Το ένα κομμάτι είναι εδώ
τ’ άλλο το βρίσκω παρακεί
γνώριμο, οικείο, μακρινό
συνάμα όλα τούτα.
Το σύνολο διαλύεται αναζητώντας κάτι πιο πολύ,
κόστος βαρύ.
Σαν το ξανασυναντώ,
αντάμωσης ξάφνιασμα
να ενωθεί το προσκαλώ
στου κέντρου μου τη συνοχή.
Τούμπα
οδός Σικίνου και Νηρέως γωνία
έφηβος
στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
δεκαπέντε χρονών
ερωτευμένος με τον κόσμο μου
που κάλλιστα απαρτίζεται από έναν εωθινό καφέ
δυο μάτια που εσωκλείουν έναν γαλαξία
και δυο μεγάλα ακουστικά
σαν των αεροπόρων.
Και χάνομαι
μ’ έναν μεγάλο δίσκο βινυλίου μπροστά μου
που κυλάει κάτω απ’ τη βελόνα του πικάπ
απλώνοντας ο χρόνος τις φτερούγες του
σμήνος να γίνονται της ώρας τα λεπτά
από πεταλούδες πολύχρωμες
κι η ψυχή μου ένα σπαθί Κατάνα
που κόβει βεβαιότητες.
Και πετώ
πετώ
με στίχους ποιήματα
και ποιήματα στίχους
με κιθάρες εξάχορδες
φυσαρμόνικες
τύμπανα
με μπαλάντες
και κάντρι
και φολκ
και μπλουζ χρωματισμένα
με τις φωνές του Ντύλαν
του Μόρισον
και της Μπαέζ
σαν αύρα να ξεχύνονται
κι ύστερα να σκάνε σαν βόμβες στο δωμάτιο.
Κι όλα
μα όλα
τα βλέπω και τα νιώθω διαφορετικά
με πρωτόγνωρο τρόπο
σκιές
αρχέτυπα
και μεταφυσικούς χαρακτήρες
κόσμους αόρατους να υψώνονται στον αέρα
με τείχη από απαστράπτοντα περάσματα
λυπημένους ανθρώπους
παλιάτσους
και ληστές
να εκτροχιάζονται εντελώς
πασχίζοντας ν’ αντικρίσουν το φεγγάρι
μέσα απ’ τον υπόνομο.
Κι είναι ο στίχος
«σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει»
που όλα
τα πάντα
με μια απλή αντιστροφή τα μεταφέρει στο παρόν
κλείνοντάς μου το μάτι
πιάνοντας απ’ την αιφνίδια λάμψη του βλέμματός μου
ότι πιάνω εγώ
κι όχι μου λέει
το στοίχημα δεν είναι η ταχύτητα
όχι πια ο χρόνος είναι ένα αεροπλάνο τζετ
όχι πια ζήσε γρήγορα και πέθανε νέος
τώρα το κόλπο
το στρατήγημα
είναι να πιάνεις τα ογδόντα
και να ζεις στα ογδόντα με το πάθος των δεκαπέντε
στέλνοντας στον αγύριστο το τραγικό
και την απόγνωση.
Κι ύστερα νιώθω τον τυφώνα Ρούμπιν Κάρτερ
να βγαίνει απ’ τη φυλακή
τον Άλλεν Γκίσμπεργκ να τραγουδάει με την Ταίηλορ
κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα
και να’ ρχονται άγγελοι εξάγγελοι
ο Τζαίημς Ντιν
η Βίβιαν Λι
η Ντίκινσον κι ο Κέρουακ
η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον Μπράντο
σ’ εκείνο το δωμάτιο της Τούμπας
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
λουσμένοι στα γέλια
με το διαβατήριο της διάρκειας
και μ’ ένα μπουκάλι ρούμι
κι ο Τζόνι κι η Τζίνα
να χορεύουν βαλς ως το ξημέρωμα
σ’ εκείνο το δωμάτιο που θα γίνει πάλι ονειρεμένο
όταν ξανά θα στήσουμε οδοφράγματα
καμωμένα από άγρια τριαντάφυλλα
θα χουχουλιάζει η πλάση
και θα’ ναι κάθε χάραμα
άναμμα ενός κεριού του Γκέρχαρντ Ρίχτερ.
