Νίκος Κωσταγιόλας, Λείψανα ανδρών, Πομπηία 2020μΧ

Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
εκεί —κατάχαμα— τους βρήκαν τεφρωμένους
και γύψο χύσαν στα σφιγμένα μέλη
να σαρκωθεί ο σπάνιος σπαραγμός τους
Ο ένας —είπαν— θα ’ταν δούλος, σκλάβος
από τους πολλούς που εμπορεύονταν
στα fora και τα σκλαβοπάζαρα
—λάφυρο πιθανώς κάποιου πολέμου—
Τον βρήκε μέσα σε λιτό χιτώνι
η ώρα κείνη της καταστροφής
– θα κουβαλούσε κάποιο του αφέντη
του άχθος πάνω απ’ τους σακατεμένους
απ’ τα μυριάδες κρίματα σπονδύλους
σαν άρχισεν η γη να τρέμει.
Ο άλλος
είπαν πατρίκιος. Μια πλουμιστή
χλαμύδα φόραγε όταν η λαίλαπα
κατάπιε μια για πάντα το κορμί του
και λίπος θά ’τρεχε απ’ τα χείλη του
όταν στο έλεος παραδινότανε
το εύπορο σαρκίο του της στάχτης
κι η σκοτεινιά τού έπαιρνε την όραση
—δε θα ξανάβλεπε ποτέ του μάλαμα
μήτε του ήλιου τ’ ακριβό το φως—
Εκεί, λοιπόν, κατάχαμα τους βρήκαν
δύο μάζες απολιθωμένης λάβας
τον πλούσιο, τον φτωχό ένα κουβάρι
– μονάχ’ από τα δόντια τους ξεχώριζες
που λαμπυρίζαν κάτασπρα εξώκοσμα
στιλπνά – στο τελευταίο τους καταφύγιο
Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
– γι’ αυτόν όλοι ό μ ο ι ο ν οβολό κομίζουμε.

*Από τη συλλογή “Ακούγοντας δάση”, Εκδόσεις Βίργκω.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Στέμμα του ήλιου βύσσινο πορτοκαλί κορνίζες
κρατήσαμε στα χέρια μας Βασίλη.

Στης Αλοννήσου ρούγες
του κορμιού τους άγριους παλμούς τους γαληνούς
σημαία στήσαμε, προσμένοντας οσμές γυναίκειες  !!!!!!

Η μούχλα του βλοσυρού ουρανού,
φούσκωνε των κερασιών τις σάρκες που εκσπερμάτωναν.

Μας χρωματίσαν όνειδος.
Κι αν δεν μας ερωτεύθηκαν,
τουλάχιστο να μας μισήσουν.
Βασίλη ονειρευτή, κιθαρωδέ,
των κωφαλάλων αοιδέ.

*

10 – 12- 2000

Ανήμερα αγιοκλήματα ευωδιές μοιράζουν,
στόματα ολόσαρκα ρουφούν
θαλάσσια φέγγη ξέστηθα,
προτροπές χαρούμενες
χέρια ορθάνοιχτα αυθαδιάζουν.
Φλύαρα βλέμματα πεινούν,
αγγίγματα απ’ το τραπέζι κάτω,
δαγκώνουν στη γωνία ασελγούν,
μητέρες άπιστες τιμώ! Που ελευθεριάζουν!

Μιχάλης Κατσαρός, Πώς να καταχωρίσω

Πώς να καταχωρίσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες

Πώς να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πώς θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.

Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

*Πηγή: Κατά Σαδδουκαίων (1953), Συγκεντρωτική έκδοση: Μείζονα Ποιητικά: Αθήνα: Τόπος 2018.

ένα έτσι, είναι γοητευτική η αποχώρηση

Φωτογραφία: ένα έτσι

είναι γοητευτική η αποχώρηση

κοιτάς τους ανθρώπους
και σου θυμίζουν
ολοένα και λιγότερα πράγματα

καθώς χάνονται στο τοπίο
σε κάτι που μοιάζει με τοπίο
καθώς χάνεσαι κι εσύ

το ίδιο αισθάνονται κι αυτοί
είσαι απόλυτα βέβαιος για αυτό
καθώς σε κοιτούν να φεύγεις

κι αυτή τους η αίσθηση
τα μάτια τους όπως κεντρώνουν
το τίποτα μέσα από σένα

είναι ίσως η μισή ευχαρίστηση
το μισό βήτα
από την γοητεία μιας αποχώρησης

Τάσος Δενέγρης, Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρό μου
Σωρός μαζεύτηκε το χώμα
Οι σκάλες γέμισαν σκουπίδια
Υπόγειο το βασίλειό μου
Κι η ερωμένη μου στο στρώμα
Κατάκοιτη, την ζώσαν φίδια.

