Federico Tavan, Ο ποιητής των αρουραίων (τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Οι καλύτερές μου φλέβες – Σύγχρονοι Ιταλοί ποιητές», Εκδόσεις «24 γράμματα», 2020. Μετάφραση και γενική επιμέλεια: Ευαγγελία Πολύμου.

Σκέψεις πάνω στην τέχνη, τη ζωή και τον θάνατο του Ηλία Λάγιου

Ο Ηλίας Λάγιος στο βιβλιοπωλείο “Παρουσία” το 1999. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης

Στον Αθάν και στον Γιάννη. Ποιητές αμφότεροι.

Του Νίκου Λέκκα*

Ήταν φευγάτος, το είχε πονέσει το πράγμα, ήθελε την κάνει… Για πού άραγε; για το υπερπέραν, ή για των ενοχικών το κονέ. Των άδοξων. Των ρημαγμένων, των καταραμένων… Αυτών που πυρπόλησαν την ψυχή τους. Το είναι τους όλο. Που τα έδωσαν όλα στην Τέχνη τους. Και δεν τους έμεινε τίποτα. Μοναχά σκόρπια χειρόγραφα και μια καψούρα για το παραπέρα. Όλα στον κόσμο σκυθρωπά. Περιπάτους στην πόλη. Βιτρίνες και καφέ αδιάφορα. Τρελόχαπα και κάβες. Μπάρες και ξύδια. Αυτά μόνο. Βιβλιοπωλεία… Ηλίας Λάγιος. Χλωμός με βλέμμα απλανές. Η απόλυτη εγκεφαλική διαύγεια. Αξιοπρέπεια, στη Μέγα Τέχνη, σαν ιδρώτας της ψυχής. Δηλητηριασμένος, τοξικός…

Θεραπεία και λύτρωση παράλληλα. Τα όρια της αντοχής άψογα μπαλατζαρισμένα. Σαν τις φόρμες των δημιουργημάτων του. Κάθε χρόνο και από μια συλλογή. Κάθε συλλογή και ένα ξέρασμα αλήθειας. Της απόλυτα προσωπικής. Του ίδιου βεληνεκούς με τις αυστηρά πεποιθήσεις του Βαν Γκογκ. Αυτός και ο εαυτός του. Που τείνει να γίνει ο Άλλος. Αυτός ήταν ο δρόμος. Και για αυτό δημιουργός. Άκλητο το εγώ. Ανύπαρχτο το εμείς. Τετελεσμένος ο χρόνος. Κυνηγός και κυνηγημένος. Να τα προλάβει όλα. Στον σωστό χρόνο. Να τα δώσει όλα. Όλα για όλα. Με οποιοδήποτε κόστος. Χωρίς να ασφαλιστεί πουθενά. Χωρίς στεγανά. Τζογαδόρος ήταν. Το έστησε καλά το παιχνίδι. Χωρίς τσόχα, σηματοδότης των ορίων, για να κάνει τα βήματά του ανώδυνα. Τσιμέντο και χώμα. Καρφιά. Ισορροπία ακροβάτη… Σιωπηλό ντελίριο το νταλαβέρι του με τους ανθρώπους.

Το τσίπουρο συνοδοιπόρος. Ό,τι ονειρεύτηκε το βρήκε στο πάτο της μπουκάλας. Το σύμπαν. Τις ίσες και αντίρροπες δυνάμεις. Το έτοιμο καλό και το υπό κατασκευή κακό. Στην μαγεία της αρρώστιας. Τα ηρεμιστικά όχι σφουγγάρια του ψυχισμού. Κουμπιά για κυριλέ ταξίδια. Σαν Ικεσίες. Γυρνάει συνέχεια. Εξάρχεια, Κολωνάκι, Κυψέλη τα λημέρια του. Επισκέψεις στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος και των κάθετων δρόμων της. Μεθυσμένος. Χαρμάνης στο εγώ του. Φευγάτος από θέση. Μεταφυσικός. Αναζητά μόνο την αλήθεια – Θεό. Στο τελευταίο του βιβλίο φλερτάρει με τον Θεάνθρωπο. Αλτρουιστής στο δημόσιο βίο του. Συνεργασίες με περιοδικά και εφημερίδες (κυρίως με την Αυγή). Τελειομανής στην δοκιμιογραφία του. Ανοιχτός στο να διορθώνει και να επιμελείται κείμενα συνεργατών για όσο το δυνατόν καλύτερο αισθητικό (τουλάχιστον) αποτέλεσμα.

