Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Ο κόσμος σίγουρα,
θα μπορούσε να είναι καλύτερος.
Προς το παρόν, προσπαθούμε για τα αυτονόητα.
Δεν ακολουθούν πολλοί,
παρά λίγοι τρελοί και ρομαντικοί.
Ο καθένας με τον τρόπο του.
Ο καθένας απ’ το μετερίζι του.
Αγώνας κατάντησε η κάθε μέρα.
Τα μάτια, σπάνια ανταμώνουν τα μάτια
κι όταν αυτό γίνεται, σαστίζω.
Οι άνθρωποι, κρίνουν πιο εύκολα
παρά βοηθούν,
κι αυτό το φεγγάρι απόψε κάνει κάθε γουλιά
στον οισοφάγο να γρατζουνά.
Υποψιάζομαι έναν τεράστιο κρυφό φόβο
στις καρδιές των ανθρώπων.
Στα χνώτα τους βγαίνει ψυχρός ο χειμώνας.
Για αυτό, εφευρίσκω άλλο τρόπο προφοράς.
Αν ήθελα κάτι θα ήταν να κλέψω μερικά βήματα
απ’τα τραγούδια που χορεύουν στα χείλη της.
Απλά και ταπεινά να διαρκέσω.

*

Πλάθω την κραυγή, ποίηση.
Η αδιαφορία λυσομανάει
σε κορμιά ραπισμένα απ’ τις αδικίες.
Αρνούμαι να δεχτώ
αυτή την υπολογιστική κανονικότητα.
Βύθισα τα μούτρα στο χαρτί,
μήπως χωρέσω κάπου.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελε κανείς.
Μα δεν υπάρχει και κανείς να χρειάζομαι.
Κάπως έτσι κοροϊδεύω τον καιρό,
αυτός όμως δεν αστειεύεται
όταν σβήνει τα ίχνη μου στην άμμο.
Ουδέποτε θέλησα να προσαρμοστώ,
παρόλα αυτά ήσυχα καραδοκώ
τις ευκαιρίες του στίχου.
Λειαίνω τον πόνο του αγκαθιού,
γίνεται τραγούδι,
έτσι χωράω κι εγώ
σε αυτό το αλλόφρων πανηγύρι.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο “Τεφτέρι” Νο 3, Γενάρης 2026.

Lesego Rampolokeng, Lines for Vincent

Μέρος ευρύτερης μεταφραστικής εργασίας πάνω στο έργο του Lesego Rampolokeng
Μετάφραση, ανάλυση και βιογραφικές σημειώσεις: Ασημίνα Λαμπράκου

LINES FOR VINCENT
Στίχοι για τον Βίνσεντ

(Lesego Rampolokeng – μετάφραση: [Ασημίνα Λαμπράκου])

Του έβγαλαν το δόντι
μ’ ένα ζευγάρι πένσες, προτού πεθάνει.
Του έβγαλαν τα νύχια,
επειδή ήθελαν να χάσει το θάρρος του.
Έκοψαν τα γεννητικά του όργανα
μ’ ένα χασαπομάχαιρο.
Ενώ αιμορραγούσε, τον έγδαραν
κι άφησαν το αίμα του να ρέει με τον άνεμο.

Το μήνυμα έσκασε μέσα μου
στην κόκκινη οργή μιας καταιγίδας,
χτυπώντας σκληρά στο πίσω μέρος της ντροπής μου.
Κι ακόμη το κέλυφος της μνήμης ρίχνει ζάρια.

Ας το πάμε με τη σειρά.
Κανείς από όσους ξέρω δεν είδε το πτώμα του Βίνσεντ.
Και οι αποδείξεις καθαρίστηκαν καλά
από τον στρατιωτικό που ζούσε
με τον αγώνα να παραμείνει ανθρώπινος.
Ναι, ο άντρας στην εξουσία
έκανε μια συμφωνία σε κιλά αίματος και σάρκας.
Θάψαμε ένα άδειο φέρετρο, συμβολικά.
Λένε, ένα τσακάλι μετέφερε το κεφάλι του μακριά.
Λένε, μια σφαίρα έκλεισε τον λογαριασμό.

Ο θρύλος λέει:
στριφογύριζαν το κεφάλι του στον αέρα
και τα οστά θα είχαν φτιάξει έναν θρόνο
για τον πρόεδρο.
Ακρωτηρίασαν και σοδόμησαν το νεκρό του σώμα.

Ο Βίνσεντ ήταν ξάδελφός μου·
δολοφονήθηκε από βαναυσότητα
και ενός έθνους τη φονική δόξα.
Του έδειξα τις πρώτες μου ηβικές τρίχες
και, την εποχή της σύγχυσής μου,
μου έδειξε το μονοπάτι και τον τρόπο να διαβώ.
Μα έλαβα ένα χτύπημα
από το σοκ της ανακάλυψης της θνητότητας.

