Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η οικειότητα τα φταίει για όλα

Vreausaajunglastele, Breakup in the cold Nov rain

Η οικειότητα τα φταίει που τα χάνω,

που τούς χάνω μέσα στο πλήθος

όσους περπάτησαν ακροβατώντας στις γραμμές των τρένων

στις γραμμές των στίχων

στις αφύλαχτες διαβάσεις της θάλασσας

στις συγκλίσεις

στις αποκλίσεις

γράφω, φτύνω, σβήνω.

Οι λιτανείες, αχρείαστου χρόνου γεννήματα,

περνούν μέσα από απέθαντα στενά μνήμης

εθνικοί ήρωες σε γιουρούσι σχεδόν ενοχλούν

πεταλωτές μάς πεταλώνουν.

Ξεχνάω την πόρτα ανοιχτή 

και μπαινοβγαίνουν άγγελοι στο σύμπαν

μα και να την έκλεινα 

μια ρωγμή θα αρκούσε.

Παίρνεις τη δυνατότητα από εμένα και τη δίνεις αλλού.

Φταις.

Η οικειότητα τα φταίει για την απογείωση

για την προσγείωση

και για τον αποχωρισμό.

Θα φορέσω το καλό μου παλτό.

Θα το βάψω κόκκινο

και πάνω του θα κυλήσει το μολύβι μου.

Και θα γράψω την Ιστορία.

Θα σβήσω το πλήθος 

για να φωτίσω τη μοναχική σου πορεία

θα σε πλύνω από λέξεις περιττώματα 

θα σε ξεπλύνω από περιττές αγωνίες

δε θα βρω το τέλος

και θα κουρνιάσω αναγκαστικά στην αρχή.

Η οικειότητα τα φταίει για όλα.

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Τρία ποιήματα

ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Να προλάβω προσπαθώντας

στη ματιά σου επάνω κρατήθηκα

και έτσι βιαστικά όπως σε κοιτούσα

στων υγρών ματιών σου τον κύκλο

περιπλανήθηκα.

***

Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οδυνηρό πλήγμα του μονοδιάστατου,

σκληρή ήττα της απόλυτης ιδέας.

Τα ιερά και όσιά μας

εν κινδύνω.

Ισοπεδωτικό αξίωμα

θέτει το μέτρο διάστασης

πραγμάτων και δοξασιών.

Αναγορεύεται 

σε προκρούστεια κλίνη.

***

Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΕΙΟ

Στις λεωφόρους 

των υψηλών προσδοκιών

παρελαύνουν

τα μεγάλα ιδανικά

Ζεσταίνει τις καρδιές 

φλόγα ενθουσιασμού,

κοκκινίζει τα μάγουλα

δίνοντας στους σφυγμούς παλμό.

Πυροδοτείται

ανανέωση των κυττάρων.

Η ελπίδα πιο κοντά στη γη.

*Από τη συλλογή “Βιαστική περιπλάνηση”, εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Παρασκίβα Ζώγου, Ερωτικοί στίχοι

Σαν ονειρεύομαι τις νύχτες λυπημένη στο σκότος

Φως ιλαρό, στην ψυχή μου έρχεσαι, ίχνος απαλό!

Αόρατο φως, ακουμπάς την ζεστή σου δίνη στο έσω μου

Γέρνεις το όμορφο μειδίαμά σου στο πρόσωπό μου

Ακουμπώ τα εξαίσια όρη, τα τρυφερά, τα βελούδινα

Πάνω στο στήθος σου τα ρωγοβυζιά μου, φως με φως

Ω! ό,τι έχω να σου πω, στην ακροστιχίδα μου δες το…

Κώστας Κοκόσης, Δύο ποιήματα

Αποχώρηση (1922)

Δάκρυ πηχτό

θρήνος βουβός

σε πεδιάδα που απλωνότανε

στου Μαιάνδρου το διάβα.

– Πού πορευόμαστε;

– Κατά τη θάλασσα,

κει που βυθίστηκε ο ήλιος

σαν εκατόμβες

σε κολυμπήθρα Σιλωάμ.

