Σκηνοθέτης αισθάνομαι της αγωνίας μου πρωταγωνιστής στο μονόπρακτο του άγχους. Αλλά ποιος να ‘ναι άραγε ο θεατρικός συγγραφέας; Ποιος να έγραψε το έργο τούτο με τις τόσες κουτσουρεμένες πράξεις ποιος να ‘ναι κρυμμένος πίσω απ΄ την αυλαία αυτή που κι ο ίδιος δε θα δει ποτέ στο τέλος να πέφτει;
Όμως τα ΄χε όλα φανταστεί ο φανταστικός συγγραφέας ως και τη στιγμή που αρχίζουν να χαμηλώνουνε τα φώτα της ψυχής ν’ αδειάζει η σκηνή που τώρα μοιάζει μ’ άγραφη σελίδα.
*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010.
Quand le temps n’est qu’une mesure Et que l’espace est sans mesure Il nous faut aller plus loin Voir un horizon qui ne soit pas celui de nos ancêtres. Sinon l’avenir se dérobe Et il reste telle une promesse hors d’atteinte Ce monde meilleur qui nous enfonce Dans un cauchemar sans fin.
Όταν ο χρόνος δεν είναι παρά ένα μέτρο Και όταν ο χώρος είναι χωρίς μέτρο Πρέπει να πάμε πιο μκριά Να δούμε έναν ορίζοντα που δεν είναι αυτός των προγόνων μας. Διαφορετικά το μέλλον απομακρύνεται Και παραμένει σαν μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση Αυτός ο καλύτερος κόσμος που μας βυθίζει Σε έναν εφιάλτη χωρίς τέλος.
*
Tout brûle, Hier est en cendres, Demain est en ruines, Nous jouons avec le feu.
C’est le grand incendie, Qui enflamme nos vies, Et la poussière Retourne à la poussière.
Όλα καίγονται, Το χθες είναι στάχτες, Το αύριο είναι ερείπια, Παίζουμε με τη φωτιά.
Eίναι η μεγάλη πυρκαγιά, Που λαμπαδιάζει τις ζωές μας Και η σκόνη Επιστρέφει στη σκόνη.
*
Encore un jour Confiné Où rugissant L’esprit s’évade.
La poésie Est ce que j’ai à vivre Aujourd’hui De plus sauvage.
Ακόμη μια μέρα Έγκλειστος όπου βρυχώμενο Το πνεύμα δραπετεύει.
Η ποίηση Είναι αυτό που πρέπει να ζήσω Σήμερα Όσο πιο άγρια.
*
En poésie J’ai des hauts Et j’ai des bas J’habite des vertiges.
Et puis un feu en moi Verse des larmes Quand la nuit se tait Les silences de la lumière.
Στην ποίηση Έχω τα πάνω Και έχω τα κάτω Ζω ιλίγγους.
Και μετά μια φωτιά μέσα μου Ρίχνει δάκρυα Όταν η νύχτα είναι σιωπηλή Οι σιωπές του φωτός.
Every word dictated is the voice of a dead man. Perished those who didn’t see themselves; Who in the voice, not in himself, has lived absorbed. If being a man is little, and big only To give voice to the value of our feathers And what’s in our dreams stays in us From the universe created for us; If it’s greater to be a God, just sayin With life what the Man with his voice: Greater is still to be like Destiny Who has the silence for your anthem And whose face never showed up.
IX. 1918.
*The poem discovered in 2016 and it was unpublished.
H ωδή της ομογενούς ποιήτριας Angela Costi (Αγγελική Κωστή) στις γυναίκες που μετανάστευσαν από ένα χωριό της Κύπρου και εργάστηκαν σε εργοστάσιο ραπτικής του Thomastown, αναδεικνύεται με ήχο και εικόνα στη σελίδα του Δήμου Μελβούρνης.
Το ποίημα που επιλέχθηκε έχει τίτλο “Kinaesthetic Grace” και συμπεριλαμβάνεται στη νέα ποιητική συλλογή της Angela Costi “An Embroidery of Old Maps and New” (εκδόσεις Spinifex).
Πρόκειται για ένα από τα τρία βιντεο-ποιήματα που ολοκλήρωσε η κυπριακής καταγωγής Αυστραλή ποιήτρια, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Faezeh Alavi, και το μουσικό συγκρότημα “Vardos”, ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων στήριξης των τεχνών εν μέσω πανδημίας.
Τα τρία αυτά ποιήματα που απαγγέλει η Angela Costi, αναδεικνύουν την ελληνοκυπριακή της κληρονομιά, τη δεξιοτεχνία της γιαγιάς της Μαρούλλας στην ύφανση της δαντέλας, το σκληρό μεροκάματο της μητέρας της στο εργοστάσιο ραπτικής, αλλά και το σουρρεαλιστικό κόσμο της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» εν μέσω πανδημίας.