Ο μεγαλύτερος ποιητής της γενιάς του διάβασα μετά το ταξίδι του. Κάθε περιπέτεια – Έρωτας, γοητεία του απρόσμενου, και ένα ακόμα βιβλίο. Ζωή μοιρασμένη σε δέκα έξι πράξεις και πέντε συμπράξεις, που τώρα πια κυκλοφορούν σε τόμο από τον οίκο των νομπελιστών Ίκαρος. Για το πώς έζησε. Για το τί ένιωσε. Από την αρχή της λογοτεχνικής του πορείας, για τα κανάλια που μπήκε. Από το καθένα και μια σφραγίδα. Για τις αλητείες του, για τους δρόμους που το σημάδεψαν. Για τους φίλους που συμπορεύτηκε, για τις γκόμενες που ερωτεύτηκε. Για όλα όσα τον «κατέστρεψαν» – καθόλου λίγα. Ακόμα για τους ψυχρούς θαλάμους του Ψυχιατρείου. Όχι, ο Λάγιος δεν χαρίστηκε σε κανέναν. Ούτε σε φίλους, Ούτε σε κυκλώματα, Ούτε σε γκόμενες, Ούτε στον εαυτό του. Έπεσε από μπαλκόνι ορόφου – ατύχημα. Και άσε τους άλλους να λένε ότι ήταν κωλόφαρδος. Άξιος ήταν. Αυτό ήταν και το δώρο του. Έσκασε σαν κομήτης στην γη. Μια λάμψη ήταν. Ανεξίτηλα χαραγμένη στο Πάνθεον των ομοίων του. Έφυγε στα 46 του χρόνια. Υπεραρκετά για να καταγράψει τα υπόγεια συναισθήματα και να τα αποτυπώσει στο χαρτί.

Κορωπί
12/8/2021

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.neaprooptiki.gr/skepseis-pano-stin-techni-ti-zoi-kai-ton/?fbclid=IwAR1IpxmWyoL25RF7mdH17Bw-LbEcV5o28qQPdMtMfau5vRlSlBhyt2DJHb0

Red Poet – Ντοκιμαντέρ για τον Jack Hirschman

The film was accepted into 8 film festivals including the Rome Independent Film Festival in Italy & the Bradford International Film Festival (hosted by the British National Media Museum).

Film Maker Matthew Furey’s “Red Poet” paints a soulful picture of San Francisco’s own Jack Hirschman and brings to the silver screen the singular life of this troubadour for modern times.

A modest Bronx childhood first gives way to a shooting star career in academia. Controversial teaching stints at Dartmouth and UCLA make him anathema to the academy; he is fired for his opposition to the Vietnam War.

Soon Hirschman finds himself penniless and homeless on the streets of San Francisco. Through it all, Hirschman perseveres, continues to write his poems and publish over 100 books of poetry.

Red Poet recounts a tale of a life lived on its own terms: against all odds, a unique poetic talent finds personal redemption through his art and his poetry.

Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

Pablo Picasso, Pour couple in a cafe

Τ’ ΑΛΟΓΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Η αναπάντεχη φλέβα
μέσα στο δάσος
ήσουνα.

Άχνιζαν οι ανάβρες σου.

(και πώς να γονατίσω να βρω τον αβηρό
ο διψασμένος
ο στεγνός εγώ
με τ’ άλογά μου καψαλισμένα για νερό
δίχως άνθρωπο να έχω δει
τέσσερις μέρες τώρα).

*

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Σ΄ ακούμπησα στο γόνατο
όπως τις αυστηρές βασίλισσες εκλιπαρούν
ομηρικοί ικέτες.

Εκεί όμως μπροστά κυρτός που στάθηκα
με θέρισε ο πυρετός
άραγε πώς σήμερα να ανέδιδε
το άχραντο
βασιλικό σου
αιδοίο.

*

ΣΩΜΑΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ

Την απουσία σου με δείκτες μετρώ
σωματικούς.
Πόσο μακρύναν τα μαλλιά,
πόσες φορές τα νύχια έβαψα.