Όρθιος, με κουβέρτα την ομίχλη,
σύρθηκε μέσα στον καπνό απ’ της οβίδας την πορδή
για να πεθάνει στο Κοματιπόορτ, [1]
τόπο όπου σφραγίστηκε
η συμφωνία του κοπροθανάτου.
Η δικαιοσύνη λαβώθηκε στα πεδία του φόνου.

Ο Βίνσεντ σ’ έναν λόφο από κατακόκκινο χρώμα,
με το ρίγος τυλιγμένο γύρω του.
Μια ανεμοθύελλα μέσα του,
κουκουλωμένος κάτω από κουβέρτα φόβου.
Όπως η συνειδητοποίηση του φόνου μεγάλωνε,
κι η καταιγίδα φυσούσε ακόμη.

Τη νύχτα πνίγηκα στον ιδρώτα,
στη θέα ενός πλατιού χαμόγελου θανάτου,
με ένα όπλο να σημαδεύει τον εγκέφαλό μου.
Και το αποκάλεσαν επινόημα
μιας πυρετώδους φαντασίας.

Κι ακόμη
βλέπω τα φτιασιδωμένα τους πρόσωπα στις ειδήσεις
να τρέμουν καθώς τους παρακολουθώ
να ρίχνονται στο κοτόπουλο, γευματίζοντας,
στις λιμουζίνες τους –
αφότου το φλας της κάμερας άστραψε–τρέμω
και θέλω να ακούσω την άποψή τους:
γιατί τόσες ζωές ξεπουλήθηκαν.
Μα οι ερωτήσεις μου γεννιούνται ευνουχισμένες.

Δεν έχει νόημα
να ανακατεύω το δισκοπότηρο της επανάστασης,
όταν ό,τι μπορεί να αποφέρει
είναι μια χώρα γεμάτη κάμπιες σε παροξυσμό.

Η μητέρα δεν μπορούσε να σταματήσει
να κουνάει το κεφάλι της.
Έτσι βεβαίωσαν ότι ήταν τρελή
και την κλείδωσαν στη μοναξιά της.

Η βόμβα, η σφαίρα, η λεπίδα, το δηλητήριο
ή απλώς η σιωπή
μπορούν να απαλύνουν
την ακατανίκητη οδύνη του μυαλού μου.
Καθώς η γλώσσα μου τινάζεται,
ξέρω — μπορεί να συναντήσω
τον θάνατο του λόγου.

Μα λένε πως η μνήμη είναι δρόμος μακρύς,
που γίνεται χειρότερος
από το βαρύ φορτίο
της βίας.

σημείωση μετάφρασης: το ποίημα διαμορφώνεται παρεμβατικά στην hip hop αρχική εκδοχή του, ώστε να διευκολύνει αναγνωστικά εκείνον που θα αντέξει να το αγγίξει, και να το διαβάσει.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Το Lines for Vincent γράφεται από μια φωνή που γνωρίζει ότι ο λόγος δεν επαρκεί και παρ’ όλα αυτά δεν υποχωρεί.
Στο Lines for Vincent το ποιητικό υποκείμενο του Rampolokeng στέκεται μέσα στο τραύμα, αποδέχεται την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα, την ένταση. Η βία εγγράφεται στο ποίημα ως διατάραξη της γλώσσας: οι εικόνες εμφανίζονται απότομα, οι συνδέσεις χαλαρώνουν, ο ρυθμός γίνεται κοφτός, σωματικός. Η γραφή λειτουργεί ως ίχνος της επίδρασης των γεγονότων επάνω στη φωνή που μιλά. Έτσι, το ποίημα συγκροτεί μια στάση γραφής που δεν διεκδικεί αποκατάσταση ή νοηματική πληρότητα, αλλά εμμένει στην παρουσία, στην ένταση και στη μνήμη που δεν ησυχάζει.
Μορφικά, το ποίημα κινείται ανάμεσα στον προφορικό ρυθμό και στη σιωπή της γραφής. Οι μακρείς, συχνά κατακερματισμένοι στίχοι, οι επαναλήψεις, οι απότομες μετατοπίσεις από το προσωπικό στο πολιτικό και από το γεγονός στον θρύλο, συγκροτούν μια γλώσσα που δεν «κυλά» αλλά σκοντάφτει.
Η ποίηση αντιστέκεται στη ροή, δεν εξομαλύνει.

Το Lines for Vincent δεν ζητά να διαβαστεί εύκολα.
Ζητά να αντέξει κανείς να το διαβάσει.
Και αυτό ακριβώς το καθιστά ένα από τα πιο σκληρά και αναγκαία ποιήματα του Rampolokeng: ένα ποίημα όπου η μνήμη δεν σώζει, αλλά επιμένει —
και όπου ο λόγος, απειλούμενος διαρκώς με τον θάνατό του, εξακολουθεί να μιλά.

