μεσημέρι τσικνοπέμπτης τα παιδιά διασκεδάζουν στην αυλή ο δάσκαλος διαβάζει την επικαιρότητα «ποια λέξη άραγε να περιγράφει τους αιώνες;» αναρωτιέται έπειτα βγαίνει έξω σκύβει και λίγο λίγο μαζεύει μικρά μαύρα χαρτιά που πέφτουν σαν βροχή απ’ τον ουρανό:
Στην απέναντι νεόδμητη πολυκατοικία ένας Άγγελος μαζεύει τα πιάτα απ’ το τραπέζι του πέμπτου ορόφου Μια σκιά στο υπνοδωμάτιο γυμνάζεται εκτελεί αερόβιες ασκήσεις Πενήντα μοίρες αριστερότερα στην ταράτσα μιας άλλης πολυκατοικίας ένας Ρωμαίος με μαύρη χλαμύδα μαζεύει την μπουγάδα που αιωρείται πάνω από ένα αυτοσχέδιο υπαίθριο σαλόνι που έχει στηθεί, νομίζω, από το Μουντιάλ του ‘14
Θέλω να του φωνάξω. Δεν το κάνω
Επιστρέφω στο ψάξιμο Στα χρόνια που δεν βρισκω
Τότε που έκανα τρύπες στο νερό
*
Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ ΤΗΣ ΜΠΑΛΚΟΝΟΠΟΡΤΑΣ
Στον δρόμο κόκκινα φώτα και σειρήνες με φλας
Ένας πίνακας ζωγραφικής αντανακλάται στο τζάμι της μπαλκονόπορτας Στην αρχή νομίζεις ότι είναι Edward Hopper Ξέρεις, μικρές φιγούρες με τον κατάλληλο φωτισμό Η πρόσοψη μιας πολυκατοικίας, με μερικώς φωτισμένα παράθυρα
Βγάζεις τα γυαλιά Τα φοράς πάλι Η εικόνα αλλάζει Τώρα ένας πίνακας του Γκόγια Υποφωτισμένος Στα παράθυρα, κεφάλια σκύλων που αγωνίζονται ν’ αναπνεύσουν καθώς τα πνίγει Η μοναξιά: (η ερωμένη του καλλιτέχνη)
Τα φώτα σβήνουν και μένεις να κοιτάς τα σκοτάδια του Ρόθκο
*
Η ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Στον πεζόδρομο της οδού Ερνέστο Εμπράρ στην Αθήνα, τέσσερα γατάκια νεογέννητα διαφημίζουν το κάθε ένα τις ιδιαίτερες ικανότητές του Από τα τέσσερα θα ζήσει το ένα
Εμείς οικογενειακώς συγκινημένοι στον πεζόδρομο της οδού Ερνέστο Εμπράρ στην Αθήνα, επιλέγουμε αυτό που θα ζήσει Ύστερα επιστρέφουμε στο σπίτι συγκλονισμένοι από την κακή μας πράξη
*Από τη συλλογή «Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη», Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2022.
Κάθε μέρα τα πρόσωπα στο δρόμο γίνονται πιο λίγα. Ένα ένα εξαφανίζονται. Κάποια χάνονται μέσα στα σπίτια τους, άλλα πίσω από μια μάσκα, μέχρι που λίγα μόνο απομένουν. Πλάι στον δρόμο υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένο περίπτερο. Οι παλιές εφημερίδες βρίσκονται ακόμα στα ράφια. Ξαπλωμένος μπροστά απ’ το περίπτερο είναι ο γερο-Δημήτρης, αυτός με το καμένο πρόσωπο. Καθώς σιγοπίνει το κρασί του, φωνάζει στους μασκοφορεμένους ανθρώπους που τρέχουν μακριά ο ένας απ’ τον άλλο: «Δεν είμαι ο μόνος που έχασε το πρόσωπό του, ε;» Γελάει. Οι άνθρωποι απομακρύνονται βιαστικά. Ένας αστυνομικός σταματάει μπροστά του και ρωτάει: «Πού είναι η μάσκα σου;» «Τι;» «Πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος.» «Ποιο πρόσωπο; Στραβός εείσαι; Η μύτη μου κάηκε, τ’ αυτιά μου, τα χείλια μου… Δεν έμειναν και πολλά, δεν βλέπεις;» «Έτσι κι αλλιώς», λέει ο αστυνομικός, «πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος. Έχεις άδεια για την παρουσία σου εδώ;» «Τι;» «Αφού είσαι έξω, πρέπει να δω την άδειά σου.» «Εδώ μένω. Εδώ έξω είναι το σπίτι μου.» «Ακόμα κι έτσι, πρέπει να δω την άδειά σου.» Ο Δημήτρης γελάει. Ο αστυνομικός συνεχίζει σαν ρομπότ: «Χρειάζεσαι άδεια για όλες τις εξωτερικές μικροδουλειές, όπως το να πας στο σουπερμάρκετ ή στο φαρμακείο. Αρκεί να κατεβάσεις από το Ίντερνετ ένα έγγραφο. Έχε υπόψιν πως μόνο ένα άτομο ανά οικογένεια μπορεί να βγει έξω.»