Άνυδρη στέπα το μυαλό της
Δυο μήνες περπατούσαν λύκοι
Υπόγειο το βασίλειό της
Άγχος η θάλασσα και φρίκη.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρό μου
Τις σκάλες και τον ουρανό
Και τα σκουπίδια όπως σας είπα
Κι αντί για θρόνο έχω σανό
Και για τροφή μου έχω μια τρύπα.

Η τρέλα τσάκισε το πάθος
Το πάθος που δεν έχει σβήσει
Ξυπνήσανε πανάρχαια μίση
Και μεις βουλιάζουμε σε βάθος.

Σε βάθος και πηχτό σκοτάδι
Το πάθος έσπασε στα τρία
Παγίδα τα ψυχιατρεία
Και το μυαλό σου στο πηγάδι.

Πρέπει να βγούμε από το έλος
Κι αν είναι κάποιος να επιζήσει
Αυτή είσαι εσύ που ‘χεις το βέλος
Σαν σύμβολο και έμβλημά σου
Τώρα πληρώνεις το έγκλημά σου
Και το ασυγχώρητο το λάθος
Να κρύβεις μέσα στην καρδιά σου
Τόση ζωή και τέτοιο πάθος.

Μεγάλη Τρίτη, 9 Απριλίου 1974

*Από τη συλλογή ”Ακαριαία”, Εκδόσεις Ύψιλον, 1985.

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Ποιήματα 

Μέ τό ‘να καί με τ’ άλλο
είχα δυό χρόνια ν’ ανεβώ στην ταράτσα
άπό τότε δηλαδή
πού τά πράγματα πήγαιναν καλά
Στό μεταξύ τό χωματόδρομο τόν στρώσαν βότσαλα
ή θάλασσα έμενε ακόμα καθαρή
οί γείτονες μεγαλώναν τό μωρό τους
τά γιασεμιά ψηλώσανε προς τήν ταράτσα
χρειάστηκε νά τά δέσουμε
μά_ πάλι δέν ανέβηκα
κι έστειλα τό παιδί του γείτονα

Εδώ πάνω έχετε ξεχάσει τά μάτια σας

Ήταν τά παλιά μου μάτια
θά ξεθώριασαν απ’ τόν ήλιο σκέφτηκα

Τό παιδί κατέβασε τά μάτια
εγώ έβαφα τά κάγκελα
—Τό γιασεμί δέθηκε είπε
καί πήρε φιλοδώρημα

Τά μάτια δέν είχαν ξεθωριάσει
είχαν σκουρήνει
σκούρο γαλάζιο του καπνού
τά τύλιξα σε καθαρό χαρτί
και τα φύλαξα στό μπαούλο μέ τα θυμητικά

Τό βράδυ ήρθαν φίλοι και ψήσαμε τ αρνί
τα πηρούνια μας ήταν πιό άνθρωποι άπό μας
κόκκινα μάτια κι ή άχνα του κρασιού
και θυμήθηκα τά μάτια μου
Όμως δεν ήταν στό μπαούλο
Κι ετσι άνέβηκα στήν ταράτσα μου μετά 8υό χρόνια
από τότε δηλαδή που ώς έλεγαν τά πράγματα
πήγαιναν καλά
Κι είδα πώς ή ταράτσα μου ήταν καράβι ·
—μπροστά ή θάλασσα νυχτωμένη
πίσω τό βουνό με τις ελιές—
και τά παλιά μάτια μου εκεί
φαναράκια δεξιά και ζερβά
του καραβιού (…)

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Ποιήματα

Μέτωπο μέταλλο κρούει τους καθρέφτες
άθικτος ορίζοντας
μεσίστιο βλέφαρο θαμπώνει ωκεανό,
αγάπησα έως εκεί που αρχινά το τελευταίο
κύμα

ύστερη ανάγκη αναδημιουργίας,
το καράβι επιταχύνει
στη θάλασσα τα σύννεφα
φτερά αγγέλου
πέρα, φωτιά στο δάσος
πέφτουν βελόνες πυρωμένες
σβήνουν πάνω μου
όπως τη νύχτα χάνονται ανάλαφρα τ’ άστρα

κάποιος σε στολίζει,
δεν είναι ο πεθαμένος
δεν είναι ο περσινός φίλος.