*

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:
Ο Lesego Rampolokeng είναι Νοτιοαφρικανός ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων, περφόρμερ και μουσικός. Γεννήθηκε το 1965 στο Σοβέτο (Soweto), σε ένα περιβάλλον όπου η βία του απαρτχάιντ, οι απαγορεύσεις και η καθημερινή εμπειρία της καταπίεσης δεν αποτέλεσαν απλώς ιστορικό φόντο, αλλά καθοριστική συνθήκη διαμόρφωσης συνείδησης και λόγου.

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, η φωνή του Rampolokeng παραμένει μία από τις πιο ισχυρές, άτεγκτες και ανυποχώρητες συνειδήσεις της νοτιοαφρικανικής λογοτεχνίας. Ο λόγος του δεν επιδιώκει τη συμφιλίωση ούτε την παρηγορία· αντιθέτως, επιμένει στη ρήξη, στη μνήμη και στην αποκάλυψη των μηχανισμών που συνεχίζουν να παράγουν βία και ανισότητα, ακόμη και μετά την τυπική κατάρρευση του απαρτχάιντ.

Σε συνέντευξή του το 2011, στο πλαίσιο του αφιερώματος South Africa – Land of Contrasts (*), ο Rampolokeng υπογραμμίζει ότι η γέννησή μας είναι ήδη μια πολιτική πράξη. [2] Υπό αυτό το πρίσμα χαράσσει τη στάση και την πορεία του, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι η τέχνη δεν είναι θέαμα· είναι πράξη. Σε αυτήν την πράξη δεν «εκτελεί» την τέχνη του — είναι ο ίδιος η τέχνη του. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως διακήρυξη επιβίωσης μέσα σε ένα σύστημα που, παρά τις αλλαγές ονομάτων και προσωπείων, εξακολουθεί να βασίζεται στη βία, στην αποσιώπηση και στην κανονικοποίηση της αδικίας.

Μεγαλωμένος ανάμεσα σε συρματοπλέγματα και εξεγέρσεις, αναγνωρίζει από νωρίς ότι η γλώσσα μπορεί να μετατραπεί σε όπλο — όχι για να σκοτώσει, αλλά για να αποκαλύψει. Ο λόγος του δεν στοχεύει στη λύτρωση του αναγνώστη· τον καλεί, μάλλον, σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με εκείνο που οι κοινωνίες επιλέγουν συστηματικά να ξεχνούν. Η ποίησή του λειτουργεί ως αντίσταση στη λήθη, ως πράξη μνήμης και άρνησης των ψευδαισθήσεων μιας «ελευθερίας» που παραμένει άνιση και ελλειμματική.

Το έργο του Rampolokeng συνομιλεί βαθιά με τη σκέψη του Frantz Fanon [3], του Steve Biko [4] και τη φιλοσοφία της Black Consciousness, [5] ενώ συγγενεύει αισθητικά και πολιτικά με ποιητές όπως ο Mafika Gwala [6] και ο Keorapetse Kgositsile. [7] Παράλληλα, έχει ασκήσει ουσιαστική επιρροή σε νεότερους Νοτιοαφρικανούς ποιητές και περφόρμερ, μεταξύ των οποίων οι Kgafela Oa Magogodi, Lebo Mashile και Khulile Nxumalo.

*σημείωση μετάφρασης: Το ποίημα Lines for Vincent, που παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο, προέρχεται από αρχειακό υλικό σε μορφή PDF, το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάουν Kelwyn Sole [8] για διδακτικούς σκοπούς, κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον καθηγητή.

Η μετάφραση δημοσιεύεται για λόγους λογοτεχνικής παρουσίασης του έργου του ποιητή. Όλα τα δικαιώματα του πρωτοτύπου ανήκουν στον δημιουργό.
Το ποίημα αυτό συμπυκνώνει χαρακτηριστικά τη γραφή του Rampolokeng: έναν λόγο σωματικό, πολιτικά φορτισμένο, αμείλικτο, που αρνείται να εξωραΐσει την εμπειρία και επιμένει να την εκθέτει σε όλη της την ωμότητα.

Η ποίηση του Lesego Rampolokeng δεν ζητά συναίνεση. Ζητά εγρήγορση.

