Γρηγόριος Σακαλής, Χαραυγή

Μελαγχολικές
δεν είναι μονάχα οι Κυριακές
είναι κάθε μέρα
που είναι γεμάτη σύννεφα
κι ο ήλιος έχει χαθεί
απ΄ τη ζωή των ανθρώπων
μελαγχολικές είναι οι μέρες
που βρέχει απελπισία
και η ελπίδα έχει κρυφτεί
τόσο τέλεια
που λες και δεν υπάρχει
είναι βαριές οι μέρες
του καιρού μας
σαν να συνωμότησαν οι μοίρες
και η τύχη
χθόνιες δυνάμεις επικράτησαν
πάνω στις πολιτείες
αγγελικοί δαίμονες
τα σώματά μας λύγισαν
οι ψυχές μας πληγώθηκαν
κι όλοι μας περιμένουμε
μια νέα χαραυγή
μα δεν θα ΄ρθει μόνη της.

For Immediate Release by Colin Dardis

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

For immediate release(blackout poem based on

https://www.whitehouse.gov/the-press-office/2017/05/09/statement-press-secretary-1)

..

Colin Dardis is a poet, editor and freelance arts facilitator from Northern Ireland.  He co-runs Poetry NI, and is editor for Lagan Online. One of Eyewear Publishing’s Best New British and Irish Poets 2016, a collection with Eyewear, ‘the x of y’, is forthcoming in 2018. His work has been widely published throughout Ireland, UK and USA.
——————————————————————-
www.colindardispoet.co.uk
www.poetryni.com

View original post

No 114 (βιολογικές εικόνες )

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Το
οικοδομικό τετράγωνο της
φαντασίας,
μια σταγόνα ψυχής
και ο φακός να διαθλά τον αρχιτέκτονα.
Γλίστρησα στο υλικό
αρχείου,
μια βιντεοκλήση
και τα
κρεμασμένα μάτια μου,
να σιωπούν στο κενό εκεί που αλλάζει γεύση το φως
και
γίνεται ασήμαντος
θάνατος.

~
Το φαλαινοθηρικό μου,
όπου είμαι,
είμαι και εχθρός μου,
η ευτυχία αλλιώςστο αμπάρι της
πόλης,
μια άδικη δίκη σε κάθε γουλιά:
να,
η ζωή μετά;
ως έρωτας ανεκπλήρωτος.
~
(alexmil)

View original post

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Το τραγούδι των εξορίστων

Το κοράκι κούρνιασε αθόρυβα στις ασβεστωμένες στέγες,
ούτε καν θα μας γνωρίσει σαν επιστρέφουμε
ο ανεμοστρόβιλος θα μας πάρει μακριά απ’ την αυλή
και κανείς δεν θα το ξέρει.

Σε ποιον θ’ ανοίξουμε τις καρδιές μας
όταν η μητέρα που κοιμάται από καιρό δεν ανοίγει τα μάτια της,
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;

Άδεια χέρια, δακρυσμένα μάτια, αυτή ’ναι η ανταμοιβή της ζωής μας
χάσαμε το παιχνίδι
κι ας κυριεύσαμε τον κόσμο ολόκληρο.
Με τη λιακάδα στα μέλη μας διασχίσαμε αποστάσεις πέρα μακριά
η ημέρα έφυγε και η νύχτα φθάνει
τρομάξαμε σαν το παιδί που τρομάζει απ’ τη θύελλα έξω
δεν θέλουμε να μείνουμε καθόλου πια εδώ σ’ αυτή τη φυλακή.
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;

Οι δρόμοι που μας δίδαξαν πώς να περπατάμε τέλειωσαν.
Τα ποτάμια που μας έδειξαν πώς να ξεχυνόμαστε ξεράθηκαν.
Πού να κρύβονται μες στο παιχνίδι των αναμνήσεων
αυτά που πάντοτε ήταν μαζί μας μες στις σκέψεις μας;
Κανείς δεν έριξε ένα βλέμμα σε μας τους περιπλανώμενους τροβαδούρους.
Κανείς δεν πρόσφερε μια μπουκιά στις πεινασμένες μας ψυχές.
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;

*Από τη συλλογή «Song of the exiles»

Δεν λες ότι κάποιος χάθηκε, αν επιστρέφει στο σπίτι κατά το σούρουπο, έστω κι αν είχε χάσει τον δρόμο ίου τις πρωινές ώρες της ημέρας. (Ρητό των Πανιζάμπι)

**Από το βιβλίο “Φόρεσέ με”, σε επιλογή και μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη, εκδόσεις Μανδραγόρας, Δεκέμβρης 2014.