«Οικογένεια;» Ο Δημήτρης πίνει μεγάλες γουλιές κρασί. Οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό του. Θυμάται τη στιγμή που αγκάλιασε τη μικρή του κόρη για τελευταία φορά. Τότε αποφάσισε ν’ αφήσει τον εαυτό του πίσω, εκεί στο διάδρομο, ώστε να μη χρειαστεί να την εγκαταλείψει ποτέ. «Φύγε από ’δώ, μέθυσε, προτού καλέσω την αστυνομία!» φώναξε η γυναίκα του. «Ξέρεις ότι έχουμε βγάλει περιοριστικά μέτρα εναντίον σου!» Αγκάλιασε την κόρη του για τελευταία φορά, αφήνοντας τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να φύγει από το σπίτι με άδεια χέρια. «Οικογένεια μου λες, ε;»
«Λυπάμαι αλλά θα πρέπει να σου βάλω πρόστιμο 150 ευρώ», λέει ο αστυνομικός. «Τι πράγμα; ΕΣΥ μου ζητάς λεφτά ΕΜΕΝΑ;» «Ναι, ναι. Γιατί είσαι εδώ χωρίς άδεια.» «Α, χρειάζεσαι χαρτιά. Χαρτιά, ε; Θα σου δείξω μερικά κωλόχαρτα!» Ο Δημήτρης αρχίζει να σκίζει τις παλιές εφημερίδες από τα ράφια του εγκαταλελειμμένου περιπτέρου. Τις πετάει στον νεαρό μία μία. «Χαρτιά, είπες. Ορίστε τα χαρτιά σου, παλιοκάθαρμα! Είναι αρκετά για σένα; Άδεια για να είμαι έξω, λες. Οικογένεια, ε; Οικογένεια! Οικογένεια είπε το κάθαρμα!» Ο Δημήτρης συνεχίζει να σκίζει τις εφημερίδες από τα ράφια. Ο νεαρός ρίχνει μια γρήγορη ματιά γύρω του προτού το βάλει στα πόδια, καθώς ένας καταιγισμός εφημερίδων εκσφενδονίζεται προς το μέρος του.
Τα περιστέρια σπεύδουν προς τον σωρό των σκισμένων εφημερίδων. «Λυπάμαι αλλά δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο σ’ αυτά τα σκουπίδια, φιλαράκια», λέει ο Δημήτρης. «Αλλά ευτυχώς αυτό το κάθαρμα έφυγε –κάτι είναι κι αυτό, ε;»
A license to exist
Each day the faces on the street become fewer. One by one they vanish. Some disappear into their houses, others behind a mask, until only a few remain. The doves are still waiting by the glass door outside their friend’s bakery. Every day they return, not knowing that no one will open the door for the next few months. As the days pass the doves become fewer. There is no food on the ground anymore. The bird corpses lie scattered in the streets. By the street there is an abandoned newspaper kiosk. The old papers still sit on the shelves. Lying in front of the kiosk is old Dimitri, the one with the burnt face. As he sips his vodka, he yells at the masked people who seem to be running away from each other. “So, I am not the only one who lost my face, eh?” Dimitri laughs. The people hurry away from him. A young policeman stops in front of him asking: “Where is your mask?” “What?” “You have to cover your face like everyone else.” “What face? Are you blind? My nose burned off, my ears, my lips…There isn’t much left is there?” “Nevertheless,” says the police, “you still have to cover your face like everyone else. Do you have a license to be here?” “What?” “I need to see your permission for being outside.” “I live here. The outside is my home.” “Even so, I still need to see your license.” Dimitri laughs. The policeman carries on robotically: “You need a license for all minor errands such as trips to the grocery store or to the pharmacy. It’s enough to download a document. Keep in mind that only one per family can go outside per day.” “Family?” As Dimitri takes big sips of vodka, memories flood his mind. As he is leaving his house for the last time, his tiny daughter runs towards the front door, grabbing his leg. “Daddy, please don’t leave, please.” He looks into the mirror, and decides to leave himself behind, right there in the hall, so that he never has to abandon his child. He smiles at the man in the mirror, thinking that he will be a much better father. He will always be young, always be healthy, always be there for her. His face will always remain the same. “No, my love, I will never leave you.” “Get out of here, you drunkard, before I call the police!” his wife yells from inside the living room. “You know that we have a restraining order on you!” He goes down on his knees and hugs the girl one last time, leaving his hands wrapped around her so that he wouldn’t have to leave the house empty-handed. “Family you say, eh?” “Well, I am sorry, but I am going to have to fine you 150 euros,” the policeman says. “What? Are YOU asking ME for money?” “Yes. Because you are here without a license.” “Oh, you need papers. Papers, eh? I’ll show you some bloody papers!” Dimitri begins to tear down the old papers from the shelves of the abandoned kiosk. One by one he throws them at the policeman. “Papers, you say. Here are your papers you bloody bastard! Are these good enough for you? License to be outside, you say. Family, eh? Family! Family he said, the bastard!” Dimitri continues to tear the papers from the shelves. The policeman takes quick look around him before running away from the flood of papers hurled his way. The doves hurry towards the pile of torn newspapers. “I am sorry but there is no food in this garbage, my friends,” Dimitri says. “But it’s a good thing that bastard is gone, right?”
