Μαρία Σ. Πανούτσου, Διαδρομή

λόγος

μια πηγή και δοχεία
με γάργαρο νερό για μια μέρα  
ιχνηλασίες μικρής διαδρομής
ιεροτελεστία σε πράσινες εικόνες
αυτιά μεγεθυμένα σε φτερά  
ακούουν τα φυλλώματα  
νερό – πουλιά και η  καρδιά
μιλάνε με συνθήματα –
όπως εγώ μιλούσα στον κορμό
δένδρο ψηλό
παιδί δικό μου φυτεμένο
τότε δεν γνώριζα τον φόβο
τον έμαθα στο στρίμωγμα
χωρίς αέρα χωρίς αιδώ  
μια ύβρις που σαρώνει

επίλογος

… σαν να  ψύχρανε
δέχομαι επισκέψεις μόνο στην κουζίνα  
ασβεστωμένη – να θυμίζει  
τον παράδεισο που σβήνει  
ωσάν  με κάδρο, υγρός πίνακας –
έξω και κάτω απ’ το υπόστεγο  
μαδάει η φωλιά των χελιδονιών
κρύωσε ο καιρός …

Δημήτρης Βούλγαρης, Τρία ποιήματα

[ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ]

Ο δρόμος περπατά
Κάτω από ένα ζευγάρι ατυχή πόδια.

Η πόλη
Σηκώνει το φόρεμά της
Κι απομακρύνεται.

Στη θέση της
Αιωρείται
Μια θολή επανάληψη σκηνικών.

*

[ΔΩΜΑΤΙΟ 586]

Στη σιωπή
Ακούω τις ζωές των άλλων να σπάνε.
Να μην αντέχουν
Και ξέρω
Πως πια θα είναι πιο δύσκολο.
Να είμαι εδώ
Και να αντικρίζω το παράθυρο χωρίς φόβο.

Να κατεβαίνει ο ουρανός πιο χαμηλά.
Να τρέμει το χρώμα του.
Να βγάζει εν τελεί
Τον εαυτό του από την πρίζα.

Και στις ταράτσες τα ασπρόρουχα
Να μοιάζουν όλο και πιο πολύ
Με ενδυμασίες για μνημόσυνο.

*

[ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ]

Οι φωνές χωρίς προσωδία
Θυμίζουν σπασμένα βιολιά
Αφημένα
Στους τάφους των αυτοχείρων.

*Από τη συλλογή “Οι ένοικοι των ημερών”, Εκδόσεις Σμίλη, 2023.

Άλτα Πανέρα, Τρία ποιήματα

Φυλακτά

Βρήκα κάποια φυλακτά να με βοηθούν

Ανθρώπους υδάτινους που με χωράν στα ρεύματά τους
αντικείμενα ξύλινα που στην παλάμη μου ζεσταίνονται
αν σφίξω πολύ, μου μπήγουν ως απάντηση ακίδες
Με παρηγορούν, με ξεκουράζουν
με φυλούν
από αυτά που ούτως ή άλλως
θα έρθουν

*

Φάρσα

Ήρθαμε εδώ μετά την κηδεία
από τότε δεν ξανάρθω
ήθελα να σου πω και κείνη τη μέρα –
το να κρεμάς νεκρά φίδια στο δέντρο
μπροστά από το σπίτι μου
δεν το βρίσκω αστείο
Όταν φυσά και κινούνται μες στον άνεμο
με τρομάζουν
Να μην το ξανακάνεις

*

Τιμωρία

Κόντρα στην κίνηση πιέζει, αντίθετα αντίρροπα
σπίθες πετιούνται οργισμένα από την τριβή
Στέκομαι στο ένα πόδι όρθια σαν τιμωρία σχολική
και περιμένω συγχώρεση
από εκείνες τις ψεύτικες πουν εσύ δεν νιώθεις
και εγώ δεν πιστεύω
σε μια επανάληψη μέχρι το σχόλασμα

Η καλοσύνη και η αδυναμία
μοιράζονται το ίδιο κρεββάτι
γελώντας εις βάρος μου

*Από τη συλλογή “Πολύ λίγα πολύ αργά”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2022.