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


View original post

No 113 (όλα αρχίζουν με τέλος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

αντηχώ
στο κέντρο της πέτρας
μου,
έπεσα,
στο πλήκτρο μιας περαστικής,
στο
λιβάδι
του δακτύλου
μου,
ψεύτικος άνεμος στη γλώσσα
και το υγρό στο τρία να πέρνει το χρώμα του αληθινού,
σκέπτομαι τσόντες από πείρα
και
ιδρώνω
στη φαντασία,
τραβώ τη ψυχή από τα μάτια μου
να μη βλέπω
τη μνήμη,
τότε,
ηδονίζομαι με το πένθος της σιωπής:
~
ο έρωτας
και ο θάνατος μαζί,
στα χέρια
της.
~
(alexmil)

View original post

Manolis Anagnostakis-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

ah, Lavrentis, only I knew what a…

View original post 77 more words

Η πληγωμένη Άνοιξη.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7354

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της

οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους

και η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρύφαλα

συνάζει στάλα στάλα το αίμα

από όλες τις σημαίες που πονέσανε

από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν

για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος

μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα’ ρχεται ένα σύννεφο

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ‘ρχεται ένα ξίφος

το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρύφαλα

το ξίφος θα θερίζει το κορμί της.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

View original post

Στέλιος Ροΐδης, Σφήκα

Έχει απομείνει τίποτα τώρα
Από την παλιά ησυχία;
Από την καινούργια όμως θα μείνει;
Μπορούμε να συνυπάρξουμε
Με το ύφος της παμπάλαιας σκευωρίας
Και να το κάνουμε τόσο καλά
ώσπου να φανεί ότι πιο άσχημο
Και ότι πιο οριστικό ίσως
Σε κανέναν
Σε κανέναν
Τα γουρούνια γεμίζουν κρέας και αντισηπτικό στο
κρέας
Κρέας και αέρας φυσάει
Τώρα
Χρόνια του αύριο
Οι ήχοι είναι σφηκοφωλιές
Οι άνθρωποι βγάζουν
Τα χέρια από το κάδρο
Το πάνε πιο πέρα
Σε έναν κινηματογράφο προπολεμικό
Τα παιδιά τον γκρεμίζουν λίγο-λίγο
Με τα ίδια τους τα χέρια
Μέσα από το φιλμ
Κάποιος προσέχει τι κάνουν τα παιδιά
Οι φωνές του δεν ακούγονται στο πλατό όμως
Βγαίνουμε από το φιλμ και τον τραβάμε από μακριά
Το κάδρο μεταφέρεται μακριά και στα χέρια
Δίχως να έχει τι να κάνει
Ακολουθεί μέσα στη σκόνη ο σταρ
Στα τροχόσπιτα βρώμικα πιάτα
Όλα είναι κάπου, ακόμα ακίνητα
Το διάλυμα στερεοποιείται αργά
Θα χρειαστούν κινήματα
Από το στόμα στην ψυχή
Έμπειρα
Κίνητρα
Ο βυθός χτίζεται όλο και πιο βαθιά
Στυγνή επιφάνεια
Κάποια μέρα θα προχωρήσει ο Χριστός
Εξέδρες στο
Βυθό
Πετάμε το ποίημα αυτό
Από τα χέρια Λέξη την λέξη
Σφυρίζοντας ότι κάποτε είχε νόημα
Την πράξη του,
Όχι την πρακτική του.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, εκδόσεις Straw Dogs, 2016.

Νο 112 περιπλανήσεις

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Οι βράχοι,
αλλάζουν σε σκιές,
τότε,
αφήνω λέξεις ως φόρο τιμής.
Μετά,
με τα φτερά του
σκοταδιού,
αρχίζω να μετρώ τη σιωπή,
πετώ,
κι έχω στα χέρια μου τη γύρη των  ψυχών.
~
(αργά,
έσκυψε στο βιβλίο του χρόνου,
να μπορεί να δει αν τον υποδέχεται κάποιος,
επί της ουσίας,
όλα είναι ένας λάθος είπε,
δεν τον άκουγε
κανείς)
~
(alexmil)

View original post