Τότε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεδιψά από το άδειο κύπελο δαγκώνει την εσάρπα της που είχε φανταστεί μπλε με πορτοκαλί σκιές, που νόμιζε πως της χάρισε ο φευγάτος εραστής της και βγαίνει βόλτα στην έκταση του μικρού της δωματίου, κατευθύνεται στο μπαρ για τη νυχτερινή της διασκέδαση -ενώ ξημερώνει- και πιάνει να γράψει το γράμμα της ζωής της, αφιερωμένο στον εαυτό της, χωρίς παραλήπτη, τακτοποιεί ξυπόλητη τα λιγοστά της βιβλία και σφίγγει την καρέκλα της στον τοίχο με τη φωτογραφία της χαμένης άνοιξης
Ύστερα γυρίζει να σε κοιτάξει, με το τσιγάρο στα χείλη, το ξανασκέφτεται (δεν καπνίζει βλέπεις) ούτε κι εσύ είσαι εκεί, να της χαρίσεις το χαμόγελό σου, το χάδι μιας αγκαλιάς. Είναι αργά το βράδυ, κι οι δυό σας χαμένοι στην ονειροπόληση, του μετέωρου έρωτά σας, που δεν σας συνάντησε, στις παράλληλες γραμμές σας.
εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά εκείνο που θα συμβεί μετά αυτό που συμβαίνει τώρα
Τούμπα οδός Σικίνου και Νηρέως γωνία έφηβος στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα δεκαπέντε χρονών ερωτευμένος με τον κόσμο μου που κάλλιστα απαρτίζεται από έναν εωθινό καφέ δυο μάτια που εσωκλείουν έναν γαλαξία και δυο μεγάλα ακουστικά σαν των αεροπόρων.
Και χάνομαι μ’ έναν μεγάλο δίσκο βινυλίου μπροστά μου που κυλάει κάτω απ’ τη βελόνα του πικάπ απλώνοντας ο χρόνος τις φτερούγες του σμήνος να γίνονται της ώρας τα λεπτά από πεταλούδες πολύχρωμες κι η ψυχή μου ένα σπαθί Κατάνα που κόβει βεβαιότητες.
Και πετώ πετώ με στίχους ποιήματα και ποιήματα στίχους με κιθάρες εξάχορδες φυσαρμόνικες τύμπανα με μπαλάντες και κάντρι και φολκ και μπλουζ χρωματισμένα με τις φωνές του Ντύλαν του Μόρισον και της Μπαέζ σαν αύρα να ξεχύνονται κι ύστερα να σκάνε σαν βόμβες στο δωμάτιο.
Κι όλα μα όλα τα βλέπω και τα νιώθω διαφορετικά με πρωτόγνωρο τρόπο σκιές αρχέτυπα και μεταφυσικούς χαρακτήρες κόσμους αόρατους να υψώνονται στον αέρα με τείχη από απαστράπτοντα περάσματα λυπημένους ανθρώπους παλιάτσους και ληστές να εκτροχιάζονται εντελώς πασχίζοντας ν’ αντικρίσουν το φεγγάρι μέσα απ’ τον υπόνομο.
Κι είναι ο στίχος «σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει» που όλα τα πάντα με μια απλή αντιστροφή τα μεταφέρει στο παρόν κλείνοντάς μου το μάτι πιάνοντας απ’ την αιφνίδια λάμψη του βλέμματός μου ότι πιάνω εγώ κι όχι μου λέει το στοίχημα δεν είναι η ταχύτητα όχι πια ο χρόνος είναι ένα αεροπλάνο τζετ όχι πια ζήσε γρήγορα και πέθανε νέος τώρα το κόλπο το στρατήγημα είναι να πιάνεις τα ογδόντα και να ζεις στα ογδόντα με το πάθος των δεκαπέντε στέλνοντας στον αγύριστο το τραγικό και την απόγνωση.