Γιώργος Καλοζώης, Γκλεν Γκουλντ

Σε παρακολουθώ εδώ και χρόνια
να σκύβεις πάνω από το πιάνο σου
σαν να έχεις σκολίωση ή κύφωση
και τέλος πάντων
να έχεις μιαν οστική δυσλειτουργία
μια πάθηση την ονομασία της οποίας
ξέρουν μόνο οι ορθοπεδικοί ή και
απολύτως τίποτα
σε παρακολουθώ καθισμένο πάνω
στην κοντή καρεκλίτσα σου με τα
χέρια σου υψωμένα σαν να θέλεις
να πιάσεις κάτι σαν ένας
τερματοφύλακας που κατεβάζει την
μπάλα κάτω από το γάμα της εστίας του
αποσοβώντας το βέβαιο γκολ
και απορώ εδώ και τόσα χρόνια
τι ψελλίζεις ενόσω παίζεις
τι ψιθυρίζεις ίσως να λες πως ο
ουρανός και η γη αυτά τα δύο στοιχεία
είναι ενωμένα κι ότι ο μακρυχέρης
Θεός και οι συνεργάτες του άγγελοι
ακουμπούν και τα δύο αν είναι έτσι
στον κόσμο δεν υπάρχουν αποστάσεις
το ψηλό και το χαμηλό και το κοντινό
και το μακρινό είναι ανθρώπινες
ψευδαισθήσεις
προσπαθώ ν’ ακούσω τι λες και δεν τα
καταφέρνω μιλάς όπως μιλά μια πέτρα
ή μια σταγόνα αραιή ραγδαία σαν
ένα ποτάμι που δεν γνωρίζουμε από πού
πηγάζει κι ίσως να μην μας ενδιαφέρει
παρά μόνο για να ποτίζουμε παρά μόνο
για να γεμίζουμε ένα ποτήρι νερό
είμαστε τόσο διψασμένοι άνυδροι
διαβρωμένοι καθόλου μα καθόλου δεν
μας ενδιαφέρει ο κύκλος της βροχής
και απορώ και πάντα θ’ απορώ τι
ψιθυρίζεις αν λες λόγια αγάπης σε
ποιαν απευθύνονται αν λες λόγια
θυμού η μορφολογία του στόματός σου
δεν συνηγορεί σ’ αυτό
μήπως προσεύχεσαι και ποιες είναι οι
λέξεις οι φθόγγοι τα βιβλικά βιβλία
των προσευχών σου και πού μπορώ
να τα βρω να τα δανειστώ να τ’ αγοράσω
ίσως να μιλάς όπως ένας μίσχος ή ένα
ανθισμένο λουλούδι ένα μικρό τρυφερό
ζώο ένας μικρός καλοπροαίρετος
δαίμονας που πασχίζει να μας κάνει να
καταλάβουμε πως η κακία του είναι
εντελώς ξένη
ίσως να μιλάς όπως ο ήλιος και το
φεγγάρι που πηγαινοέρχονται ό,τι
κινείται παράγει ήχο σίγουρα ίσως στο
μέλλον οι φυσικοί ν’ ανακαλύψουν ότι
μιλά το φως αλλά και το σκοτάδι
ίσως στο μέλλον οι γλωσσολόγοι κι οι
ωριλάδες ανακαλύψουν στον φάρυγγα
στον λάρυγγα μια γλώσσα ακωδικοποίητη
και καινούργια που εσύ την πρωτομίλησες
πάνω στην παιδική καρεκλίτσα σου
καθήμενε και καθημαγμένε πιανίστα
Γκλεν Γκουλντ

*Από τη συλλογή «Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα», Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2024.