Παραπομπές

(*) συνέντευξή του L. R. στο 2010sdafrika – Νότια Αφρική: Χώρα των Αντιθέσεων, 7 Φεβρουαρίου 2011, (SÜDAFRIKA – Land der Kontraste), ανακτήθηκε από το Wayback Machine: https://web.archive.org/web/20130814232215/http://2010sdafrika.wordpress.com/2011/02/07/interview-with-lesego-rampolokeng

(1) Κοματιπόορτ: https://en.wikipedia.org/wiki/Komatipoort
(2) https://web.archive.org/web/20130814232215/http%3A/2010sdafrika.wordpress.com/2011/02/07/interview-with-lesego-rampolokeng/
(3) Frantz Fanon https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%82_%CE%A6%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD
(4) SteveBiko https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%B9%CE%B2_%CE%9C%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%BF
(5) Black Consciousness https://www.saha.org.za/youth/black_consciousness.htm
(6) Mafika Gwala https://sahistory.org.za/people/mafika-pascal-gwala
(7) Keorapetse Kgositsile https://sahistory.org.za/people/keorapetse-william-kgositsile
(8) Kelwyn Sole https://humanities.uct.ac.za/department-english/people-departmental-associates/professor-kelwyn-sole

Πηγές:

-Lesego Rampolokeng, συνέντευξή στο 2010sdafrika.wordpress.com (αρχειοθετημένη στο Web Archive, 2011
-Poetry International / Poetry Foundation – βιογραφικά στοιχεία και παρουσίαση
-African Poetry Digital Portal (University of Nebraska)
-Kelvyn Sole, pdf

Ασημίνα Λαμπράκου


Μετάφραση και κριτική ανάγνωση ποίησης

Μαρία Λαϊνά, Καπνός

Και στράφηκα εγώ
γιατί υπήρχε κίνδυνος να εξαφανιστεί
και είχα δώσει την καρδιά μου για να το κρατήσω.
Και είδα, και να!
τον ψίθυρο μιας ομορφιάς όπως θα βγαίνει από το χώμα
ή από τα νερά, και τα νερά στο χώμα
ή από τον ύπνο στον αέρα κι απ’ τον αέρα πουθενά
υπάρχει όνειρο που δεν θα αποκοιμηθεί στο λίχνισμα του πρωινού;
κάτι που όταν το ξυπνήσουμε να είναι εκεί;
η άκρη από το βαθύ του ρούχο έστω, τ’ ασημένια του πασούμια
το πέρασμά του, αν δεν θέλει να σταθεί;
Α, τι λύπη, τι λύπη
τι λύπη μεγάλη.
Θα πάμε στους νεκρούς χωρίς ν’ αγγίξουμε
τον έρωτά τους.

*Πηγή: «Ρόδινος φόβος» στο: σε τόπο ξερό: Ποιήματα 1970-2012. Αθήνα: Πατάκης 2015.

Γιώργος Αναγνώστου, Η διασπορά σαν μετανάστης στην Ελλάδα

[μέρες γκολντεν ντον]

Η μαύρικη ελληνική διασπορά
αυτή η παντρεμένη έξω από την ομογένεια

Η σκούρα ελληνική διασπορά
αυτή που βλέπουν έξω σαν κατώτερη σκούρα

Η καφέ ελληνική διασπορά
αυτή που δεν επαναπαύεται στην λευκότητα της

Η έγχρωμη ελληνική διασπορά
αυτή που θα μαχαιρωθεί τα μεσάνυχτα σε σταθμούς
μετρό “ελλάς”

Η rainbow ελληνική διασπορά
αυτή που θα προπηλακιστεί στην Ομόνοια

Η ελληνική διασπορά με τις μνήμες του
Αμερικάνικου του Αυστραλέζικου του
Ευρωπαϊκού αυτοχθονισμού

Αυτή η διασπορά αυτές τις μέρες
δεν είναι σίγουρο καν
αν η οργή πνίγει την φωνή της
ή αν η σιγή αναβάλλει επ’ αόριστο
οποιαδήποτε υποψία καλοκαιρινής
“επιστροφής”

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής», ΕκδόσειςΕνδυμίων, 2016

**Ο Γιώργος Αναγνώστου είναι καθηγητής στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο. Η ερευνά του εστιάζεται σε θέματα διασποράς και αμερικανικών εθνοτικοτήτων μέσω του διεπιστημονικού πρίσματος των Πολιτισμικών Σπουδών. Έχει δημοσιεύσει σε ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών περιοδικών όπως Melus, Ethnicities, Diaspora, Italian American Review, Journal of American Folklore και Journal of Modern Greek Studies μεταξύ άλλων.