Παιδί του αγρού, της πόλης, του γιαλού. Εσύ, που λίγο πριν φύγεις πήρες το βιός του γέροντα και μυστικά της γερόντισσας ήπιες το φιλί. Κάτω από ξένους ουρανούς πριν βυθιστείς στην εγκόσμια λήθη, κοίτα καλά το βιός τους. Ένα χλωρό χαλί από χλωμά κυκλάμινα.
ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ
Ο αφορισμός πάντα ενθουσίαζε τους γραφιάδες γι’ αυτό και εγώ περιμένω, προσμένω να σ’ αγαπήσω όταν του έρωτα η δύναμη μετριαστεί. Όσο ακόμα είμαι νέος, o παραλογισμός αυτοσχεδιάζει και ενώ το μήνυμα ήταν πάντα βλαστάρι έξω από μνήμα ολόγιομο σπαθί, τετράφυλλη μαργαρίτα η προσέγγιση
η ανθρωπιά η υπέρβαση η σκοτωμένη ηθική η εποχή μου
Α! η εποχή μου να λούζεται στο τίποτα έξω από ανάγκη ευτυχισμένη η αγάπη, το καλύτερο απ’ όλα θέμα εκμετάλλευσης τέχνης, γραφής και λίγο παρακάτω στο νεκρωμένο σώμα της μαγείας δέντρο μοναχό και μαραμένο -εσύ-
Σας είδα αγοράζατε τις κυριακές και αφήσατε πάνω μου το βάρος μιας προσωρινής γλώσσας Σαούλ όχι Παύλος με ψεύτικες βλεφαρίδες, κροσέ και ρεβυθάλευρο Η σπουδή μου λειαίνει τη σκληρότητα της γης με κρεμαστές φτέρες και αστρόφυτα τρέχουν τα πληκτρολόγια σ’ ένα βαρύ τσιμεντέρνιο ακρωτήρι μέχρι το αύριο.
ΑΤΙΤΛΟ
Τρέχουμε πιο γρήγορα με τα παλιά μας κράνη φορεμένα από τις μηχανές που επιμένουν σ αυτό τον κόσμο
ΑΤΙΤΛΟ
Ζεσταίνω τη σάλτσα στην κατσαρόλα και σκέφτομαι τις αλυκές του αυγούστου τους οργανωτικούς ηδονιστές με εφεδρείες και ανάπαυση καρφώθηκαν ναυτικές τα χρέη βιοπορισμός – πλούτος – ενδοχώρα
Maria in thought takes off her nylons. Voices of other people came out of her body: of a soldier who spoke like a bird of a sick man who had died in the pain of sheep and the cry of Maria’s little niece to be born these days.
Maria cried, cried now Maria laughed she spread her arms, evening time she stayed with her legs open
Then Maria’s eyes darkened dark, black, blurred
The radio was loud Maria cried Maria cried the radio was loud
Then Maria opened her arms slowly started flying around the room.
*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Neo-Hellene Poets – An Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018”, Libros Libertad Publishing, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Μανώλη Αλυγιζάκη.
Με τόσο κρύο ήλιο και με τόση ιστορία στην κωλότσεπη. Με τόσα χιλιόμετρα μακριά από την ζωή μου. Με τόσες λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα. Με τόσους αγαπημένους φίλους να το επιβεβαιώνουν. Με τόσους νόμους στην αναπνοή μου. Με τόσους μπάτσους στο μαξιλάρι μου. Με τόσες στατιστικές να μακιγιάρουν τον θάνατο. Με τόση υπερκομψότητα η αυτού εξοχότης. Με τόσο γέλιο θλιβερό κι αγχωμένο. Με τόσα εργαλεία να σκάβουμε το νερό. Με τόσο νόημα να διαφεύγει των ποιητών μας. Με τόσο νόημα να περνάμε τα βράδυα μονάχοι. Με τόση θέληση να παραμένουμε τυφλοί. Με τόσα βιβλία σε μια εξωγήινη γλώσσα. Με τόσα αντίο σε ότι έχει επιζήσει του προσώπου. Με τόσα δάκρυα στο τελευταίο ποτηράκι. Με τόση αγάπη να σαπίζει στο ενδιάμεσο δύο κραυγών. Με τόσες γυναίκες δολοφονημένες. Με τόση θάλασσα για τόσες ψυχές. Με τόση ησυχία η τελευταία λάμπα της νύχτας. Με τόσες προβολές η αποκάλυψη της μοναξιάς μας. Με τόσα νέα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τα παλιά. Με τόσα τραγούδια χωρίς κορμί. Με τόσα παιδιά που δεν καταδέχονται ούτε να με φτύσουν. Με τόση κέτσαπ στα μακαρόνια μας. Με τόσο αέρα στις προσευχές μας. Με τόσα δέντρα στο πορτοφόλι μας. Με τόσο αίμα στα ρουχαλάκια του μωρού. Με τόσα χαμένα γκολ να πανηγυρίζουμε. Με τόσους μάρτυρες σταυρωμένους στην πλατεία. Με τόσα και τόσα και τόσα και άλλα πολλά είμαι στα αλήθεια, αληθινά τόσο μα τόσο μα τόσο λυπημένος.