Στέφανος Ρέγκας, Τρία ποιήματα

ΑΝΟΙΞΗ

Στον Γιώργο

Άλλη μια άνοιξη, άλλη
μια πολύτιμη άνοιξη
ανοίγεται μπροστά μας

Αλλάζουμε ρούχα,
ξεκλειδώνουμε τα παράθυρα,
αφήνουμε τα κορμιά μαλακά
να ακουμπήσουν στη γη
όπως αφήνει κανείς
το μωρό στο κρεβάτι

Άλλη μια άνοιξη, και φυσάει
δεν είναι πολλές,
οι ανοίξεις

*
ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Τους βλέπω σήμερα ευδιάθετους,
κάτω απ΄τον ήλιο,
να περιφέρονται άσκοπα
και γεμίζω με μια παράξενη αγάπη

Προσπερνούν το παγκάκι μου,
συνεχίζουν τον δρόμο τους,
απομένω για λίγο απορημένος –

Γρήγορα καταλαβαίνω,
με έναν αμυδρό κόμπο στον λαιμό:
μας συνδέει ένα κοινό, άφθαρτο νήμα
με όλους αυτούς που εξολοθρεύτηκαν

*
ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ψηλά
ένας ουρανός
για κάθε κατάσταση πραγμάτων
κάτω
κοινοί άνθρωποι
ξεριζωμένοι, αδαείς, στεγνοί

κι όμως
ανάμεσά τους:
απόκρυψη και μετατόπιση
συμπύκνωση των ουρανών και των
ανθρώπων

*Από τη συλλογή «Είδη γνώσης», Εκδόσεις Πόλις, 2022.

Δημήτρης Γλυφός, Τρία ποιήματα

Δεν μπορείς να κρατάς
Για πάντα
Την αναπνοή
Μπροστά στη νύχτα
Μπροστά σε μια πόλη
Που σε χωνεύει όλο και πιο βαθιά
Μόνος
Στο υψίπεδο της τελευταίας πλάκας
Με πόδια γυμνά
Μουσκεμένα από το νερό της βροχής
Με καύση ατελή
Και άνθρακα στα πνευμόνια
Με εξογκώματα
Με υποθερμία
Με ξόδεμα στο βλέμμα

*

Δείτε με
Στα κέρατα της νύχτας
Στα ψηλά
Ένα κουβάρι κρέας
Σε όρθια μοίρα
Μια εφημερεύουσα μονάδα
Μια επιφάνεια σε διανυκτέρευση
Που με το σάλιο της
Προετοιμάζει τις ησυχίες
Που θα διαλύσουν τους μεσημβρινούς

*

Πάνω
Από το βλέμμα του κόσμου
Κάτω
Από το πηγούνι του θεού
Στηριγμένος σε έναν τοίχο
Περιορισμένος σε ένα κορμί
Επιστρέφω
Στο ρίζωμα
Μιας δοκιμασίας σε ανάπαυση

*Από τη συλλογή “Απόηχος”, Εκδόσεις Σμίλη, 2019.

Δημήτρης Καρπέτης, Ανθρωποφάγοι

Τα σωθικά μου φαγώθηκαν
από τους ανθρωποφάγους στυλοβάτες
της κοινωνικής μας γαλήνης,
πριν να προλάβω τις αχτίδες του ήλιου.

Υπέροχη η γεύση τους
όπως καταλαβαίνω
βλέποντάς τους πάνω μου
να δοκιμάζουν και να χαίρονται
με το φαγοπότι της καρδιάς.

Ανθρωποφάγοι των σωθικών μας
που νοιάζονται μόνο τη βολή τους
προασπίζοντας τα δικά τους αποκτημένα
με κάθε ανήθικο τρόπο.

Χνώτα μεθυσμένα
να ξεσκίζουν τις σάρκες
των υποτακτικών τους.

Δόλος, πονηριά, επιβολή
και τέλος η σφαγή
αυτών που ακόμα αντιστέκονται
κρατώντας στα χείλη
τα χτυποκάρδια της ψυχής τους.
Κι όταν τα σωθικά μου πια τελέψουν
μέσα στα πεινασμένα στόματα
των υπέροχων κρατούντων,
η θυσία θα συνεχίζεται
με το ρήμαγμα κάθε ψυχής
που τόλμησε έστω να μυρίσει
τα λουλούδια στο κήπο
των ανθρωποφάγων ηγεμόνων.

