Κι αφού μάθαμε τόσα πολλά
Για το ψύχος, τους φράχτες και το φεγγάρι
Για το καθένα χωριστά μα και για όλα μαζί
Αναγκαστήκαμε, προκειμένου η γνώση αυτή να στεριώσει
Να πιστέψουμε πως κάποιος μας αγαπά
Ακριβώς όπως και μεις μπορούμε να τον αγαπήσουμε
Category Archives: Uncategorized
ΕΞΟΧΗ
για τη φωτογραφία και την κριτική

Ο ουρανός είναι από στάχτη,
τα δέντρα είναι λευκά.
Τα καμένα καλάμια
είναι μαύρα κάρβουνα.
Το αίμα πάγωσε
στην πληγωμένη Ανατολή.
Το βουνό άχρωμο χαρτί,
είναι τσαλακωμένο.
Η σκόνη από τις δημοσιές
κρύβεται στα φαράγγια.
Οι πηγές είναι θολές
κι οι βάλτοι ακίνητοι.
Τα κουδούνια των κοπαδιών αντηχούν μέσα σ’ ένα γκρίζο κοκκινωπό,
και το μαγκανοπήγαδο
τέλειωσε το κομπολόι τις προσευχές του.
Ο ουρανός είναι από στάχτη,
τα δέντρα είναι λευκά.
F.G. LORCA
1920
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ Α’
Η λησμονημένη.
για τη φωτογραφία και την κριτική
VI
H λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
η λησμονημένη είναι η πληγή που ανατρίχιασε
η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ 1945
Παραβολή
για τη φωτογραφία και την κριτική

Κράτησα τη ζωή μου
μπρος στα μάτια μου
σαν το καλειδοσκόπιο
που το στριφογυρίζεις
μάταια πασχίζοντας
τα σχήματα που πέρασαν
να επαναλάβεις.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1973
CESARE PAVESE
για τη φωτογραφία και την κριτική

Τελευταίο μπλουζ, για να διαβαστεί κάποια μέρα.
ήταν μόνο ένα φλερτ
εσύ ασφαλώς το γνώριζες-
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.
όλα είναι ίδια
ένας χρόνος πέρασε-
μια μέρα ήρθες
μια μέρα θα πεθάνεις.
Κάποιος πέθανε εδώ και καιρό-
κάποιος που προσπάθησε
αλλά δεν γνώριζε.
Τελευταίο ποίημα του Παβέζε, γραμμένο στα αγγλικά, με ημερομηνία 11 Απριλίου 1950. Λίγους μήνες μετά τον Αύγουστο, αυτοκτόνησε σε ξενοδοχείο στο Τορίνο. Αποδέκτης του ποιήματος είναι η Αμερικανίδα ηθοποιός Κόννι Ντόουλινγκ , με την οποία ο Παβέζε έζησε έναν ατελέσφορο έρωτα την Άνοιξη του ’50. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς είχε γράψει τους αλησμόνητους στίχους:« Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου/ […] Τα μάτια σου / θα ‘ναι μια λέξη κενή / μια κραυγή που έσβησε, μια σιωπή/ […] Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί»
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ.
2 ποιήματα | Ηλίας Κουρκούτας
L’ appuntamento
ακουγόταν το δικό μας
τραγούδι
l’ appuntamento
Ορνέλα Βανόνι
και ραντεβού στον ουρανό
του Σαν Ρέμο
μια καταθλιπτική βροχή
και μια ντροπή
να χτυπάει το πρόσωπο μας
σφιχτά δεμένους
να μας κρατάει στο χώμα
και στην αγκαλιά
ο ένας του άλλου
View original post 218 more words
Χρόνος.
για τη φωτογραφία και την κριτική

κι όταν θα πεθάνω θα ‘θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
(Φύλλα Ημερολογίου)
ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Νο 125 (χωρίς χρόνο)
(Αρχίζω
να σφυρίζω ένα σκοπό για το κακό μάτι,
κοιτώ / με κοιτούν
μοχθηρά
σπίτια,
ανυψωτικά ψυχών,
ένας δρόμος με λάθος πινακίδες και ζόρικα μαγαζιά,
ταξιδιωτικά,
για την άλλη πλευρά)
~
Δεν
ζούμε για πάντα
φωνάζει ένας από παραθυράκι τουαλέτας,
ένα βυζί μου έρχεται στο
μυαλό,
επιθετικό σαν ζώνη ασφαλείας
στα χείλη,
οι ρόγες της,
κουμπιά μεγατόνων,
και σκουπιδοφωτιές πιο πέρα,
καίω άρα υπάρχω,
από άστεγους,
καλοντυμένους
~
Κι εγώ,
περπατώ χωρίς λόγο στις μέρες,
γυμνιστής ψυχής
με μολυβένιο σακίδιο,
νομίζω με εμφύτευση τον πλανήτη γη στον εγκέφαλο,
με κάποιον άλλο
που ζει
μέσα μου,
~
τον επόμενο.
~
(alexmil)
Ο λόγος που σωπαίνουμε | Γιώργος Σαράτσης
στην αιχμή των φωνηέντων
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική, ούτε μόνο χρονική,
μια διάσταση αθωότητας που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα,
και καταπίνει τα φωνήεντα
σα λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος/
εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπύρα/
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί,
κι απ’ το αμπέχωνο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα,
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα/
το πως έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά,
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν,
ακούγοντάς τον,
εκστασιασμένα/
το πως ο πατέρας
συγκατάνευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη/
και τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποιά γλώσσα;/
δεν είχα ακόμη καταλάβει,
πως στην αιχμή των φωνηέντων,
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί,
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα…
View original post 3 more words