Πετσέτες, μπλουζάκια, σορτς μαζεύτηκαν πάλι ποτισμένα αρμύρα. Δεν προλαβαίνεις τη μια στοίβα κι έρχεται νέα, επίμονη να σου ζητά φρεσκάρισμα επειγόντως. Σαν να μην άδειασε στιγμή η λεκάνη με τα άπλυτα. Σαν μαγεμένα ν’ απαντήθηκαν μέλλον, παρόν και παρελθόν μπροστά σ’ ένα πλυντήριο
στου χρόνου την προβαρισμένη περιδίνηση
*
ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΗΓΟΥ
Απολαμβάνει τα τοπία κι άλλοτε στου σκίαστρου τον καθρέφτη το ρουζ απλώνει ή χρωματίζει βλέφαρα και χείλη.
Συνοδηγός. Ο απόλυτος ευφημισμός πλάι στη Συμπρωτεύουσα
*
ΜΥΔΙ
Μαύρο σκληρό περίβλημα μου κρύβεις την τρυφερή μου λιχουδιά. Αξιόπιστη η ασπίδα σου μα η ουσία σου στο Βάθος. Όχι σαν εμένα που ‘χω έξω την τρυφερή μου σάρκα και στο βάθος μόνο κόκκαλα. Σκέτη Επιφάνεια είμαι ανούσια και πληκτική. Αν κι ίσως κάποτε Αποκαλύψεως.
Επελαύνουν οι μεσαίωνες θάνατοι σε κοινή θέα. Περαστικοί άπραγοι ο νόμος του Λυντς. Κανείς δε βοηθά τον αβοήθητο. Φτωχοδιάβολε, οι πύλες του ουρανού ανοίγουν για σένα. Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω.
*
ΟΚΤΩΒΡΗΣ
Ακύρωσε το εισιτήριο κι έμεινε να περιμένει να χαθεί η πλάτη του τελευταίου επισκέπτη της ημέρας.
Της μέρας που λιγόστεψε και φίδι σέρνεται μετά από γεύμα τέσσερις φορές το βάρος του.
*
LOADING SEEMS TO BE TAKING A WHILE
Χαμένα τ’ αρχεία, καταποντισμένα τα μνημεία. Χάκερς εισέβαλαν τη νύχτα που κοιμόσουνα. Άχρηστο πλήκτρο στο μαθημένο να επαναλαμβάνει δάχτυλο. Δεν επαναφέρεις τίποτα! Δεν επανέρχεσαι ποτέ.
*
ΣΥΡΜΟΙ
Ώστε, λοιπόν, θα ξεχαστούμε σκιές, σ’ ένα βαγόνι τρένου. Σε μια αποβάθρα σταθμού κλεισμένου θα τριγυρνούμε. Συρμοί τις νύχτες θα σφυρίζουν, κι όσοι είν’ απ’ έξω θα νομίζουν πως ξαναζούμε…
Πρόσεχε φίλε ο ψυχίατρος είναι δικός τους ο εξομολόγος οι ιεροεξεταστές οι ραβδούχοι είναι όλοι ρουφιάνοι είναι συμπαιγνία για να σου φορτώσουν ενοχές και εγκλήματα μην ομολογήσεις ποτέ τίποτα, σε κανέναν κανείς δεν είναι φίλος σου μόνο ο εαυτός σου όλοι οι άλλοι είναι αργυρώνητοι πρόσεχε καλά είναι ισχυροί πρέπει να παίξεις το παιχνίδι σωστά.
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί λένε λένε κι όλο προφητεύουν τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά όσο για μένα κρυφά την αγαπώ και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω ούτε πουλί μάς βλέπει ούτε ανθός μάς ακούει φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω, γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέμματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το καθετί από την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα. Ηλίας Πετρόπουλος, «Ποιήματα», Εκδόσεις: Νεφέλη, Αθήνα 1993. Επιλογή-Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος