Fernando Pessoa, Every word said is the voice of a dead

Every word dictated is the voice of a dead man.
Perished those who didn’t see themselves;
Who in the voice, not in himself, has lived absorbed.
If being a man is little, and big only
To give voice to the value of our feathers
And what’s in our dreams stays in us
From the universe created for us;
If it’s greater to be a God, just sayin
With life what the Man with his voice:
Greater is still to be like Destiny
Who has the silence for your anthem
And whose face never showed up.

  1. IX. 1918.

*The poem discovered in 2016 and it was unpublished.

Στρατής Πασχάλης, Ηellas!

Vesna Krasnec, The City

Στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Κάτω από σχάρες υπονόμων

υπάρχει μια Ελλάδα. Δεν την ξέρει κανείς.
Μουγκό χωριό καταχωνιασμένο

με κλειδωμένα σπίτια

γεμάτα πανσέληνο και μαρασμό.

Τα σύννεφα περνούν ιπτάμενα βαμβακερά παπλώματα
κατάστικτα από λεκέδες κοράκων.

Τα δέντρα κι οι θάμνοι πράσινο σαρκοβόρο.

Οι πέτρες καρκινώματα.

Η θάλασσα δεν είναι από λουλάκι.

Παχύρρευστη μπογιά βρώμικη σαπουνάδα.
Άνθρωπος πουθενά.

Μόνο τρικλίσματα μεθυσμένων σκιών
μπανιέρες ανάποδες με σβησμένα καντήλια
και ρόδα πλαστικά

οθόνες τηλεόρασης να παίζουν μόνες
αναμεταδίδοντας παραλειπόμενα

για τους έρωτες των Θεών.
Η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ.

Ακόμα χειρότερη σαν ανοίξει ο καιρός.

Ξεπροβάλλουν πρησμένες Αναδυόμενες.

Ανθίζουν χρώματα φαρμακερά.

Νυχτέρια ποντικών που δεν αντέχουν τον καύσωνα

κι ακροβατούν στα κόκαλα της κληματαριάς.

Ο ήλιος πύρινος Νέρωνας.

Η μέρα σκουριασμένη μυρίζει αποσμητικό.

Στις καμπίνες της αργοσβήνουν τρυπημένα κορμιά εφήβων.
Στις αντένες της ανεμίζουν ανόητες σημαιούλες.

Στην κουπαστή μωρά παιδιά παίζουνε τους φονιάδες
βωμολοχώντας. Το πέλαγος φωτίζεται και σκοτεινιάζει

σε βαρετή εναλλαγή. Στον ορίζοντα χάσκει ένα μηδέν.
Για όλο αυτό τον μολυσματικό Άδη
κανείς δεν ανησυχεί.

Τον συγκαλύπτουν αρμόδιοι.
Βρίσκονται έξω απ’ τον υπόνομο.
Σ’ ορόφους γυάλινου κτιρίου

που φέρει την επιγραφή HELLAS.
Γεωμετρία κυκλαδική.
Μακεδονίτικα τα σαλόνια.

Τα αίθριά του μινωικά.

Το υπερώο βυζαντινίζει.

Γύρω του οι κάμποι του Μοριά,
τα φοινικόδεντρα του νότου,
αρχαία ερείπια με γκαζόν,
νεοκλασικά παρεκκλήσια.

Στο κέντρο του Κήπου
ξερνάνε άνοστο νερό
λιοντάρια της Δήλου.
Εκεί κατοικοεδρεύουν

χιλιάδες ανδρείκελα

με λαϊκές ενδυμασίες

ή ρούχα περιοδικών.

Κάθε τόσο από μεγάφωνα οι φράσεις

«ανήκομεν εις την Δύσιν» «εδώ αρχίζει η Ανατολή».

Ο ουρανός μπλε ελεκτρίκ κι η εποχή πάντα ίδια.
Τον υπόνομο τον απολυμαίνουν σπανίως.

Τότε ξεπροβάλλουν μέσα απ’ τις σχάρες του
άγγελοι- πεταλούδες.

Πετούν γύρω απ’ το γυάλινο κτίριο.

Όλοι βγαίνουν στα τζάμια να τις δουν.
Φτερουγίζουν για λίγο και μετά συνεχίζουν.
Κανείς δεν ξέρει για πού.

Angela Costi, Kinaesthetic Grace

H ωδή της ομογενούς ποιήτριας Angela Costi (Αγγελική Κωστή) στις γυναίκες που μετανάστευσαν από ένα χωριό της Κύπρου και εργάστηκαν σε εργοστάσιο ραπτικής του Thomastown, αναδεικνύεται με ήχο και εικόνα στη σελίδα του Δήμου Μελβούρνης.

Το ποίημα που επιλέχθηκε έχει τίτλο “Kinaesthetic Grace” και συμπεριλαμβάνεται στη νέα ποιητική συλλογή της Angela Costi “An Embroidery of Old Maps and New” (εκδόσεις Spinifex).

Πρόκειται για ένα από τα τρία βιντεο-ποιήματα που ολοκλήρωσε η κυπριακής καταγωγής Αυστραλή ποιήτρια, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Faezeh Alavi, και το μουσικό συγκρότημα “Vardos”, ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων στήριξης των τεχνών εν μέσω πανδημίας.

Τα τρία αυτά ποιήματα που απαγγέλει η Angela Costi, αναδεικνύουν την ελληνοκυπριακή της κληρονομιά, τη δεξιοτεχνία της γιαγιάς της Μαρούλλας στην ύφανση της δαντέλας, το σκληρό μεροκάματο της μητέρας της στο εργοστάσιο ραπτικής, αλλά και το σουρρεαλιστικό κόσμο της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» εν μέσω πανδημίας.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΞΟΒΕΡΓΑ

Παιδί του αγρού,
της πόλης,
του γιαλού.
Εσύ, που λίγο πριν φύγεις
πήρες το βιός του γέροντα
και μυστικά της γερόντισσας ήπιες το φιλί.
Κάτω από ξένους ουρανούς
πριν βυθιστείς στην εγκόσμια λήθη,
κοίτα καλά το βιός τους.
Ένα χλωρό χαλί από χλωμά κυκλάμινα.

ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Ο αφορισμός πάντα ενθουσίαζε τους γραφιάδες
γι’ αυτό και εγώ περιμένω,
προσμένω να σ’ αγαπήσω
όταν του έρωτα η δύναμη μετριαστεί.
Όσο ακόμα είμαι νέος,
o παραλογισμός αυτοσχεδιάζει
και ενώ το μήνυμα ήταν πάντα
βλαστάρι έξω από μνήμα
ολόγιομο σπαθί,
τετράφυλλη μαργαρίτα η προσέγγιση

η ανθρωπιά
η υπέρβαση
η σκοτωμένη ηθική
η εποχή μου

Α! η εποχή μου
να λούζεται στο τίποτα
έξω από ανάγκη ευτυχισμένη
η αγάπη,
το καλύτερο απ’ όλα θέμα
εκμετάλλευσης
τέχνης,
γραφής
και λίγο παρακάτω
στο νεκρωμένο σώμα της μαγείας
δέντρο μοναχό και μαραμένο -εσύ-

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/10/20/lukia-plyta-5-poiimata/?fbclid=IwAR1_hlWE828EPKSunFW81INssulw62PQf-UhsoWTLkd-6Yvirl2jOwu9GkM

Τάσος Γκόγκος, Τρία άτιτλα ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Σας είδα
αγοράζατε τις κυριακές
και αφήσατε πάνω μου
το βάρος μιας προσωρινής γλώσσας
Σαούλ όχι Παύλος
με ψεύτικες βλεφαρίδες, κροσέ και ρεβυθάλευρο
Η σπουδή μου
λειαίνει τη σκληρότητα της γης
με κρεμαστές φτέρες και αστρόφυτα
τρέχουν τα πληκτρολόγια
σ’ ένα βαρύ τσιμεντέρνιο ακρωτήρι
μέχρι το αύριο.

ΑΤΙΤΛΟ

Τρέχουμε πιο γρήγορα
με τα παλιά μας κράνη φορεμένα
από τις μηχανές που επιμένουν σ αυτό τον κόσμο

ΑΤΙΤΛΟ

Ζεσταίνω τη σάλτσα στην κατσαρόλα
και σκέφτομαι
τις αλυκές του αυγούστου
τους οργανωτικούς ηδονιστές
με εφεδρείες και ανάπαυση
καρφώθηκαν ναυτικές τα χρέη
βιοπορισμός – πλούτος – ενδοχώρα

*Από την ποιητική συλλογή «Δρομολόγια».

Miltos Sachtouris, Maria

Maria in thought takes off her nylons.
Voices of other people
came out of her body:
of a soldier who spoke like a bird
of a sick man who had died in the pain of sheep
and the cry of Maria’s little niece
to be born these days.

Maria cried, cried
now Maria laughed
she spread her arms, evening time
she stayed with her legs open

Then Maria’s eyes darkened
dark, black, blurred

The radio was loud
Maria cried
Maria cried
the radio was loud

Then Maria
opened her arms slowly
started flying
around the room.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Neo-Hellene Poets – An Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018”, Libros Libertad Publishing, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Μανώλη Αλυγιζάκη.

