Gary Snyder, Μέσα Αυγούστου στο παρατηρητήριο του βουνού Sourdough

Κάτω η πεδιάδα μια ομίχλη καπνού
Τρεις μέρες ζέστη, μετά από πέντε μέρες βροχής
Φως από ψηλά πέφτει στους κώνους των ελάτων
Διασχίζει τα βράχια και τα βοσκοτόπια
Σμήνη από νεαρές μύγες.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πράγματα που κάποτε διάβασα
Έχω λίγους φίλους, αλλά είναι στις πόλεις.
Πίνοντας παγωμένο νερό από χιόνι σ’ ένα σιδερένιο κύπελλο
Κοιτώ πέρα για μίλια
Μέσα απ’ τον ακίνητο, σιωπηλό και ήρεμο αέρα.

*Μετάφραση: Σ.Θ.

Γιάννης Ρηγόπουλος (1952-2017), Δύο ποιήματα

ΧΑΜΕΝΟ

Παρακαλώ σας
Αν δεν υπάρχει άλλη Άνοιξη
Σκοτώστε τα χελιδόνια
Εμείς τελειώσαμε το κρυφτό
-Πορτοκάλι – Μανταρίνι-
και ζητάμε να γίνουμε άνδρες

ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Ένα κορμί να ξεσπάσουν οι θύελλες
των λιμνασμένων ματιών
Ένα κορμί
να πάψουν οι δρόμοι να στενεύουν
οι πόρνες να γίνουν βασίλισσες
όπως τους πρέπει
Ένα κορμί
τα φαντάσματα να χαθούν
στα υγρά υπόγεια
στους πρόστυχους καπνούς να γεννηθεί η Άνοιξη
Ένα κορμί
να βρει έναν αντρίκιο θάνατο
να ξαποστάσει

Νατάσα Χατζηδάκι, Επιστασία

Πρόσεξε

χωρίς δυνατότητες

χωρίς συμπάθεια

μπορείς να κτίσεις σ’ έναν καινούργιο κόσμο
με ή χωρίς ενστάσεις

άκουσέ με

δενμπορείς να ξεκινήσεις για κάπου
μακρύτερα.
Αφήστε με λοιπόν
να περάσω

όλες οι ενστάσεις
Είναι
Καρφιτσωμένες
στο κορμί μου.


Γιάννης Κοντός,  Η γενική απεργία

Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.

Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές

να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.
Εδώ είναι, εκεί είναι. Άνοιξη είναι,

θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό

Περνώ τη ζωή μου
από την κεφαλή της ίδιας πάντα
σκουριασμένης βελόνας
και ράβω, ράβω τα πάθη μου.
Οι ζάρες της κοιλιάς μου
όπως οι δρόμοι της πόλης
η πλατεία με το ηρώον στη μέση
όλα γνωστά
κι εγώ γνωστή μ’ άμαθη
ξέρω μόνο ό,τι είμαι στον έρωτα
ό,τι με νικάει στον έρωτα,
μια κοινοτοπία που τραγουδάει.
Φτιασιδωμένη τις εποχές
αλλάζω υφάσματα
και το σώμα αλλάζει στάση
μπρος στον καιρό
το φουσκώνω κάθε πρωί
κι απομακρύνεται ο πλανόδιος
με το φυσητήρι.

Άρχισα μ’ ένα γαργαλητό
στο κέντρο της παλάμης
καρφί η ατίθαση μύγα
άγγιζε η τριγωνική μουσούδα της
τη σκοτεινή αντιστοιχία
το θυμωμένο σμάρι
το φόβο––σαν της ρίζας.

Και να, σκοινάκι πηδώ στον ουρανό
δειπνώ με τους δαιμόνους
τις μασκαρεμένες αγελάδες
με τα χορταρίσια όνειρα.
Τίποτα δε θ΄αποδείξω
με τη ζωή μου
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα
θηλαστικό μιας προϊστορίας
που θά ‘ρθει
φαρμακωμένη απ΄ τον τόσο σπόρο
μηρυκάζω τα μάταια λόγια
του ρόλου μου
–­–πάντα πως θα πεθάνω σε λίγα χρόνια
παίζω-–
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα.

Ο χρόνος μας είναι μετρημένος
θα επιζήσουμε κι οι δυο
μετά την αποκαθήλωση
εγώ σέρνοντας
χρονοφαγωμένο το σώμα
κι εσύ με λάμψη πάντα
μέσ’ απ’ τα βαθιά, μωρουδίστικα
τραγούδια του Μεσσία:
“Χριστέ μου
τι όμορφος που είσαι
κι έχεις ένα όνομα
σκληρό σαν το ρετσίνι
μ’ άλλο σκληρό απάνω σου
δεν έχεις.
Πάει η καρδιά σου όμοια
με τη θάλασσα
γύρω απ’ όλα τα νησιά”.