Η ποιητική της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς: Η συμβολή της Χριστίνας Λιναρδάκη

Tου Δήμου Χλωπτσιούδη
 
ΣΚΠ, Χριστίνα Λιναρδάκη, Ενάντια, 2024
 
Η ποιητική της ασθένειας, ως υποείδος της ποίησης του ιδιωτικού ή αυτοβιογραφικής ποίησης, αποτελεί έναν χώρο όπου η σωματική και ψυχολογική εμπειρία της νόσου μετασχηματίζεται σε ποιητικό λόγο. Ενώ η ιατρική αφήγηση τείνει να αντικειμενοποιεί τον ασθενή, η λογοτεχνική προσέγγιση επιτρέπει την υποκειμενική ανασύνθεση της ασθένειας με έμφαση στο τραύμα μέσα από μια γλώσσα ωμή και ρεαλιστική. Όπως σημειώνει η Susan Sontag στην εισαγωγή του διάσημου Illness as Metaphor (1978) η ασθένεια είναι η νυχτερινή πλευρά της ζωής, μια επαχθής ιθαγένεια. Όλοι όσοι γεννιούνται έχουν διπλή υπηκοότητα, ζώντας στο βασίλειο της υγείας και το βασίλειο της νόσου. Αν και όλοι προτιμούμε να χρησιμοποιούμε μόνο το καλό διαβατήριο, αργά ή γρήγορα καθένας μας είναι υποχρεωμένος, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να αυτοπροσδιορίζεται ως πολίτης του άλλου τόπου.

Στην ελληνική ποίηση το υποείδος υπηρέτησαν γυναίκες, καθώς η ασθένεια ως υποείδος της αυτοβιογραφικής ποίησης, προβάλλει αμήχανες στιγμές που εκθέτουν το ποιητικό υποκείμενο, είτε με έμφαση στην αναπηρία (Αγγελάκη-Ρουκ, Ειρήνη Παραδεισανού) είτε ως βίωμα του συγγενή που παρακολουθεί την εξέλιξη μιας ασθενείας (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα). Η επιλογή των ποιητριών να εκθέσουν τον εαυτό και το τραυματικό βίωμα, ωστόσο, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον ανδρικό εξουσιαστικό λόγο, που επιδιώκει να εκφράσει το κοινόν. Οι γυναίκες ιστορικά προβάλλοντας το ιδιωτικό, αναζήτησαν μία νέα εκφραστική επιλογή να απομακρυνθούν από την ανδρική αισθητική και να εκφράσουν το άτομο, προσπαθώντας να συνδέσουν το βίωμα των αναγνωστών/αναγνωστριών με το δικό τους ως μία κοινή εμπειρία.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Χριστίνας Λιναρδάκη, ΣΚΠ (Ενάντια, 2024), εισάγει στα ελληνικά γράμματα το υποπεδίο της ποιητικής της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς, προσφέροντας μια σκληρή ματιά στην εξέλιξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας, και αυτή είναι η η μία σημαντική προσφορά της Λιναρδάκη στην ελληνική ποίηση –η άλλη εστιάζει στην κριτική και τις μεταφράσεις της).

[…] Ο μυελός μου
ένα πεδίο μάχης
διάστικτο από λευκούς κύκλους
πάνω στο μαύρο της μαγνητικής […]

Η συλλογή δεν αποτελεί απλώς μια ποιητική καταγραφή, αλλά μια ριζοσπαστική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο η χρόνια ασθένεια διαμορφώνει την ταυτότητα, τον χρόνο και τις σχέσεις του ποιητικού υποκειμένου. Οι συνθέσεις λειτουργούν ως ποιητικό ημερολόγιο αυτοαποκάλυψης και αποδοχής, και διατηρούν χαρακτηριστικά ιατρικής αφήγησης (medicine narratives) από τη σκοπιά του ασθενούς, θυμίζοντας τις συχνές αναφορές της Χαράς Χρηστάρα σε ψυχιάτρους και την ψυχαναλυτριά της.

Η συλλογή αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, καθώς προσεγγίζει το τραυματικό βίωμα όχι ως μεμονωμένη στιγματική εμπειρία, αλλά ως πολυδιάστατη διαδικασία σωματικών και ψυχολογικών εγγραφών. Η ποιητική έκφραση της Λιναρδάκη, βασισμένη στο αυτοβιογραφικό υλικό, αποκαλύπτει την οντολογική ευπάθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από ένα πρίσμα βαθύτατης ανθρωπιστικής ευσπλαχνίας. Ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί μόνο ως κατανόησης εργαλείο, αλλά κυρίως ως μορφή ηθικής και υπαρξιακής αντίστασης έναντι της απώλειας σωματικού και ψυχικού ελέγχου. Η ποιητική πράξη δεν αποσκοπεί στη θεραπεία του τραύματος –κάτι που θα συνιστούσε μια απλοϊκή θεραπευτική ανάγνωση– αλλά στην ωμή εικονοποίησή του, μετατρέποντάς το από απρόσληπτο φαινόμενο σε διαχειρίσιμη εμπειρία.