Κι ύστερα νιώθω τον τυφώνα Ρούμπιν Κάρτερ να βγαίνει απ’ τη φυλακή τον Άλλεν Γκίσμπεργκ να τραγουδάει με την Ταίηλορ κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα και να’ ρχονται άγγελοι εξάγγελοι ο Τζαίημς Ντιν η Βίβιαν Λι η Ντίκινσον κι ο Κέρουακ η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον Μπράντο σ’ εκείνο το δωμάτιο της Τούμπας του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα λουσμένοι στα γέλια με το διαβατήριο της διάρκειας και μ’ ένα μπουκάλι ρούμι κι ο Τζόνι κι η Τζίνα να χορεύουν βαλς ως το ξημέρωμα σ’ εκείνο το δωμάτιο που θα γίνει πάλι ονειρεμένο όταν ξανά θα στήσουμε οδοφράγματα καμωμένα από άγρια τριαντάφυλλα θα χουχουλιάζει η πλάση και θα’ ναι κάθε χάραμα άναμμα ενός κεριού του Γκέρχαρντ Ρίχτερ.
Αν σε εγκαταλείψει η λαλιά σου σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων
Αν σε προδώσει κι η σιωπή σημάδευσε κατευθείαν στο μεδούλι και αποκοιμήσου
ΜΑΛΛΙΑ ΚΟΥΒΑΡΙΑ
Αν τολμάς κοίταξέ με σε μέρες απραξίας με τη σκέψη ξεχτένιστη Αν αντέξεις μείνε ξάγρυπνος Δεν ξέρω πόση αλαλία μου αναλογεί ακόμη
ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΙΑ
Με τις άκρες των δαχτύλων χαϊδεύω τον αέρα Υστερόβουλα ανταλλάσσω Τη θωπεία με λίγη ευσπλαχνία Στον μανδύα του έαρος κρυφτήκαμε πολλοί και πώς να μας χωρέσει;
*Από τη συλλογή “Μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.
Σήμερα το πρωί χτύπησα την πόρτα μου Και την άνοιξα εγώ Για λίγο κοίταξα τον εαυτό μου αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο ήμουν εγώ
Α, τι όμορφο πρωινό Άρα και σήμερα ζω Δεν έχω κανέναν άλλο δικό μου εκτός από μένα ν’ ανησυχεί για μένα
ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
Τώρα είμαι κουρελής, όμως αφού πληρώσω τα χρέη μου πιθανότατα θα πάρω ένα καινούργιο κοστούμι και πιθανότατα εσύ πάλι δε θα μ’ αγαπήσεις. Μ΄ όλα αυτά της Κυριακής τα βράδια Όταν θα περνώ από τη γειτονιά σας, στολισμένος, νομίζεις εγώ θα σου δίνω αξία όπως τώρα;
ΝΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ
Αν κλάψω θ’ ακούσετε τη φωνή μου Στους στίχους μου Μπορείτε ν’ αγγίξετε Τα δάκρυά μου με τα χέρια σας; Δεν ήξερα ότι τα τραγούδια ήταν τόσο όμορφα Κι οι λέξεις τόσο ανεπαρκείς Πριν πέσω σ’ αυτόν τον καημό.
Πενήντα τρία χρόνια με συναρμολογούσες δίχως να σέβεσαι τα στήθια μου που δεν έχουν πατέρα να ζητιανέψουν το αίμα ακόμα νωπό στα χρόνια της εμμηνόπαυσης μήτε παιδί αχόρταγο να μουρμουρίσει μια συγγνώμη ΄λαφρώνοντας το εκφραστικό μου γάλα Πενήντα τρεις μορφές τσαλάκωσες την τρυφερή μου σάρκα Να λαμπυρίζουν ιδρώτα που με διαψεύδει κι εγώ ολόγυμνη να ξερνώ το παιδί που πούλησα και σου ‘μοιαζε Ερεθιζόσουν να συναρμολογείς τα μάτια μου που έλιωναν πέφτοντας σαν χαρτοπολτός στο πάτωμα κακόμοιρε, τούτα τα μάτια υπομονετικά περίμεναν τις βαθιές υποκλίσεις κάθε 08.15 που γαντζώνεσαι και κλαις στους κόσμους των θεών και σε φοδράρισαν σε μοναστήρι εξωσμένο.
*Από τη συλλογή “Αναγκαία λήθη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.