Αυτών που θα συνεχίσουν να τρέφονται
με το αίμα και τη σάρκα
όσων θ’ αντιστέκονται.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/11/19/ανθρωποφάγοι-δημήτρης-καρπέτης/#like-7070

Κατερίνα Γκιουλέκα, Γοργόνα  

μνήμη Ελένης Τ.

Το καμένο σουτιέν
μιας Cecile
κάποιον Μάη
νίκησε την εντροπία
της στάχτης του
ανασύστησε τη
σομόν δαντέλα
πέταξε ψηλά και
κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί
Γι’ αυτό, απόρησε,
καήκαμε εμείς;
Για τούτες τις ειδήσεις
σπάσαμε με τις ντουντούκες
της επιθυμίας τα δεσμά;
Με μιας τότε σηκώθηκαν
ανταριασμένες
η Έμιλυ
η Βιρτζίνια
η Καλλιρόη
μα και η ίδια η καμία
η Cecile
πήγαν μαζί να βρουν
την πληγωμένη
στα νερά της Ρόδου
της δώσανε φιλί γλυκό
την αγκαλιάσαν
κι εκείνη λευκή
απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε
και μίλησε
Κορίτσια,
Μη φοβάστε!

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, εκδόσεις Θίνες, 2024.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

Βάλσαμο ψυχής



Γύρισα τα μάτια μου
και σε κοίταξα
με φώτισες ολόκληρο
ήλιε μου
τα μάτια σου μαγνήτες
που με ελκύουν
τα χείλη σου πηγές
που με ξεδιψάνε
ατελείωτα
τα λόγια σου
βάλσαμο της ψυχής μου
που με ηρεμούν
και με ταξιδεύουν
σε μέρη εξωτικά
το σώμα σου
αρχαίο άγαλμα
αγαπημένη μου
σ’ ευχαριστώ που ήρθες
έδωσες νόημα
στη ζωή μου.

*
 
Φωλιά



Σε είδα λυπημένη
κι είχες τόσους λόγους
να στεναχωρηθείς
έγινα καραγκιόζης
για να γελάσεις λίγο
έπαιζα ρόλους
σαν ηθοποιός
για να σε δω
να ζωντανεύεις
χελιδονάκι μου
άρχισες σιγά-σιγά
να συνέρχεσαι
και ξεκίνησες
να χτίζεις μια φωλιά
για μας τους δυο.

*Από τη συλλογή “Πρατήρια ψυχών”, e-book στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη.

Δημήτρης Λαμπρέλλης, Άνοδος

Τα παγοθραυστικά πλήττουν την επιείκεια των οδηγών
Οι επιβάτες δεν ομιλούν
θυμίζουν την ιστορία
του Ματθία από τη Wolf
με φθηνή κλωστή
στα μαξιλάρια του Αριστοφάνη.
Το παράθυρο ανοίγει χαμηλά χωρίς ενδείξεις
Μία σινδόνη με μεντεσέδες στα κόκκινα χείλη έρχεται
Στο παλαιοπωλείο.

Νύχτα στις πόρτες ο ταμίας
αγγίζει ψάρια ασκεί τη φαρμακεία.
Επάνω, αιωρούνται δύο μήλα

Στο όργανο εμπρός έμειναν ελάχιστα πλήκτρα
πλήκτρα πτηνόμορφα
που κρούει η Ηλέκτρα.
αρχή Ηλέκτρα αργή.

*Από την ενότητα “Η εμμονή του ίχνους” που περιέχεται στη συλλογή “Έσοπτρος” (1982). Σχετικός σύνδεσμος: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2024/11/16/dimitris-lambrellis-anodos-δημήτρης-λαμπρέλλης-άνοδος/