Ο νοσοκομειακός χώρος μεταμορφώνεται ποιητικά σε τόπο φαινομενολογικής αναστοχής, όπου ο ποιητικός λόγος αποκτά την ιδιότητα του υπαρξιακού εργαλείου επιβίωσης. Σε μια εποχή ιατροκρατούμενων αφηγήσεων, όπου ο πόνος τείνει να υποβαθμίζεται είτε σε απρόσωπη στατιστική είτε σε κλινική περίπτωση, η ποιητική παρέμβαση της Λιναρδάκη υπενθυμίζει τον αναγκαίο ρόλο της Τέχνης να φωτίζει τις πιο ευάλωτες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η συλλογή δεν περιορίζεται στην αυτοθεραπευτική αφήγηση, αλλά επεκτείνει τον διάλογο σχετικά με τις ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις των χρόνιων ασθενειών, θέτοντας ζητήματα που αφορούν τόσο την ιδιωτική όσο και τη συλλογική διάσταση του πόνου. Η ποιητική γραφή αποκτά πια χαρακτήρα παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να αντιμετωπίσουν κριτικά τις επικρατούσες αναπαραστάσεις της ασθένειας και της αναπηρίας.

Η Λιναρδάκη, σε αντίθεση με δημιουργούς που ασχολούνται με την ασθένεια ως εξωτερικοί παρατηρητές (π.χ. συγγενείς ή ιατρικό προσωπικό), εστιάζει στην προσωπική σωματική εμπειρία, όπου το τραυματισμένο κορμί μετατρέπεται ταυτόχρονα σε θύμα και μάρτυρα, όπως στο «Ηλεκτρομυογράφημα»:

Στο πόδι ή αλλού στο σώμα
δεν ενοχλεί
στο πρόσωπο όμως
δεν είναι μόνο ο πόνος
είναι η φρίκη
του ακούσιου σπασμού που
[…]
σε μετατρέπει σε
σπασμένο είδωλο
αυτού που ήσουν πριν.

Βασικό χαρακτηριστικό στην ποιητική της ασθένειας είναι η αμεσότητα της γλώσσας. Αυτή η επιλογή φέρνει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια πιο κοντά στο βιωματικό περιεχόμενο, καθώς το προσωπικό βίωμα της ποιήτριας συναντά τις εμπειρίες του κοινού.

Σε αντίθεση με άλλες ποιήτριες που ασχολούνται με την ασθένεια (όπως η Μπακονίκα και η Λουκίδου, που αναφέρονται τον καρκίνο, ή η Σιδηρά, που εστιάζει στην άνοια), η Λιναρδάκη δεν επικεντρώνεται μόνο στην απώλεια, αλλά και στην προσπάθεια της ασθενούς να αποδεχτεί τη νόσο:

[…]
το ένα πόδι έπαψε
ξαφνικά να λειτουργεί
μετατράπηκε σε
άσκοπη απόφυση που
απλά κρεμόταν
χρειάστηκα είκοσι λεπτά
για μια απόσταση
εκατό μόλις μέτρων
[…]

Στο πλαίσιο της εξομολογητικής ρητορικής η ποιήτρια εκθέτει άβολες στιγμές από την εξέλιξη της ασθένειας:
[…]έτυχε να κατέβω απ’ το μετρό επειδή βράχηκα
κι όμως μου πήρε πάνω από πέντε χρόνια
να συνειδητοποιήσω πως έχω πρόβλημα
δεν ξέρω πόσα μέχρι να το δεχτώ
«Ακράτεια»
ή άλλοτε δίνει έμφαση στα ιατρικά εργαλεία και τα φάρμακα:
Aubagio, Gilenya, Zeposia
Εξωτικές ονομασίες[…]
«Φάρμακα»
η νευρολόγος μου είναι φύση ρομαντική
πιστεύει πως τα φάρμακα
βρίσκεται η θεραπεία[…]
«Ιατρικός ρομαντισμός»
Μπλε και πράσινες πεταλούδες
χύμα
μέσα σε άσπρα κουτιά
[…]
που προορίζονται για ορούς.

«Πεταλούδες»

Ως μέρος της ποίησης της αγωνίας και του άγχους, η ποιητική της ασθένειας μάς επιτρέπει να στοχαστούμε και να συγκινηθούμε για το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου, θυμίζοντας τη θέση του Σόλωνα και τη ματαιότητα των συλλογικών οραμάτων, όταν αδιαφορούμε για το ίδιο το άτομο. Το υποείδος αναδεικνύει τη ματαιότητα του αγώνα ενάντια στη φθορά, τον χρόνο, τη θνητότητα και τη νόσο. Οι σωματικές παθήσεις φέρνουν στην επιφάνεια μια έντονη αντίθεση συναισθημάτων, καθώς το σώμα παλεύει με την παρακμή: απογοήτευση και θυμός, αποστροφή και παραίτηση, απελπισία αλλά και ελπίδα.

