Χρήστος Κολτσίδας, Άτιτλο

στην Όλγα, το πουλάκι

Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο

Λ. Νικολακοπούλου, Θεός αν είναι

Μπαίνεις στ’ όνειρο, όπως πουλάκι βρίσκει το κλαδί του. Δυο μέρες δεμένη στη μουριά. Πράσινα τα μάτια σου, τα περπατάνε ζώα. Ακούγονται τριξίματα, δέντρα να πέφτουνε με κρότο. Πού είν’ ο άγγελός σου που χαρίζει λουλουδάκια; Πού είναι το καλό παιδί που πάει στο σχολείο; Το κατσικάκι, ο αποκεφαλισμένος κόκορας, η κούνια πάν’ απ’ τους γκρεμούς; Δυο μέρες δεμένη στη μουριά, δυο βράδια η κοιμωμένη στο μαντρί. Να είναι ζεστά, κι έξω να βρέχει. Κι ο Σεραφείμ να ξέρει να μιλάει στο σκοτάδι.

Τι μάτια είναι αυτά;
Δεν είναι δάση, είναι πηγάδια.

Δυο απορίες που γυρνάνε ελεύθερες στον κήπο
και τον κρατάνε ανθισμένο.

Και βγαίνεις απ’ τ’ όνειρο.  

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://mag.frear.gr

Μάτση Χατζηλαζάρου, Χαμόγελα

Λόγια για τη σύγχρονη μουσική επονομαζόμενη “Swing”

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ᾽τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ᾽άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες τα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

Λίνα Βαταντζή, 4×2

i
Αυτό το σταχτί φως της ανήλιαγης μέρας 
όλο πυκνώνει,
ώσπου γίνεται δάσος τη νύχτα,
όταν νιώθω το στέρνο σου.
Αλλά, βρες μου, τη διαφορά 
αίσθησης και πραγματικότητας
όταν διαλύεται το δέντρο μας.

ii
Εμείς μαζεύουμε πευκοβελόνες,
εμείς ρίχνουμε στη φωτιά 
φύλλα χρυσά και λευκά χαρτιά.

iii
 Κοίτα την έκρηξη!

 iv
Όμως, έχουμε μάθει,
έχουμε γίνει πυροσβέστες – 
σιωπηλά περπατούμε, σχεδόν χωρίς ανάσα,
ελάχιστη κίνηση – 
σβήνει η φωτιά.Την αφήνουμε σβηστή.
Έτσι μας έχουν διδάξει.

v
Έτσι διαχειριζόμαστε την συντριπτική ήττα – 
υποχωρούμε
όπως τα άνθη σκύβουν δακρυσμένα
την ώρα της καταιγίδας,
όπως τα φύλλα σκάζουν τρίζοντας
τη στιγμή που πατάμε τη γη – 
παρότι περνάει ο χειμώνας,
παρότι η άνοιξη πάντα επιστρέφει,
εμείς υποχωρούμε.

vi
Και κτίζουμε κόμπους στο λαιμό.

vii
Αυτή η λεπίδα της συγχώρεσης 
δεν είναι ακηλίδωτη πια.
Πόσες φορές έκοψε τις σκιές,
πόσες φορές άνοιξε χαραμάδες;
Το φως παγιδεύτηκε ανάμεσα μας.

viii
Εμείς στεκόμαστε στην ομίχλη,
εμείς προσμένουμε φωτοστέφανα –

παλμός αχνός.

Kamala Das (1934–2009), Words / Λέξεις

All round me are words, and words and words,
They grow on me like leaves, they never
Seem to stop their slow growing
From within… But I tell myself, words
Are a nuisance, beware of them, they
Can be so many things, a
Chasm where running feet must pause, to
Look, a sea with paralyzing waves,
A blast of burning air or,
A knife most willing to cut your best
Friend’s throat… Words are a nuisance, but
They grow on me like leaves on a tree,
They never seem to stop their coming,
From a silence, somewhere deep within…

Λέξεις

Παντού γύρο μου λέξεις και λέξεις
που πάνω μου φυτρώνουν σαν φύλλα
ποτέ δεν σταματούν εκ των έσω
προς τα έξω, μα λέω στον εαυτό μου
πως οι λέξεις είναι μπελάς, πρόσεχε τες
μπορεί να γίνουν τόσα άλλα πράγματα, ένα
χάσμα που τα πόδια του δρομέα σταματούν μπροστά του
η θάλασσα με τα αιώνια κύματα της
μια έκρηξη ψηλά στον αέρα
ή το μαχαίρι που μπορεί να κόψει
το λαιμό του φίλου σου, οι λέξεις
είναι μπελάς μα φυτρώνουν πάνω μου
σαν φύλλα του δέντρου
ποτέ δεν σταματούν να `ρχονται
σαν απ’ τη σιωπή βαθειά μέσα μου

