνομα
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))

Η κιβωτός

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό.
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου.
Τα παχύδερμα απογεύματα χωρίς εσένα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
που ποτέ δεν άγγιξαν τα χείλη μου
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου μου
τους σκορπιούς της απουσίας σου».
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά, όπως νανουρίζουμε τον πόνο.
«Αχ εσείς οι ποιητές», αναστέναξε βαθιά,
με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο».
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι,
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα.
Και ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό,
στο ολόγυμνό της σώμα.

Ανέκδοτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (δημοσιεύτηκε στη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook στις 2 Ιουλίου του 2010)

Translatum: Poetry of Thessaloniki / Χλόη Κουτσουμπέλη

View original post

Η ελεημοσύνη ως πηγή δυστυχίας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Τα παλαιά χρόνια όταν υπέφερε κάποιος υπέφερε κατά μόνας και τον βοηθούσε ο όποιος περίγυρος. Σήμερα η δυστυχία ο πόνος και η εξαθλίωση έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνία του θεάματος. Είμαστε σε ζωντανή σύνδεση με τη δυστυχία του άλλου αλλά δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Ακόμα κι αν τον βοηθήσουμε οργανωμένα θα είναι για να μπορέσουμε αύριο να έχουμε οφέλη, άρα στην πραγματικότητα να εκμεταλλευτούμε τη δυστυχία του προκαλώντας του μια ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία.

Ο όρος ανθρωπιστικές τραγωδίες είναι το ακαδημαϊκό προκάλυμμα της επέλασης του «πολιτισμένου κόσμου» που σωρεύει και τοκίζει τις δυστυχίες. Η ελεημοσύνη έρχεται να σπαράξει και το τελευταίο χιλιοστό αξιοπρέπειας. Χωρίς αξιοπρέπεια δεν μπορείς να βγεις απ’ την όποια τραγωδία και να ορθοποδήσεις. Θα είσαι πάντα υποχείριο του ελεήμονα, που αυτάρεσκα σκουπίζει το χνώτο της ζητιανιάς απ’ το ναρκισσιστικό καθρέφτη της καλοζωίας του.

Η εξουσία υπογραμμίζει την ανωτερότητά της με την ελεημοσύνη. Η ελεημοσύνη είναι ο βρυχηθμός του…

View original post 643 more words

Aleppo by Angela E Brooks

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Is it still Aleppo now that it’s flattened into anonymous rubble?

How much more destruction can it take before it is seen to be destroyed?

Horror upon horror dulls the senses until the little children

Covered in grey dust, fighting to breathe become commonplace

To our eternal shame.

This war, the warlords say, will go on – maybe ten years more.

For what? This whole frightening idiocy must be stopped

Before the population comprises grey dusted people,

Limbless, sightless, immobile, buried under giant piles of man-made debris.

What use is Politics when this is the result?

Regimes fight Regimes for control while all around

Their people are dying. Listen to the terrible wailing of the bereaved

Trying to make sense of the indefensible.

And the bombing goes on, and the gassings go on, and the dying goes on

And the lost youth with nothing left to live for

With deadened…

View original post 13 more words

4 ποιήματα, Izet Sarajlić | μτφρ. Jelena Bosnjaković Bajraktarović

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

izet-sarajlic-3

Φίλοι από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Τί είναι το να περάσετε μια νύχτα μαζί μας,
φίλοι;

Δε ξέρω
τι κάνετε.

Τι γράφετε.

Με ποιον πίνετε.

Ποια βιβλία διαβάζετε.

Δε ξέρω καν
ούτε αν είμαστε ακόμη φίλοι.

(Sarajevska ratna zbirka / Πολεμική συλλογή από το Σαράγιεβο, 1992)

View original post 327 more words

Άγνωστος Μετανάστης, Μη με φωνάζεις «ξένο»

121001-19_05012013_10

Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…
μη με φωνάζεις «ξένο»
το ψωμί σου δε διαφέρει απ’ το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει
και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»;
Επειδή σ’ άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ άλλο λαό γεννήθηκα
και άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ’αλλού σάλπαρα;
Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση
στην πλάτη μας βαραίνει,
αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό
μέσ’ απ’ του χρόνου τα σκοτάδια
από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί
κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει
όσοι διχάζουν
και σκοτώνουν το φτωχό,
αυτοί που κλέβουν
και μοιράζουν ψέμματα,
αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας
όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή: «ξένος».
λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία.
Αν θέλεις το καλό μου να είσαι καλός
σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο»
αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
πιο πέρα απ’ το μίσος
ας φθάσει η ματιά σου,
ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό.
Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι «ξένος»!

Ανομήματα: ο χειραφετητικός λόγος των ποιητριών

selana019's avatarΏρα Κοινής Ανησυχίας

Ανομήματα: ο χειραφετητικός λόγος των ποιητριών

Κατερίνα Γώγου, Θολούρα

Γράφει: Σοφία Κολοτούρου
 
 

Το Περιοδικό για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας και η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου δημιουργούν τη στήλη Ανομήματα, ως έναν χώρο όπου θα αναδεικνύεται ο γυναικείος λόγος με την μορφή της ποίησης. Αυτό που οδήγησε τη σκέψη μας στη δημιουργία του χώρου αυτού μέσα στις σελίδες του Περιοδικού για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας είναι η διαπίστωση ότι ενώ οι γυναίκες γράφουν, παραμένουν περισσότερο αόρατες από τους άντρες ποιητές, ενώ συχνά χρειάζεται να μετέλθουν ένα ιδίωμα το οποίο να «αποδεικνύει» ότι είναι «ισότιμες» με τους άντρες. Θέλουμε να αναζητήσουμε τις γυναικείες φωνές που περιγράφουν σε στίχους το πώς έχουν βιώσει τη γυναικεία τους υπόσταση. Ή το πώς βιώνουν τον κόσμο γύρω τους. Θέλουμε να κάνουμε μια απόπειρα να συγκεντρώσουμε τον Λόγο που μπορεί να ταράξει την κοινή ησυχία της επανάπαυσης στα κυρίαρχα πρότυπα των φύλων. Να δούμε πόσο χειραφετητικός μπορεί να…

View original post 521 more words

Ordeal by Doc Wallace

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

She lies in the dirt road, snubbing.

Wind-blown clouds scurry to a crescent moon,

shadowing her naked legs while

ripped skin bleeds.

Her tear-streaked face studies

the stars and clouds,

a scene almost beautiful

but for the terror of this day.

So tired. She wants to sleep,

to forget.

She wants her mom.

But she is alone

on the cold dirt road

in the middle of vast, flat land.

Slowly she rolls to all fours;

stands on shaky legs.

Moonbeams show her jeans in the dust.

Painfully, she inserts her bloody bare feet

into each pant leg.

Soft cotton brings discomfort.

Now the long walk back

toward the distant lights in

the early evening sky,

toward home. Toward safety.

As long as they don’t come back,

she hopes, glancing furtively

over a bruised left shoulder,

quickening her pace thru pain.

For a whole day they kept her.

Snatched her off…

View original post 98 more words