Συχνή συνθήκη σε τέτοια ποιήματα είναι ο νοσοκομειακός χώρος ως ποιητικό σκηνικό, όπου ο τόπος και ο χώρος παραμορφώνονται υπό το βάρος της ασθένειας. «Στη νευρολογική κλινική» διαβάζουμε:

Οι θάλαμοι μιας νευρολογικής κλινικής
είναι κάπως πιο ανθρώπινοι
οι γιατροί σε εξετάζουν τακτικά
[…]
κάθε φορά με την ίδια αλληλουχία:
αντανακλαστικά
κίνηση ματιών
συγχρονισμοί
παραμάνες, διαπασών, σφυράκια και
δυνάμεις
Ένας επαναλαμβανόμενος αλγόριθμος […]

Οι νοσοκομειακοί χώροι δίνουν την ευκαιρία για την καταγραφή πολλών εικόνων, ως μια βουβή κραυγή απελπισίας και αγωνίας για τον εαυτό και τον άλλο:

Μάτια σφιγμένα δυνατά
μέσα στον μαγνητικό τομογράφο
η φωνή του τεχνικού ραγισμένη
μετά από μια αιωνιότητα
«τελειώσαμε» ανήγγειλε[…]
«Mediterranean Hospital»
Ένας νεαρός
περπατά με πι
δεν μπορεί να ισιώσει την πλάτη του
μιλά για το τελευταίο χειρουργείο του
για την αντλία κορτιζόνης στη σπονδυλική του στήλη
είναι μόλις δεκάξι

«Στον διάδρομο»

Η ασθένεια έχει ισχυρό έλεγχο στη φαντασία μας. Η ποιητική της ασθένειας έρχεται να μάς θυμίσει ότι παρά τις ιατρικές τεχνολογικές προόδους του 20ου αιώνα, ο άνθρωπος παραμένει αιχμάλωτος του σώματος και της αρρώστιας. Όταν η ανάπτυξη αντιβιοτικών για την καταπολέμηση των λοιμώξεων, η αυτονόητη δημόσια υγιεινή και τα εμβόλια για την πρόληψη επιδημιών δημιουργούν την αντίληψη ότι ζούμε σε μια σχεδόν μετα-ασθένειας εποχή, η ποιητική της ασθένειας μάς προσγειώνει στην τρωτότητα του σώματος και μάς θυμίζει ότι τελικά το άτομο δεν είναι άτρωτο και πως η υγεία του μπορεί να κλονιστεί ανά πάσα στιγμή. Η ασθένεια, με την αβεβαιότητα και τον πόνο που φέρνει, μας υπενθυμίζει την ανθρώπινη φύση και την ανάγκη για κατανόηση. Μέσα από την έκφραση του πόνου και της ευαλωτότητας (θυμικό), η ποιητική της ασθένειας αντιστέκεται στην απ-ανθρωπιά και την ψυχρή λογική (κυνισμός)· υποχρεώνει το άτομο να εκφράσει τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έναν χώρο για την κατανόηση και την ενσυναίσθηση.

*Από το fractal art.gr

Marianna Pliakou, Some afternoons

“Somewhere I have never travelled,
Gladly beyond’
EE.Cummings

when time slows and light fills the room
shafts of sun speak the language
of a shared yet unfathomed geometry
in which we expand so gloriously –
we, the sky, the room
the lines on the wall curving
circling that vast-tiny point inside us
where it all begins –
and everything makes sense for a moment
before time spirals to infinity
and somewhere beyond