Η κάθαρση δεν κράτησε πολύ.

***

Προδιαγεγραμμένο

Πάνω ο ήλιος παντοδότης,

ολόγυρα η αύρα ζείδωρη

κι απύθμενα αποθέματα ευτυχίας

για μια λαμπρότατη, ευέλπιδα πορεία.

Έτσι πλησίστιος ξεκίνησες, ακάθεκτος.

Τί, τάχατες, περίμενες στο τέλος

αφού για όλα αυτά εσύ διόλου δεν εκόπιασες;

*Από τη συλλογή “12 Μικρά Ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς”, Εκδόσεις ΑΩ, Απρίλης 2013.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τεκνία ειρηνεύετε εν εαυτοίς

Το παράκανες προφήτη

με το βρεφικό άσθμα

και με το χνώτο βαρύ πάνω στον σβέρκο μου

πνεύμα πιο νεκρό κι απ’ τη σάρκα που κατοικείς,

στέκεις στην άκρη του βράχου

και βλέπεις /με εκείνο το βλέμμα/

ουρλιάζεις δυσωδία σκέψεων

και το αίμα των αδερφών μου ασπαίρει 

από τη μύχια πίστη που έριξες στο κύμα

νομίζεις πως μου σφίγγεις τα χέρια

με ξοφλημένες καλημέρες

και γνωματεύσεις τελεσίδικες

κάτι αμούστακων αγοριών

τάχα μου πως δε θα βγάλω τον μήνα

μα κι αν έτσι το τέλος

στην πλάτη μου κρατώ τον βράχο

τώρα δα και συναπτούς αιώνες αμέτρητους

δεν το ‘χω σε τίποτε

να σ’ αγαπήσω

πιο πολύ και απ’ τον θεό σου

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

Σχέδιο: Νίκος Δεληγιάννης

Ενύπνιο σχιζοφρενούς

Τίποτα δεν είναι πιο φρικτό

απ’ τους έρημους σταθμούς

που τουρτουρίζουν μεσάνυχτα.

Γι’ αυτό και τα ποιήματα

στριμώχνονται στις ράγες

περιμένοντας κάποιο σφύριγμα

όλα όμως το πρωί αυτοκτονούν.

Κατά τις οκτώ περνάει το τρένο

και στρίβει για να μην τα πατήσει.

***

Παρά ταύτα ποιητής

Υποτίθεται πως μπαίνω

στα ενδότερα του στίχου

βγαίνω μετά μ’ έναν φακό.

Πώς έγινε και μ’ αγάπησες

εσύ που κρατώντας ήλιο

στίλβωνες τα συναισθήματα;

Εν τάχει, μη γίνεσαι μέρα

κι ό,τι αυτό συνεπάγεται

σε θέλω τίτλο ποιήματος

που δε θα διαβάσει κανείς.

***

Αμφισημία

Επείγουσα χειρουργική επέμβαση

σφαδάζουν οι μελλοθάνατες λέξεις

όχι πως με νοιάζει για την τύχη τους

Άλλωστε σε τόσα πολλά ποιήματα

που γράφονται στην εποχή μας

θα τις ξανασυναντήσουμε σίγουρα

Το ζήτημα είναι στα νοήματά τους

κι αν καταδέχομαι πια να παίζω

με την αμφισημία που κουβαλάνε.

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, εκδόσεις στίξις, Δεκέμβριος 2018.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Σπίτια στην αμμουδιά

Αθόρυβα γλιστρούν στην αμμουδιά

Και μετά όμοια καράβια με πόρτες, περβάζια, παράθυρα

Μικρά -όπως τα όνειρα τά ‘χτισαν για να κατοικηθούν

Από φιλιά- τα σπίτια

Πριν τα πάρει ο άνεμος ο βαθύς των φωνών:

Ψέλλισμα, μουρμούρισμα, ομιλία

Κάλεσμα, βόγκος, κλάμα, σιωπή

Και τ’ αφήσει ορθάνοιχτα στ’ ανοιχτά να πλέουν

Του πελάγους της νύχτας ικέτες

Του πελάγους της νύχτας αστεριών αλιείς

Του πελάγους της νύχτας αχθοφόροι

Και λιγάκι πιο ύστερα

Ναυαγοί

Μια φλογίτσα αφήνοντας να σημαίνει πως κάποτε ήταν χτισμένα

Στην αμμουδιά.