**Το πρωτότυπο στα ελληνικά έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.me/2012/10/20/%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1/

ένα έτσι, sad

Με τόσο κρύο ήλιο και με τόση ιστορία στην κωλότσεπη.
Με τόσα χιλιόμετρα μακριά από την ζωή μου.
Με τόσες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα.
Με τόσους αγαπημένους φίλους να το επιβεβαιώνουν.
Με τόσους νόμους στην αναπνοή μου.
Με τόσους μπάτσους στο μαξιλάρι μου.
Με τόσες στατιστικές να μακιγιάρουν τον θάνατο.
Με τόση υπερκομψότητα η αυτού εξοχότης.
Με τόσο γέλιο θλιβερό κι αγχωμένο.
Με τόσα εργαλεία να σκάβουμε το νερό.
Με τόσο νόημα να διαφεύγει των ποιητών μας.
Με τόσο νόημα να περνάμε τα βράδυα μονάχοι.
Με τόση θέληση να παραμένουμε τυφλοί.
Με τόσα βιβλία σε μια εξωγήινη γλώσσα.
Με τόσα αντίο σε ότι έχει επιζήσει του προσώπου.
Με τόσα δάκρυα στο τελευταίο ποτηράκι.
Με τόση αγάπη να σαπίζει στο ενδιάμεσο δύο κραυγών.
Με τόσες γυναίκες δολοφονημένες.
Με τόση θάλασσα για τόσες ψυχές.
Με τόση ησυχία η τελευταία λάμπα της νύχτας.
Με τόσες προβολές η αποκάλυψη της μοναξιάς μας.
Με τόσα νέα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τα παλιά.
Με τόσα τραγούδια χωρίς κορμί.
Με τόσα παιδιά που δεν καταδέχονται ούτε να με φτύσουν.
Με τόση κέτσαπ στα μακαρόνια μας.
Με τόσο αέρα στις προσευχές μας.
Με τόσα δέντρα στο πορτοφόλι μας.
Με τόσο αίμα στα ρουχαλάκια του μωρού.
Με τόσα χαμένα γκολ να πανηγυρίζουμε.
Με τόσους μάρτυρες σταυρωμένους στην πλατεία.
Με τόσα και τόσα και τόσα και άλλα πολλά
είμαι στα αλήθεια, αληθινά τόσο μα τόσο μα τόσο λυπημένος.

*Το ποίημα και η φωτογραφια της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/01/23/sad/

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ

Αμυδρό μειδίαμα
στο μισόφωτο
χαράζει γλυκά
το κέλυφος της νύχτας
στο τέλειο σχήμα
του αυγού της ζωής

αχνά τα χρώματα
και η φωνή
νότα χαμηλή
της πρώτης αχτίδας·
αργόσυρτο
ξεμούδιασμα πρωινού.

Ας περιμένουν λίγο
η εγερτήρια σάλπιγγα
και τ’ άλογα
ανυπόμονα στον στάβλο
με τα καινούργια πέταλα
και τη χαίτη χτενισμένη.

Αποζητά τις στιγμές της
η γέννηση
πριν τον αγώνα.

ΤΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Στους μοντέρνους καιρούς
ακόμη και στον πόλεμο
τα πρότυπα αλλάζουν.

Πράξεις ηρωικές
μάταια επιζητούν δικαίωση
εντός πεδίου μάχης φονικού.

Κι αυτή η πολύβουη πόλη
σιωπά
μπροστά στο ακήρυχτο άγνωστο.

ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΥ

Ένας κόσμος απέριττος
απόμακρος των αισθήσεων
το κύτταρο της ζωής.
Μορφές πρωτόπλαστες, σεμνές·
πειθαρχημένες χορογραφίες.

Στην κορυφή της δημιουργίας
πρόσωπα ματαιόδοξα
με κίνηση επιδεικτική
λικνίζονται
στον μικρόκοσμό τους.

*Από τη συλλογή “Το κοσμικό αυγό”, εκδόσεις “Στοχαστής”, 2021.

George Mouratidis, Corner of main and high again

On lonely poet corners of low lying leaves and moistprophet eyes.
— Bob Kaufman, “On”

when the delicate accidents of this town rise from the ground like steam
with each breath
in, and fall back down
with each breath out, as each footstep kisses the concrete
my life
sheds its ugliness — it flares and unfolds like a sun as I walk into it, and it swims around me
as an ocean swims around a fish
almost half my life had to pass for me to see
I am no more or less than a note in this song I know I will never hear sung the same way twice,
listen to with eyes upcast
to a streaming dusk sky,
and keep the beat with my footsteps and the click of
a child’s fingers weaving the clouds and smokestack billows
into a cloak
of invisibility,
but he sees me, and did so long ago…
come on, you are nowhere near
the misfit or the monster
that you used to think
you were here,
just another lump of carbon that radiates impatiendy
as though it’s already a diamond and pulsates brighdy
under the cloudy waters’ weight like an anemone
which is
the star that you see
in the heart of every apple
whenever you cut it
the other way

*From the collection “Angel Frankestein”, Soul Bay Press, 2018.