
Adelaide Ivánova | Το σφυρί
Μετάφραση από τα βραζιλιάνικα πορτογαλικά: Peter Constantine, Σπύρος Πρατίλας
Ένας ήχος διαπερνά το βιβλίο της Αντελάιντε Ιβάνοβα: ο ήχος του σφυριού. Είναι ένας ήχος ξερός και οξύς, πολλές φορές ενοχλητικός. Ήχος άλλοτε θρηνητικός, όπως αυτός μιας καμπάνας τη Μεγάλη Παρασκευή, άλλοτε επιθετικός, όπως αυτός μιας γροθιάς που βρίσκει στόχο, άλλοτε χειραφετικός, όπως ο χτύπος των πελμάτων στο οδόστρωμα κατά τη διάρκεια μιας φεμινιστικής διαδήλωσης. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Βραζιλιάνα ποιήτρια το σφυρί είναι ταυτόχρονα εργαλείο άμυνας και επίθεσης.
Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ποιητικές συλλογές των τελευταίων ετών, το «Σφυρί» είναι ένα βιβλίο για την κακοποίηση και τη σεξουαλική ελευθερία, τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τη χειραφέτησή της, την καύλα και την έμφυλη βία σε έναν κόσμο όπου «το αηδόνι που κελαηδά/ είναι το αρσενικό αηδόνι». Mε γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, η Ιβάνοβα μιλά για την κουλτούρα του βιασμού και την αυτοδιάθεση των σωμάτων, διατείνεται ότι το σφυρί «είναι ένα εξαιρετικό αντικείμενο/ που σε βοηθά να κοιμάσαι ήσυχη/ και να καρφώνεις πρόκες».

Jazra Khaleed | Μα είν’ αυτό ποίηση;
Το χιπ χοπ. Οι αντιφασιστικές διαδηλώσεις. Οι εξεγέρσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι τσαμπουκάδες στον δρόμο. Τα γκραφίτι και ο παλμός της ρίμας. Οι εμσί και οι ντιτζέι. Το τρομοκρατόραμα και η φασιστάδα. Η ανεργία και το τσάκισμα των μισθών. Η αστυνομική βία. Οι εκκενώσεις των καταλήψεων. Η ελπίδα που έχει πάντοτε πλαν μπι. Η σιωπή τυλιγμένη στον ιστό της σημαίας. Οι επαναπροωθήσεις και τα ναυάγια στο Αιγαίο. Η παρανομοποίηση των μεταναστών εργατών. Το έντιμο αίμα που ζητά εκδίκηση. Ο πόλεμος που σαν καπνός τρύπωσε στα συλλογικά μας όνειρα. H μνήμη που έμεινε πίσω υπό κρατική επιτήρηση. Οι πέτρες που γίναν σύντροφοι σκελετωμένων αγοριών. Το ταξικό μίσος.
Όλα αυτά για τα οποία η ποίηση δεν πρέπει να μιλά. Έτσι μας λένε.
Το «Μα είν’ αυτό ποίηση;» έρχεται να μας θυμίσει
ότι –σήμερα περισσότερο από ποτέ– «Ποίηση σημαίνει επίθεση».




Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμπαντος, πολὺ μακριὰ ἀπὸ ἐδῶ, ζοῦσε κάποτε ἕνα ἥσυχο ἀστέρι ποὺ κινοῦνταν ἥσυχα στὸ βάθος τῆς ἀβύσσου, τριγυρισμένο ἀπὸ ἕνα πλῆθος ἥσυχων πλανητῶν γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουμε τίποτα νὰ ποῦμε. Τὸ ἀστέρι αὐτὸ ἦταν πολὺ μεγάλο καὶ ζεστό, τὸ βάρος του τεράστιο – κι ἐδῶ ἀρχίζουν οἱ δυσκολίες μας ὡς ἀφηγητές. Γράψαμε «πολὺ μακριά», «μεγάλο», «ζεστό», «τεράστιο»: ἡ Αὐστραλία εἶναι πολὺ μακριά, ἕνας ἐλέφαντας εἶναι μεγάλος κι ἕνα σπίτι ἀκόμη μεγαλύτερο, σήμερα τὸ πρωὶ ἔκανα ἕνα ζεστὸ μπάνιο, τὸ Ἔβερεστ εἶναι τεράστιο. Φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι κάτι στὸ λεξικό μας δὲν λειτουργεῖ.