Οι γερανοί του λιμανιού
τραβούν τη νύχτα πάνω,
μικρά φτερένια σύννεφα
της θείας γαλάζιας κότας
ανοίγουν τη μέρα στα νησιά.
Σ’ έρημη αποβάθρα
κομμάτι σκοτάδι
πελεκημένη από βράχο σκοτάδι
περιμένω να με πάνε σε κλειστό αμάξι
ή να σπάσω από φως.
Πάντα κάτι παλιό είναι γύρω
για να μοιάζεις βγαλμένος
απ΄ τα χαλάσματα
πάντα κάτι μαλακές λουρίδες
έχει το χώμα
για μας τους άστεγους
της τελευταίας ώρας.
Καμιά ανάσταση δεν κάναμε
καμιά αντίσταση
καμιά πράξη
μόνο κουρνιάσαμε
Απελπισμένοι μες στα ρούχα μας
που μας στένευαν στον έρωτα
σιγομουγκρίζαμε με μύτες υγρές
που πάγωναν στην ψύχρα.
Θα φύγεις για τους ουρανούς
θα φύγεις με φως
σαν να μην είχες σώμα
κι ας ονειρευόσουνα το σκοτεινό καμαράκι
του φωτογράφου.
Πας στο χειμώνα των αηδονιών
και με τα δάχτυλα σε στρώνω
σκιά στο δρόμο με τους ευκάλυπτους.
Σε ακουμπώ ολόκληρη
ολόκληρο
και παλεύω να πειστώ για το θάνατό σου
––για τον δικό μου
είναι ακόμα πολύ δύσκολο––
έτσι όπως το απόβραδο
σκουραίνει το κίτρινο
βαραίνει η κρυφή μυρωδιά
κι είναι το άνθος στίγμα μόνο.
Το τσάγαλο θα γίνει αμύγδαλο
το πάθος πίστη
με τον καιρό…
Πίστη καθίζει μέσα μου
με μικρά τινάγματα λατρεύω
ό,τι υπάρχει
κι ό,τι ποτέ δε δύναται.
Τι θεία διαδικασία
η φλεγόμενη βάτος!
καίγεται πάντα
σε τοπίο παρόμοιο με το δέρμα μου
κάτι ανάμεσα στο έρημο κίτρινο
και το βουβό καφέ της ευφορίας.
Πάσχω τότε και συμπάσχω
τον κόσμο
αποκαλύπτεται ξαφνικά η αλήθεια
στα λόγια των πεθαμένων
πιέζω τον αφαλό
και προχωρώ το άδειο.
Με τον έρωτα μαθαίνω
Τι βάρος θα σηκώνεις εσύ πάντα
––θεός ή επισκέπτης;––
μεταλαβαίνω το σώμα σου
το νερωμένο αίμα
γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα
θρησκεύομαι τη γοητεία
Το σχήμα των δοντιών σου
στο παλιό μας μήλο.
Είναι ένα βαθούλωμα
που μύρισε λιβάνι,
ό,τι είσαι διαιωνίζεται
ό,τι εγώ σταματάει εδώ
κι έμεινα χνάρι μοναδικό
στις θεϊκές επαναλήψεις.

*Μαγδαληνή, Το Μεγάλο Θηλαστικό (1974)

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.kalliopex.com/feature-poet-katerina-anghelaki-rooke/

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Leonora Carrington (1917-2011), The Messenger, from The Dybbuk Series, lithograph (1974)

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών,
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.

ΚΟΡΥΒΑΝΤΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Photo: John Cannon

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά
περνούν από το χέρι του πολλά.
Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα ̇ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

Manolis, Διαίσθηση/ Sence of movement

Διαισθάνομαι την κίνηση του αγέρα
προς της ζωής την άλλη μεριά
εκεί που η ελαφρότητα επισκοπεί
συναίσθημα απόλυτης μοναξιάς
κάτω απ’ το υπόβαθρο
που δισεκατομύρια τρέχουν
σαν σκόρπιες σκέψεις
τυχαίες συγγένειες και ρίζες
που τους οδηγούν
σ’ όνειρα που τείνουν
προς τ’ απρόσιτο
σταμάτα τις βαθειές σκέψεις
κι απόλαυσε το ηλιοβασίλεμα
η φωνή απ’ το πάνω στρώμα
απαλύνει την υπαρξιακή μου έρευνα.

SENSE OF MOVEMENT

I sense the movement of air
on the other side of being
where lightness reigns
there where I suddenly discover
my emotion of utter loneliness
down on the inferior stratum
where billions run around
like scattered thoughts
random lineages and uncovered
roots that guide them
to dreams of reaching
the unreachable
stop your deep thoughts
and enjoy the sunset
the voice from the above stratum
soothes my existential search

*Από τη συλλογή “Red in Black”, Ekstasis Editions, 2019.

Peter Dent, Between / Ανάμεσα

What is it
loses me
(this thin
high cloud)
and takes my eyes
split seconds
nothing more
(that drift
and turn to ice)
when I’d be
lost to you?

ΑΝΑΜΕΣΑ

Τι είναι αυτό
που με χάνει
(αυτό το λεπτό
σύννεφο εκεί ψηλά)
και παίρνει τα μάτια μου
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τίποτα περισσότερο
(που παρασύρονται
και γίνονται πάγος)
όταν θα μπορούσα
να χανόμουν για σένα;

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ντίνος Σιώτης,  Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη
γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια
άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες
να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο
κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση