Category Archives: Uncategorized
Res Communis Omnium (ένα ποίημα για τον Thomas Müntzer)
Stolberg, 1489 – Mühlhausen, 27 maggio 1525
“Omnia sunt communia, ‘All property should be held in common’ and should be distributed to each
according to his needs, as the occasion required. Any prince, count, or lord who did not want to do
this, after first being warned about it, should be beheaded or hanged.”
του Lucifugo, a diavolo in corpo
I
Με την οργή και τη στοργή στα χείλη
ξεχειλίζει απ’ τα σπλάχνα
η ανάγκη της ζωής
απ’ το φυλάκιο της αλύτρωτης προσμονής
να εξέλθει
πανώλεθρη ξεσηκώνεται
εμπρός των Νόμων και των Δικαίων
που με το νεκρό γράμμα τους
την ακρωτηριάζουν
για να την καταστήσουν λειψή
και κατόπιν εξευτελισμένη να τη σούρουν
πάνω στα μέτρα και τα σταθμά τους
μέσα στο διάβα των αιώνων της κυριαρχίας του ανθρώπου
πάνω στον άνθρωπο και στη φύση
η ζωή εμφυσά αντίρροπη πνοή εντός και εναντίων
όλων των δεσποτικών πολιτισμών επί…
View original post 1,019 more words
Θόρυβος | Πάνος Παπαπαναγιώτου

με θόρυβο ανοίγουν τα μάτια
και κλείνουν οι πόρτες
-δεν σ’ ακούω, μου μιλάς, δεν ακούω-
ένας έπαινος για φίλους
αλλά η δόξα στους εχθρούς
και από λέξεις – μην τα συζητάς
μπλέξαμε και πώς ν’ αναστηθούμε
-πιο δυνατά, αν θες, πιο καθαρά-
View original post 43 more words
έναστρη νύχτα
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Εκεί θα στεκόταν και θα άκουγε
φρέσκια τη θαλασσα,
και τις τράτες τα μεσάνυχτα
πως κολυμπάνε,
ευθύγραμμοι αστερισμοί/
να που συνηθίζετε:
στις ποταμίσιες πέτρες
μια γόπα
των εαρινών φρουρών
να διαρκεί περισσότερο,
κι απ’ τον κίτρινο ήλιο
κι από την πιο μικρή μέρα
του Βίνσεντ στην Άρλ,
αν και για κείνον το φως είχε παγώσει νωρίς,
πριν τον βρει μεσημέρι,
ή με κομμένο αυτί
ή με την άδεια καρέκλα/
όσο πλέον έζησε ήταν μέσα σε κείνον τον ζεστό και κίτρινο πάγο/
αν έβλεπε,
το βαρύ στήθος της Νικολίτσας πώς διάβαζε τη ζωή,
κρατώντας σταυρωτά το βιβλίο,
ή τον δικό μας
παγωμένο,
προγονικό θάνατο/
μόνο αυτός θα καταλάβαινε
πώς είναι να ζει
μια ρώγα σαν άστρο/
εικόνα: Vincent van Gogh – λάδι σε καμβά –
Ηλιοβασίλεμα: σταροχώραφο κοντά στην Άρλ, Ιούνιος 1888
Kunstmuseum Winterthur
Winterthur,
Ελβετία
Καλωσόρισμα στον αδελφό κι αποχαιρετισμός
Η ιστορία αδειάζει από τις ακατάπαυστες ανούσιες ενδελεχείς σημειώσεις
καθενός μας το απαραίτητο άλλοτε
πορτραίτο της μαρτυρίας ολόκληρου του κόσμου
δραπετεύει από τα αιώνια χαρακτηριστικά
ενός τόπου ερωτικά πανηγυρικού
που μας δίδαξε φωνές και λέξεις και τα ποιήματα
είναι άπαντα η τιμωρία η σκληρή η αδυσώπητη
κάθε ενός ανθρώπου το σχολαστικό έγκλημα
περισσότερο από κάθε άλλου εδώ
στην στιγμή της ανάτασης
στο λυγμικό φιλί δίπλα στα σύνορα που διαδραματίζονται
μεταξύ πληθυντικού κι ενικού
ένα ανάγνωσμα ολοκληρωτικά παρένθετο εκλιπαρεί
για μια ακόμα περιστροφή γύρω απ’ τον άξονα
των επιφανειών απ’ όπου και μελωδεί
ο μοναδικός λογισμός
του αέρα της θάλασσας η γη καθώς φωτίζει
τον χρόνο που γέννησα και γεννήθηκα
ένα δροσερό πρωινό στην αγκαλιά καθενός σας
γελαστός κι όμορφος δίχως ευχή και δίχως πόνο.