Μάτια διάπυρα ασύλληπτου ανθοφόρου.

Πιο κάτω ο ψαράς,
σκυφτός ξέπλεκε τα δίχτυα
όταν τα χέρια ακούμπησαν τα φρέσκα του
χρόνια
σκέφτηκε μήπως εξαπατήθηκε
τότε μίλησε για τη διαθήκη των άστρων
και γλώσσα χτυπούσε ακατάληπτη,

τελευταίο φεγγάρι στριμώξαμε στο μάτι
αφήσαμε στα δάχτυλα να πέσει
και τράβηξε μακριά
τα έδειξε ζωηρά και κίτρινα,
πείσμωσα σαν το πέτρινο κυκλάμινο
περιμένει άδειες ώρες να γεμίσει
εκείνες που κράτησαν την αφθονία των κύκνων
τους ηλιόλουστους τοίχους.

Με αναμμένη πέτρα θα γίνουμε φωτιά ξανά.

*Από τη συλλογή ”τοκάτα”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.

Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ραντεβού ΙΙ

Ήταν κιόλας αργά κι όμως δε φεύγαμε
πικρή η συνομιλία και δεν τέλειωνε
και τι συνομιλία να πεις – φράσεις μισές
“τώρα πια μόνο…” ή “ποιος ξέρει αν…”

Αν εξαιρέσουμε τυχαία συναπαντήματα
είχαμε κοντά χρόνο να ιδωθούμε
ή μάλλον πιο πολύ, ναι από τότε που…
κι τώρα τι να πρωτοπείς, τι να…

Όσο να με καλωσορίσει, όσο να παραγγείλουμε
είχε γυρίσει ο ήλιος, άλλαζε το φως
προχωρημένο πια Φθινόπωρο κι έκανε ψύχρα
ίσως δεν έπρεπε να κάτσουμε σ’ αυτό το τραπεζάκι.

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, Εκδόσεις Άγρα, 1999. Επίσης, δημοσιευμένο στο περιοδικό “Ποίηση”, τ. 12, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1998.

Βασίλης Μόσχος, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΓΚΗ

Αγκάλιασε

τον πόνο και την θλίψη και την αγωνία.

πιάσ’ τη ζωή και ξεφλούδισ’ την
πέτα στολίδια και καυχήματα.

Την ομορφιά της παραμέρισε
επικεντρώσου στην ασκήμια

όσα το βλέμμα κι η ψυχή αποστρέφονται
με ειλικρίνεια πόθησέ τα.

Συμφιλιώσου με την οργή
και τις αμέτρητες απώλειες.

Την πνιγηρή λαχτάρα για ευτυχία περιφρόνησε.

*

ΕΞΟΔΟΣ

Θα ξυπνήσεις ένα πρωινό και θ’ ανασάνεις
ήχους από βλέμματα αγαπημένα.

Θα ξαναβγείς στην πόλη.

Ποτέ δεν έλειψα, θα πεις, από τις άδειες
λεωφόρους τα ηλιοβασιλέματα επάνω

σε ταράτσες όλο σίδερο
πετρέλαιο και μπετόν.

Από ‘κει πάνω κοίταζες τον κόσμο

που περιμένει πάλι να σε πιει
σε διψασμένο όνειρο.

*Από τη συλλογή “Γιούνικ”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Θανάσης Πάνου, Στάχτη στο πάπλωμα

Βρήκε τον τρόπο
να με αλλοιώνει
να υπολογίζει τις συντεταγμένες μου
κατά το δοκούν
ν’ απαριθμεί τις άρρυθμες διαδρομές
γεμάτες σκόνη στο διάφραγμα
να με συμβουλεύει για το άδικο όνομα
να με συμπονά·
χωρίς ν’ αλλάξει καμία λειτουργία
χωρίς ν’ ακουστεί ούτε μια στάχτη
να πέφτει στο πάτωμα.


*Από τη συλλογή « Ασπρόμαυρα πλάνα», Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2025.