Νάνος Βαλαωρίτης, Η κεφαλή μιας λέξης Μέδουσας

(… Γυναίκα: Λέξη Πανάκεια Σύμπαντος – για να τη δούμε…)
Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις – κλειδιά, που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες σαπουνοθήκες μπαούλα τσάντες βαλίτσες ψυχές προοπτικές – που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους – που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα και τα πόδια των γυναικών – που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια – που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια – χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις που απειλούν παλάτια – κουτιά με κονσέρβες της μνήμης παλιά φανταστικά καλύβια των παραμυθιών και των διηγήσεων – λέξεις που ανοίγουν σπηλιές, σωλήνες οντάδες, μυστήρια και πρατήρια – που ανοίγουν παρακαταθήκες αιώνων κι οπωροπωλεία –τάφους και κρυψώνες – λέξεις που με το διπλό και το τρίδιπλο τους νόημα καταπλήσσουν απελπίζουν μπερδεύουν, μαγεύουν και προκαλούν την αγανάκτηση στους ανίδεους και την απέραντη ευτυχία σε όσους γνωρίζουν – λέξεις μάνταλα μαντέμια και ματσούκια, λέξεις γρανάζια – λέξεις γρανάζια, λέξεις ψηφιδωτά, λέξεις ανεμόσκαλες λέξεις χαρταετοί, λέξεις διαλέξεις, λέξεις γυναικείες λέξεις φαντάσματα – λέξεις μεζέδες μπαξέδες μενεξέδες και αμανέδες λέξεις ορτύκια λέξεις ορμητήρια – και παροράματα- λέξεις σταυρόλεξα. Μόνο τέτοιες λέξεις και όχι άλλες να χρησιμοποιείτε – λέξεις κεριά λέξεις φανάρια και φαρμάκια – λέξεις κρεβάτια λέξεις κολόνες λέξεις μπαμπάκια από χαρτόνι λέξεις μπαλόνια λέξεις κυδώνια λέξεις σαγόνια λέξεις σαλόνια λέξεις παγόνια λέξεις χρόνια λέξεις στόμια, λέξεις, λέξεις και λέξεις χελιδόνια!.. Σπασμένος καθρέφτης εφτά χρόνια γρουσουζιά – λέξεις γυναίκες, η γυναίκα γνώση, η γυναίκα κλάδος – η γυναίκα κάδος και των απόκρυφων επιστημών η γυναίκα προμετωπίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ανεύρετου, η γυναίκα σάλπισμα για να πέσουν τα τείχη – της ακοής – όπου τρώνε όπου μασουλάνε τα λόγια τους σαν τα φύλλα των περιβολιών οι παράτολμοι απομυζητές της ανίας οι απαίσιοι καταζητούμενοι των ορέων και των εσπλανάδων – οι χαρτοπαίχτες οι άνεργοι – του δάσους οι ύποπτοι που τριγυρίζουν κι οσφραίνονται γύρω από μια απλή συνουσία το αίμα της καρδιάς τους και που μαλάζοντάς το όπως ο χαμαιλέων τ’ ανασηκώνουν μέσα στα χόρτα για να λάμψει πάνω στην τελευταία αχτίδα του ήλιου – η κεφαλή μιας λέξης ΜΕΔΟΥΣΑΣ – ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΔΟΥΜΕ

*Από τη συλλογή “Μερικές γυναίκες”, Εκδόσεις Θεμέλιο 1982.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

Τον ουράνιο καμβά θα διαπεράσω

Με δάχτυλα ενωμένα σφιχτά
τον ουράνιο καμβά
θα διαπεράσω,
σχίζοντας την φόδρα του ουρανού
που ξεθωριάζει
θα περάσω
στην άλλη πλευρά
να σας κεράσω
παρουσία και θάνατο
και ό,τι άλλο καλό
απουσιάζει

*

Η μητρική μου γλώσσα τα Μπράιγ

Η μητρική μου γλώσσα είναι τα Μπράιγ
Είμαι τυφλός, πανάθεμα στα σκοτάδια σας
παραπαίω ψηλαφώντας ντουβάρια,
που όρθωσαν άλλοι ως γέφυρες
που χωρίζουν

Γκρεμίζοντας είδωλα
πλημμυρίζω νερό μα στα ξέφωτα
ανοίγω βαδίζω φωτίζοντας
διελκυστίνδες συμβόλων που σκόρπισαν
μέλη κομμένα στις άκρες

Γροθιές ψηλαφώ, τώρα πάψτε

*Από τη συλλογή “Ο εκδορέας του σκότους”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Σωτήρης Σιαμανδούρας, Δύο ποιήματα

Η σημαία

έβγαλες
με μια κίνηση
το κόκκινό σου μαγιουδάκι

λευκό το σώμα σου απομακρυνόταν
πώς κολυμπούσες
σαν ορίζοντας

σε πλησίαζα κι απομακρυνόσουν
απομακρυνόσουν και σε πλησίαζα
με σπαρταρούσες κόκκινη

ακόμη πάνω μου πώς σπαρταρούσες
μια θάλασσα μέσα στη θάλασσα
πριν λίγο

τώρα
στο αριστερό σου χέρι
το κόκκινό σου μαγιουδάκι
Είναι σημαία
Είναι σημαία

*

Ο κήπος

τη μια στιγμή αγωνιούσα για σένα μόνο,
όπως πάντα
ανθίζουν για πάντα οι κερασιές
ακόμη και μέσα στον χειμώνα;
την άλλη
μετρούσα τα θαυμαστικά
να βάλω κι εγώ δύο;
όπως εκείνη;
είχα μια μικρή αγωνία και για κείνη
Ένα μικρό αηδόνι
σπάνε καμιά φορά οι καρδιές τους τον χειμώνα
ξανά όμως μ’ αυτό
τις αρρυθμίες σου σκέφτομαι
πόσο εύθραυστα τα σαλιγκάρια

*Από τη συλλογή “Έκτος όροφος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Ιανουάριος 2024.

Αργύρης Χιόνης, Ακίνητη παρέλαση 

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που’χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να’ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.΄΄

*Από τη συλλογή ”Σχήματα απουσίας’’.