Αντώνης Φωστιέρης, Η απάτη της ταπεινότητας
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Η απάτη της ταπεινότητας
Ο διάβολος διδάχτηκε
Ένα παιχνίδι απατηλό
– Του ταπεινού –
Λέει πως είν’ το τίποτα
– Μια τρύπα –
Μεταμορφώνεται σε πύρινο Μηδέν
Μουνούχος φύλακας στο στόμιο
της γυναίκας.
Ο έρωτας περνάει από
τη σήραγγα
Κάτι φοβάται
Είναι σκοτάδι πάει ψηλαφητά
Ο διάβολος μετράει τα χτυπήματα
Γελάει και βουίζουν τα τοιχώματα
Το γέλιο μοιάζει μουγκρητό
Καθώς φοράει πορφύρα από κραυγές
Μπαίνοντας βγαίνοντας
να φέρει
τα χρειώδη.
Στο τέλος γίνεται Εγώ,
Πετάει μικρά φτερά
Κουρνιάζει κάπου χαμηλά
Και κλαίει.
Στο τέλος γίνεται Αυτός,
Σπάζει τις μήτρες του ορατού
Θυμάται τη χαρά
της δύναμης
Φουσκώνει, υψώνεται
Χειροκροτεί με σιδερένια δάχτυλα
Ουρλιάζει.
Από τη συλλογή Ο διάβολος τραγούδησε σωστά (1981) του Αντώνη Φωστιέρη
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή
Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι
Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πώς δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δε γίνεται, πια δεν μπορεί
να τις εγκρίνεις
Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια
δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους/
όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα
ανεβαίνοντας,
τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων,
κι από τη σκόνη τους
να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα/
ούτε που μετράω πια,
πόσες αρχές της φυσικής παραβιάζονται/
κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
Νίκο Αργυράκη, χημικό,
ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
χαϊδεύοντας απο κάτω, το ευγενικό χαμόγελο,
έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
κι εγώ έκανα πώς δεν έβλεπα, πλάτη τον πατέρα μου,
που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο/
σαν γύριζε,
έβλεπα του έλειπαν από μπροστά δύο νεογιλά,
κι οι τιράντες του χιάζονταν
σαν χελιδονοουρές,
κι ο Νίκος μου λεγε:
“- εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση”,
κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή,
και τα κίτρινα δάχτυλά του,
τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.
“-εσύ ήσουν πάντα ποιητής.
όμως εμείς σου λέω,
View original post 32 more words
Γιώργος Βέης, Ας στεφανώσουμε με θάρρος κι αυτή τη νύχτα
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Ας στεφανώσουμε με θάρρος κι αυτή τη νύχτα
[Ενότητα Αποσπάσματα καθρέφτη]
Ξοδεύοντας απ’ την αρχή δύναμη και χάρη
Ας στεφανώσουμε με θάρρος κι αυτή τη νύχτα
Σ’ ένα γύρισμα του δρόμου να ξεχάσουμε
Να σβήσουμε ό,τι γράψαμε, αριθμούς και λέξεις.
Μιας παρ’ ολίγον φύσης – πριν έλθει η τυφλή δύναμη
Του μέσα κόσμου, η άλλη τύχη, να μας τελειώσει
Τώρα που είμαστε έτοιμοι να δώσουμε ακόμα
Και τη ζωή μας για να γίνουμε πάλι
Ένα ήσυχο βράδυ στην εξοχή το καλοκαίρι
Οριστική εγκατάλειψη μέσα στη δροσιά
Στην αίγλη σωμάτων που δεν ξέρουν να λένε όχι
Ξοδεύοντας όλη τη δύναμη κι όλη τη χάρη
Στην άκρη του νου θα μάθουμε τ’ αληθινά φιλιά
Στην ευστομία της νύχτας, επιτέλους αθώοι.
κι αποτεφρώνονται.
Από τη συλλογή Υστερόγραφα γης (2004) του Γιώργου Βέη
2 ποιήματα | Κατερίνα Σικλαφίδου

Γειτονιά
Πίνω καφέ στο μπαλκόνι που έπλυνα χθες
για να προλάβω την μέρα.
Μέτρησα τους πόνους του κορμιού απ’ τη δουλειά
μα έχασα την μυρωδιά της ανάσας μου.
Πεζό το τοπίο της γειτονιά μου,
άμετρη η ζωή μου χωρίς συγκινήσεις.
Δεν θα κοιμηθώ απόψε.
Οι σκέψεις μου, χαράζουν το χαρτί
κι αυτό πονά την πληγή στο δάχτυλο.
Τα λουλούδια δεν άνθισαν στις γλάστρες
και το γιασεμί μαράθηκε στην γωνιά του.
Ένα τσιγάρο ανάβω και γλύφω την αλμύρα των δακρύων.
View original post 258 more words