Στην καθιστική διαμαρτυρία των αισθήσεων
κάθε τους εκατοστό εξ-
εγείρεται.

Πότε ξανά θα ‘ρθεις,
με δάκρυα, πάλι να σε στολίσουν;

*Από τη συλλογή “Καθαρό οινόπνευμα”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2020.

Denise Levertov, Ο κότσιφας των κοτσιφιών

Ένα γκριζωπό πουλί
στο μέγεθος ίσως δύο στρουμπουλών σπουργιτιών,
πεσμένο σε κάποιο λιβάδι,
πρόκειται να ισοπεδωθεί,σε ένα στεγνό
χάος από πούπουλα-
και κανείς δεν ξέρει
ότι ήταν πρίγκηπας στην γενιά του,
βιρτουόζος των βιρτουόζων,
άρχοντας των χιλίων τραγουδιών,
ευγενής, περίτεχνα επινοητικός, ιδεαλιστής,
αντίζηλος των αηδονιών.

*Από τη συλλογή «Breathing the water». Μετάφραση: Nefelor. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nefelorpoetry.wordpress.com/2019/07/13/denise-levertov/

Περσέας Ρίζος, Τρία ποιήματα

ΕΑΡΙΝΟ
Η
ψυχή
είναι η μεγάλη διασταύρωση της πόλης
το ρόπτρο
του ουρανού
βιδωμένο
στην πόρτα
της γαίας
μια κοσμική διάβαση πεζών
μην στριμώχνεστε
γιατί ποδοπατιέστε
ενώ θα μπορούσατε
κάλλιστα
να συγχωνευτείτε ο ένας μέσα στον άλλον
δημιουργώντας έναν άνθρωπο
ψηλότερο
πλατύτερο
βαθύτερο

*

ΑΒΓΩ
Γράφω στο γραφείο μου. Το γραφείο μου είναι ο
άνθρωπος. Η ζωή είναι ολωσδιόλου φανταστική!
Μέσα στον άνθρωπο
Χασμουριέμαι
Σαν μπουμπούκι

*

ΚΟΣΜΟΓΩΝΙΑ
Το αγέννητο πουλί φίλησε τη νύχτα στο αβγό της
και δι’ αυτού εγένετο ο κόσμος
από μια ιδέα
σαν ιδέα
μια ιδέα
που τώρα είναι η δικιά μου
Μεγάλη Έκρηξη!

Και είναι γνωστό ότι στο κρυφτό της ζωής φυλάει ο θάνατος
Και είναι επόμενο ότι σ’ αυτό το παιχνίδι κάποιοι θα βρεθούν
Και κάποιοι θα πεθάνουν

*Από τη συλλογή «Ποιήματα», εκδόσεις Φαρφουλάς, 2021.

Μίλτος Σαχτούρης, Η δύσκολη Κυριακή

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

DIFFICULT SUNDAY

I’ve been looking up at a better bird since morning
I’ve been better enjoying a snake wrapped around my neck since morning

broken cups on the carpet
purple flowers on the cheeks of the seer
when she lifts the skirt of Fate
something will sprout out of this joy
a new tree without blossoms
or a pure young eyelid
or a beloved word
that wouldn’t kiss the lips of forgetfulness

bells chime out there
my imaginary friends wait for me out there
they’re lifting and circling around a dawn
what tediousness, what tediousness
yellow dress — the embroidered eagle —
the green parrot — I close my eyes — it caws
always always always
the orchestra plays cheap tunes
what passionate eyes, what women
what loves, what cries, what loves
love my friend, blood my friend
give me your hand, my friend, such cold

it was freezing
I no longer know the time they all died
and I remained with my amputee friend
and with the bloodied twig as a companion

*Από το βιβλίο “Anthology of Neohellenic Poetry”, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Autumn 2017. Σχετικός σύνδεσμος: https://authormanolis.wordpress.com/2017/05/13/anthology-of-neohellenic-poetrytranslated-by-manolis-aligizakis/

Σοφία Κουφού, Τρία ποιήματα

ENERGY BOOSTER ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Η επιθυμία
ηθοποιός σε βουβές ταινίες απροσδιόριστης περιόδου
παιγμένες σ’ οθόνες με βαριά, παραμορφωτικά φίλτρα.
Κάποια ενδύεται
το εξόχως διακριτικό βουάλ φόρεμα για τσάι,
άλλες φορές
βγαίνει ως ντίβα του κιτς
με κακόγουστους βελουτέ συνδυασμούς,
άλλες πάλι εκθέτει το γυμνό σώμα της
σ’ ανυποψίαστους θεατές,
ωστόσο
πάντα χτυπά ρόλους πρωταγωνιστικούς
στ’ όνειρο.