*Από τη συλλογή “Το ψηφιδωτό της νύχτας”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2018.

3 ποιήματα | Γιώτα Αναστασιάδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

giota anastasiadou

[ Απορία ]  

Πιο μόνη νιώθω το καταμεσήμερο
Ιούλιος τρεις και μισή το μεσημέρι
ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ
Ματαιώσαμε το γάμο

Εσύ
με καλοσχηματισμένη τη γραβάτα
να παραδέχεσαι πως τα νερά είναι βαθιά εδώ
ζεστή αυτή η ώρα

Εγώ
μες το λευκό μου νυφικό
στενό
πού να χωρέσει τόση αμφιθυμία

Τα παιδιά μας
μικρά και αγέννητα
να ορίζουν τις ζωές μας

Κάγκελα φόρεσε το καλοκαίρι
κι Εμείς
ελεύθεροι
να ταρακουνάμε τα δοκάρια

Άραγε θα ήταν καλύτερα έτσι;

***

[ Όταν με πυροβολώ ] 

Όταν με πυροβολώ
δεν τραβάω την σκανδάλη

Όταν με πυροβολώ
δεν κοιτάζω με αφοσίωση τα παιδιά μου

Όταν με πυροβολώ
δεν ενημερώνω έγκαιρα τον σύντροφό μου

Όταν με πυροβολώ
δεν φιλώ γλυκά στο μάγουλο τις αδελφές μου

Όταν με πυροβολώ
παγερά και αδιάφορα διαβάζω τα νέα της ημέρας

***

[ Απενεργοποιημένη ]

Ένα κομμάτι του εαυτού της ξεπήδησε
και σύρθηκε εκεί έξω

Το αφήνει που και που
για να εξετάσει…

View original post 52 more words

Νικόλας Ευαντινός, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ 1

Αν δεν ήμουν άνθρωπος παρά μονάχα ανθρώπινος

θα μπορούσα να βαδίζω πάνω στο κορμί των ανθρώπων

σε κάθε κύτταρο νεκρό να κάνω μια τελετή,

γύρω από κάθε τρίχα να στήνω χορό για να σηκωθεί,

κάτω από κάθε γλώσσα να κρύβομαι για να βραχεί,

μέσα σε κάθε μάτι να μπαίνω

το βλέμμα να κάνω να βγει…

θα είχα άλλο όνομα…

αν δεν ήμουν άνθρωπος παρά μονάχα ανθρώπινος

***

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ 2

Στο μέγα πολυκάντηλο της φύσης 

-όπως ο σκοτεινός Κόντες του φωτός 

βάφτισε τον ουρανό-

σβήνουν τα κεριά ένα ένα.

Αεικίνδυνος φτάνει ο καπνός τους 

στα φεστιβάλ της ανοιχτής καρδιάς

         – για να ’ναι κάτι ανθρώπινο 

         πρέπει να μυρίζει μια τέτοια απόσταση.

Ιδού λοιπόν η διαφορά μας

από τους ασάλευτους κροκόδειλους των βαλτω

μπαρουτοκαπνισμένοι ονειρευόμαστε

πολυελαίους ουρανούς,

αιώνια αναμμένους προς χαριν

του διάττοντος αστέρα που είμαστε.

*Από τη συλλογή “Ρουβίκωνας στα μέτρα μας”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2011.