*Translated by Manolis Aligizakis / Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

Κωστής Τριανταφύλλου, στην πλατεία

α.
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα
κάθετος στρόβιλος ξεσηκώνεται
να βουίζει τα αγάλματα ξυράφι σκίζει τη νησίδα
και σηκώνεται χημικό νέφος όταν ένας άνανδρος
λέξεις χύμα κι ανάποδες κοντόθωρες
όσο οι ορδές των βαρβάρων κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακόμα και τότε που τίποτα δεν είτανε σαφές
βρέθηκες μπροστά μου με ιστορίες από τη ψυχή σου
ρωγμές στα βράχια που κατηφόρισαν τη ζωή σου
τυχαία συνάντηση στον καύσωνα
μέσα σε λευκό καταιγισμό από ακτίνες του ήλιου όλα θαμπά
από την επιδρομή των λέξεων έξεων των άξεστων
όταν χάθηκε αύτανδρος λέξεις
που προσπάθησε να προσδιορίσει στο βυθό αυτής της νύχτας
αναίτια ειπωμένες αλλά με το βάθος της ψυχής του
παλίμψηστο να προβλέπει το μέλλον
για όλους εκείνους που μπορούν στη τρικυμία να σωθούν
μέσα σε παλιρροϊκό κυματισμό το λέει η καρδιά τους
γιατί ο αέρας φουσκώνει την ανάσα τους
και περιμένουν να αποβιβαστούν στον παλιρροϊκό βυθό
αδημονούν ν’ ανακαλύψουν κι αναρωτιούνται
ξεγυμνωμένοι στο καύσωνα η πλατεία στρόβιλος που γυρίζει
σε λέξεις ενάστραπες να συγκολλούνται αλληλουχίες
ξέφρενες και μαγικές
ας μιλήσει πια ο περαστικός!

β.
στη πλατεία κοφτές κουβέντες ακατάπαυστα
ξεσηκώνουν μέγα βόμβο με μακρινές ιαχές
κι έρχονται κι άλλοι
και περνάνε
κι αναρωτιούνται
όλο και κάτι αφήνουν στη πλατεία
και κάτι παίρνουνε μαζί τους
η ανοιχτή συνέλευση διαρκεί ανάταση
για να ανασάνεις επιτέλους
έρχονται καταιγίδες
εκείνη ξέρει
ας μιλήσει λοιπόν!

γ.
μέσα είσαι κι εσύ στη πλατεία
ανταλλάσσοντας στιγμιαίες λέξεις με νόημα στη κόψη
ελεύθερη ποιητική να μη περπατάει στην άβυσσο
περνάει ο κατεδαφιστής με αποφασιστικές διαθέσεις
κι ο ισορροπιστής των ευθύβολων νοημάτων σήμα κινδύνου
στη κεντρική πλατεία της πόλης
υπάρχει πάντα ένας υπόγειος σταθμός ανοιχτός σε όλους
ένα γύρω γύρω στη πλατεία να μεγαλώνει ο στρόβιλος
φυσομανάει
τόσοι και οι άλλοι τότε
στη πλατεία Εξαρχείων δεν υπάρχει τίποτα
τόσοι και οι άλλοι τώρα σε κάθε πλατεία
ανοίγοντας τις λέξεις στα δυό στα τέσσερα στα οχτώ
είμαι έτοιμος βαστώντας ασήκωτη συννεφιά στη πλατεία
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
μήπως έφτασε η στιγμή;
ο δόλος στην αγορά είχε σχέση με την ομίχλη
όλα για τα μάτια της
δεν τα δίνουμε όλα
δεν τα δίνουμε για τίποτα
γιατί δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
σου λέω πως είμαι έτοιμος για όλα
είμαι πολύ περίεργος απόψε
μα πολύ περίεργος μάλιστα!
δ.
ήταν οι λέξεις που σου ξέφυγαν
που άφησες
αυτό που πήρα ήταν το αύριο
μαζί στα απέραντα ανθρώπινα αινίγματα μέσα
σε λεωφόρους κοσμογονίας
σταυροδρόμια
εδώ στη πλατεία μαζί να κατακτήσουμε
να καταλάβουμε και να μιλήσουμε όλοι μαζί
εδώ τα τρίστρατα οδηγούν
στο αίνιγμα που ζούμε
που κόμπο κόμπο λύνουμε
είμαστε πάντοτε στη διάθεση φίλων και εχθρών
γνωστών και αγνώστων στη πλατεία
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα

*Κωστής Τριανταφύλλου, Πλατεία Άμεσης Δημοκρατίας, 2011.