*

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗ

Είναι κι αυτές οι ώριμες συνθήκες
δευτερεύουσα πρόταση
προς επανορθωτική χρήση,
αντιπαραγγελία
βελτιωμένου προϊόντος,
διόρθωση
προχείρως μεταφρασμένου κειμένου.
Ξεσπίτωμα του δράστη
με δίωξη κατά μέτωπο
κι εκμίσθωση του ακινήτου
σε καλοπληρωτή ενοικιαστή.

*

WILD HORSE

Δυσαρεστημένα άλογα
στον κήπο μου.
Νερό φαΐ τους βάζω.
Κάθε πρωί.
Όμως αυτά πλήττουν,
αερόστατα σ’ ουράνια πλέγματα.
Ένα άλμα ξεροσταλιάζουν.
Τη χλόη του πεζοδρομίου να γλείψουν
καθώς σκίζουν τους δρόμους
παρθενικής επανάστασης.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Μιλένα Σπανού, Μωβ

Θέλω να κλάψω
και ναναι σούρουπο στον ισημερινό
μα δεν θυμάμαι πως συνεννογιόμασταν στα ντόπια χαβαγιανά
ούτε ανακαλώ
εκείνο το μωβ της πολυνησιακής χρώσης
από τις λαμπερές βραδιές
γύρω από τις φωτιές
παρέα με τους Μαορί
αυτή την σκέδαση
του κυανού με το κόκκινο
στην προχειροραμμένη φτερούγα
με μωβ μουλινέ αιγυπτιακής δύσης
ενός παραδείσιου πουλιού
ούτε θυμάμαι
τι χρώμα είχε το εκλεκτό βαμβάκι
που υφαίναμε το κοινό μας σώμα
την ίδια ώρα που εκχυμώναμε
τους πόρους μας
κάτω από την φοντάνα του δικού μας τρίδρομου*
αλλάζαμε
αδιάλειπτα
από ντόλτσε
σε αμάρο
σε γκουστόζα
και πίσω πάλι
λες κι αν θα φράζαμε
το δρόμο στις γεροντικές κηλίδες
δε θα μας σημαδεύανε αργότερα
μαρκαρισμένους τρόφιμους
σε τέλος προελαύνον

φοντάνα του δικού μας τρίδρομου*(φοντάνα ντι τρέβι)

ερωτικό…

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

_MG_9993

Οι πόλεις συντρίβονται λίγο πριν εκτοξευτούμε

στο φως

μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου

ένα μενεξέ του Απρίλη

-μα είναι χειμώνας-

μια σταγόνα της αυγής

-μα εδώ είναι έρημος-

 

κοίταξε από το παράθυρό σου

βλέπεις ότι βλέπεις

δεν έχω τίποτα να σου πω

μόνο δώσε μου

μια ηλιαχτίδα του Δεκέμβρη

-μα εδώ έχει χρόνια σκοτάδι-

μια μυγδαλιά

-μα εδώ έχει μόνο πέτρες-

 

κι όμως δώσε μου

δώσε μου

έλα ένα βράδυ μ’ ένα άσπρο φόρεμα και άνθη στα μαλλιά

έλα αυτό το βράδυ με τη σιωπή

έλα

πριν να είναι αργά.

ΝΙΚΟΣ ΣΦΑΜΕΝΟΣ

«Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως»

https://www.dropbox.com/s/olwd4cmwpam395t/%CE%91%CF%85%CF%84%CE%AC%20%CF%80%CE%BF%CF%85%20%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%84%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CE%BD%20%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%20%CE%B1%CF%80%CF%8C%20%CE%B2%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%20%CF%86%CF%89%CF%82%20-%20%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%CE%A3%CF%86%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.pdf?dl=0

View original post