Ένα ποίημα του Bob Kaufman για τον Albert Camus

Καμί, θέλω να μάθω, το παγερό μαχαίρι του ανέμου βυθίζεται αθόρυβα μέσα στην ψυχή, τελικά

Καμί, θέλω να μάθω, ο καθισμένος θάνατος βγάζει ξαφνικά φτερά και πετάει, ταχύτερος και από τις μολυβένιες σφαίρες των Φασιστών…

Καμί, αντάρτη με αμμώδες πρόσωπο από τον Όλυμπο, φωτισμένο μυαλό, που λάμπει ευκρινώς, σε μακρινές ιστορικές κορυφές…

Καμί, θέλω να μάθω, το αιχμηρό κιγκλίδωμα προσομοιάζει με τον Φράνκο, που διατρυπάει της Μαδρίτης την πληγή που στον Γκόγια παραπέμπει

Καμί, θέλω να μάθω, την ανιαρή αισθητική, τον ελαστικό γδούπο εκρηγνυόμενων τροχών, την τριβή της σκόνης στο ατσάλι

Καμί, θέλω να μάθω, κροταλίζει σαν εκείνο το μοιραίο τρένο, που στριγκλίζει στον Φιλανδικό σταθμό

Καμί, θέλω να μάθω, η θλιμμένη κραυγή των απρόθυμων φίλων παρηγορεί τον ετοιμοθάνατο αέρα…

Καμί, θέλω να μάθω, η κραυγή του διαμαρτυρόμενου θανάτου τραγουδάει, σάμπως δεσμευτικός όρκος συγκατάνευσης των εραστών

Καμί, θέλω να μάθω, η δριμεία γεύση του αιχμηρού γυαλιού γλυκαίνει την ξεσκισμένη γλώσσα, την ξερή

Καμί, θέλω να μάθω, η ξινή γεύση της απραγματοποίητης υπόσχεσης διαφεύγει του ετοιμοθάνατου στόματος των ματιών και των χειλιών

Καμί, θέλω να μάθω, το απελευθερωμένο αίμα αναβράζει στο χώμα καυτό, μικροσκοπικές Κόκκινες Θάλασσες

Καμί, θέλω να μάθω, ο κυκλώπειος προβολέας καταυγάζει νευρικές γραμμές ορυγμάτων τελικών επιθυμιών

Καμί, θέλω να μάθω, το μυστικό απόθεμα ανανταπάντητων ερωτημάτων κραυγάζει για λύσεις τελικές

Καμί, θέλω να μάθω, το μάτι του χρόνου τρεμοπαίζει προσδοκώντας επανακατακτημένες εποχές εμπλουτισμένες

Καμί, θέλω να μάθω, το θραύσμα του χαλαζία αισθητοποιεί την κλαγγή της σάρκας όπως ακουμπάει σε χρώμιο και οστό

Καμί, θέλω να μάθω, η διαπεραστική λόγχη του θανάτου μιμείται την απαρνημένη επιθυμία, τη σταύρωση την εσωτερική

Καμί, θέλω να μάθω, ο πνευματικός χυμός εξαφανίζεται τόσο αργά, όπως το αίμα της Σαχάρας των υιών των προφητών

Καμί, θέλω να μάθω, καθρεφτίζει την Αράβισσα κόρη, το φύλο της ανασκολοπισμένο σε κάποιων στρατιωτών το κρασομπούκαλο

Καμί, θα σε ακολουθήσω στα ποθητά πατώματα μαύρων ερήμων, κατά πλάτος στεγών φλεγόμενων φοινικιών…

Καμί, θα συρθώ με γόνατα από γυαλόχαρτο σε όασης βυθούς μυστικών πηγαδιών των Βεδουίνων, αναθεματίζοντας…

Καμί, θα απλώσω το χέρι στον καυτό ουρανό, το καφέ μου στόμα γεμισμένο εύθραυστα τηλέφωνα, άνευ χτυπημάτων…

Καμί, θα ψελλίσω καιρό λατρεμένες ασυναρτησίες μέσα από στιβάδες διαμαρτυρόμενης έξαψης, απαιτώντας…

Καμί, δε θα κραυγάσω παρά μία ερώτηση τρομακτική, ο θάνατος υπάρχει; Καμί, θέλω να μάθω…

*Bob Kaufman, από τη συλλογή “Solitudes Crowded with Loneliness”, New Directions 1965. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.