ΣΗΜΑΔΕΥΣΕ
Να χαρείς
άκουσέ με
και μην απελπίζεσαι
Αν λιγοστέψει η ανάσα σου
πάρε μολύβι και χαρτί
Αν σε εγκαταλείψει
η λαλιά σου
σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων
Αν σε προδώσει κι η σιωπή
σημάδευσε κατευθείαν
στο μεδούλι
και αποκοιμήσου
ΜΑΛΛΙΑ ΚΟΥΒΑΡΙΑ
Αν τολμάς
κοίταξέ με
σε μέρες απραξίας
με τη σκέψη ξεχτένιστη
Αν αντέξεις
μείνε ξάγρυπνος
Δεν ξέρω πόση αλαλία
μου αναλογεί ακόμη
ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΙΑ
Με τις άκρες των δαχτύλων
χαϊδεύω τον αέρα
Υστερόβουλα ανταλλάσσω
Τη θωπεία
με λίγη ευσπλαχνία
Στον μανδύα του έαρος
κρυφτήκαμε πολλοί
και πώς να μας χωρέσει;
*Από τη συλλογή “Μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.
ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ
Άει, θάλασσά μου
Πρασίνισε η γαλήνη σου
Άφρισε το κορμί σου
Δεν σ’ άντεξαν τα βράχια σου
ΕΠΤΑΣΦΡΑΓΙΣΤΟ
Και στο φεγγάρι
μην το πεις.
Στη γέμωση
γεμίζει μυστικά
Στη λίγωση
τ’ αδειάζει
ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ ΜΗΝΥΜΑ
Κίτρινα φύλλα
στο χώμα.
Προλαβαίνεις
ΣΤΗ ΖΩΗ
Την εράσμιά σου όψη
πλειστάκις απαρνήθηκες Ζωή
μέθη σκληρή
Όμως
είσαι η Φορναρίνα του Ραφαήλ
Χρωματισμοί
Εις τους αιώνες…
ΠΑΡΑΠΟΝΙΑΡΙΚΟ
Άχ! Παραπονιάρικο μικρό μου
Έγινες η πιο σκληρή βασίλισσα του κάμπου
Έβγαλαν φτερά και άνθη
Σού ΄φυγαν
*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, 2021.

ΑΡΑ ΖΩ
Τι έπαθα;
Πέθανα; Υπάρχω;
Καμιά είδηση από μένα
Σήμερα το πρωί χτύπησα την πόρτα μου
Και την άνοιξα εγώ
Για λίγο κοίταξα τον εαυτό μου
αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο ήμουν εγώ
Α, τι όμορφο πρωινό
Άρα και σήμερα ζω
Δεν έχω κανέναν άλλο δικό μου εκτός από μένα
ν’ ανησυχεί για μένα
ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
Τώρα είμαι κουρελής, όμως
αφού πληρώσω τα χρέη μου
πιθανότατα θα πάρω ένα καινούργιο κοστούμι
και πιθανότατα εσύ
πάλι δε θα μ’ αγαπήσεις.
Μ΄ όλα αυτά της Κυριακής τα βράδια
Όταν θα περνώ από τη γειτονιά σας,
στολισμένος, νομίζεις εγώ
θα σου δίνω αξία
όπως τώρα;
ΝΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ
Αν κλάψω θ’ ακούσετε τη φωνή μου
Στους στίχους μου
Μπορείτε ν’ αγγίξετε
Τα δάκρυά μου με τα χέρια σας;
Δεν ήξερα ότι τα τραγούδια ήταν τόσο όμορφα
Κι οι λέξεις τόσο ανεπαρκείς
Πριν πέσω σ’ αυτόν τον καημό.
Πενήντα τρία χρόνια με συναρμολογούσες
δίχως να σέβεσαι τα στήθια μου
που δεν έχουν πατέρα να ζητιανέψουν το αίμα ακόμα νωπό
στα χρόνια της εμμηνόπαυσης
μήτε παιδί αχόρταγο να μουρμουρίσει μια συγγνώμη
΄λαφρώνοντας το εκφραστικό μου γάλα
Πενήντα τρεις μορφές τσαλάκωσες την τρυφερή μου σάρκα
Να λαμπυρίζουν ιδρώτα που με διαψεύδει
κι εγώ ολόγυμνη να ξερνώ το παιδί που πούλησα
και σου ‘μοιαζε
Ερεθιζόσουν να συναρμολογείς τα μάτια μου που έλιωναν
πέφτοντας σαν χαρτοπολτός στο πάτωμα
κακόμοιρε, τούτα τα μάτια υπομονετικά περίμεναν τις βαθιές
υποκλίσεις κάθε 08.15 που γαντζώνεσαι και κλαις
στους κόσμους των θεών
και σε φοδράρισαν σε μοναστήρι εξωσμένο.
*Από τη συλλογή “Αναγκαία λήθη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.
αν ψάξεις για μοναξιά
θα τη βρεις εκεί
στους αγώνες που χάνονται
σώμα με σώμα
κι ο έρωτας
σώμα με σώμα
χάνεται
*
δεν είναι μέρες για χάδια
καμιά στιγμή δεν είναι στοργική
διάλεξε πλευρά
στα σύνορα
κανείς
δεν βγήκε νικητής
*
ας ραγίσουμε
για αρχή
τον θόλο του ουρανού
*
κλέβοντας κάτι
από τις μέρες των παθών
ίσως
γράψεις με πλάγιο φως
τον θεό με πεζό
τον έρωτα με κεφαλαίο
όχι εγώ
και προσευχηθείς
κανείς μόνος στη μνήμη
κανείς μόνος στην απελπισία
κανείς μόνος
άγονος κανείς
*
πιασμένα χέρια
μέχρι να καταργήσει
ακαριαία
ο ένας τη φωνή του άλλου
έτσι γράφεται η ιστορία
με συντριβή
*Από τη συλλογή ‘Υπήρξαμε”, Εκδόσεις Σμίλη, 2021.
Σκηνοθέτης αισθάνομαι της αγωνίας μου
πρωταγωνιστής στο μονόπρακτο του άγχους.
Αλλά ποιος να ‘ναι άραγε ο θεατρικός συγγραφέας;
Ποιος να έγραψε το έργο τούτο
με τις τόσες κουτσουρεμένες πράξεις
ποιος να ‘ναι κρυμμένος πίσω απ΄ την αυλαία
αυτή που κι ο ίδιος δε θα δει ποτέ στο τέλος να πέφτει;
Όμως τα ΄χε όλα φανταστεί
ο φανταστικός συγγραφέας
ως και τη στιγμή που αρχίζουν
να χαμηλώνουνε τα φώτα της ψυχής
ν’ αδειάζει η σκηνή
που τώρα μοιάζει μ’ άγραφη σελίδα.
*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010.
Quand le temps n’est qu’une mesure
Et que l’espace est sans mesure
Il nous faut aller plus loin
Voir un horizon qui ne soit pas celui de nos ancêtres.
Sinon l’avenir se dérobe
Et il reste telle une promesse hors d’atteinte
Ce monde meilleur qui nous enfonce
Dans un cauchemar sans fin.
Όταν ο χρόνος δεν είναι παρά ένα μέτρο
Και όταν ο χώρος είναι χωρίς μέτρο
Πρέπει να πάμε πιο μκριά
Να δούμε έναν ορίζοντα που δεν είναι αυτός των προγόνων μας.
Διαφορετικά το μέλλον απομακρύνεται
Και παραμένει σαν μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση
Αυτός ο καλύτερος κόσμος που μας βυθίζει
Σε έναν εφιάλτη χωρίς τέλος.
*
Tout brûle,
Hier est en cendres,
Demain est en ruines,
Nous jouons avec le feu.
C’est le grand incendie,
Qui enflamme nos vies,
Et la poussière
Retourne à la poussière.
Όλα καίγονται,
Το χθες είναι στάχτες,
Το αύριο είναι ερείπια,
Παίζουμε με τη φωτιά.
Eίναι η μεγάλη πυρκαγιά,
Που λαμπαδιάζει τις ζωές μας
Και η σκόνη
Επιστρέφει στη σκόνη.
*
Encore un jour
Confiné
Où rugissant
L’esprit s’évade.
La poésie
Est ce que j’ai à vivre
Aujourd’hui
De plus sauvage.
Ακόμη μια μέρα
Έγκλειστος
όπου βρυχώμενο
Το πνεύμα δραπετεύει.
Η ποίηση
Είναι αυτό που πρέπει να ζήσω
Σήμερα
Όσο πιο άγρια.
*
En poésie
J’ai des hauts
Et j’ai des bas
J’habite des vertiges.
Et puis un feu en moi
Verse des larmes
Quand la nuit se tait
Les silences de la lumière.
Στην ποίηση
Έχω τα πάνω
Και έχω τα κάτω
Ζω ιλίγγους.
Και μετά μια φωτιά μέσα μου
Ρίχνει δάκρυα
Όταν η νύχτα είναι σιωπηλή
Οι σιωπές του φωτός.
*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.
**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι παρμένη από εδώ: https://www.eternels-eclairs.fr/so-subversif-poesie-poemes-stephen-moysan.php