Peny Delta, Ξενοδοχείο Άντζελα

Στον Γιώργο

Η ακμή του ’70 συνεχίζει να με πληγώνει.
Σουηδοί τουρίστες άφησαν εφημερίδες στην τραπεζαρία.
Σε σκονισμένες πολυθρόνες
θρονιάστηκαν σιωπηλές απουσίες.
Η πισίνα καλύφθηκε από το χρόνο,
το τσιμέντο και τα φυτά.
Αντίλαλοι από γέλια
και παιχνίδια του ανέμου,
επιμένουν να ηχούν εκεί,
που ο χώρος λεηλατήθηκε άγρια.

Πρόλαβα να κρατήσω ένα σπασμένο τηλέφωνο
και δύο συρμάτινες απλίκες.
Δύο σκουριασμένα κλειδιά, δίχως πόρτες.
Μια αλατιέρα γυάλινη,
να νοστιμεύει τη μοναξιά μου.
Κομμάτια στιγμών
στο δοχείο αχρήστων του χρόνου,
οι ευγενικοί, σιωπηλοί μου συγκάτοικοι .

Ίσως αν ήμουν μέρος της ακμής του
πολύ λιγότερο να μπορούσα να το χαρώ.
Σίγουρα δε θα το ένιωθα τόσο δικό μου,
όπως τώρα που η φθορά μου
ακουμπά τη δική του φθορά
και ανταλλάσσουμε,
φωνές, αγάπες, γέλια,
παλιές εφημερίδες,
μνήμες και κορμιά.

*Από τη συλλογή της Peny Delta (Πενη Δουλαβέρα) «Απενθείς», ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

ένα έτσι, η Ελλάδα

Φωτογραφία: ένα έτσι

η Ελλάδα είναι ένα χαζό αστείο
που γίνεται καθεστώς
και αναιρεί τον εαυτό του σε δάκρυ

μισώ την Ελλάδα
όχι για αυτό που είναι
αλλά για αυτό που φαντάζεται πως είναι
στις πλάτες μας

η Ελλάδα είναι το βασανιστήριο
με το φτερό στην πατούσα
γελάς, κλαις, τρελαίνεσαι

η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
για αυτό και μόνο
δεν θα ενηλικιωθεί ποτέ της

η Ελλάδα είναι ένα τρομερό
έλλειμμα αυτογνωσίας
με αλλεπάλληλες sold out παραστάσεις

η Ελλάδα έχει σοβαρούς καλλιτέχνες
και γελοίους πολιτικούς

στην Ελλάδα κάθε χριστοπαναγία
είναι ένας ακόμη γρύλος
που παραμένει στα αζήτητα

στην Ελλάδα ο αυνανισμό
είναι τόσο δημοφιλή
που όλοι παντρεύοντα
για σιγουριά

μία είναι η μεγάλη είδηση στην Ελλάδα
η ευημερία της κατσίκας του γείτονα

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ένας ποιητής

(Με τον τρόπο του Ν. Σφαμένου)

Αυτός ο ποιητής είναι
άγνωστος
ντιπ στους κύκλους του κέντρου
τις εκδόσεις τα περιοδικά τα φιλολογικά καφέ,
τον ξέρουν όμως καλά κάτι ξεχασμένοι καφενέδες
και τα ταβερνάκια όπου τα τσούζει
με παρέες ωραίες
τον ξέρουν καλά επίσης όλες οι γάτες που συναπαντά
στους βραδυνούς περιπάτους του
οι στίχοι του
κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι
σε φωτοτυπίες
φτηνά πλην όμως σπάνια, πολύτιμα αυτοσχέδια φυλλάδια
τραγούδια γι’ αγίους που δεν έχουν
θέση στον κόσμο αυτό των επιτυχημένων κ.ά. τέτοια –
για τον φίλο μου τον Σφαμένο λέω:
πολύ μούτρο ο Σφαμένος! λεβεντιά ο Σφαμένος! δικός μας!
.
Το άσμα είναι βεβαίως παρωδία ενός παλιού κομματιού του Νίκ. Οι Άγιοι, που λέμε, περιλαμβάνονται στο πρόσφατο φυλλάδιό του, το “Αντιηρωϊκό”, Ιανουάριος 2016 – πάντε βρέστε το, αξίζει.

Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

ΑΧΝΗ

Η μάνα έλεγε τα ψώνια της επομένης
κι εγώ σημείωνα.
Ήταν φορές που από το σαπούνι στη ζάχαρη
έπεφτε μέσα σε κάτι σιωπές
πυκνές, άβατες.
Μια μέρα
-έξι χρονών θα ήμουν-
όπως συλλάβιζα “και κα-φέ”
μου έπιασε άγρια το χέρι.
Εσύ όχι!
Τι όχι μάνα;
Μη γίνεις η πέτρα της υπομονής, ακούς;
Κρίμα να σκοτωθούν τόσοι περαστικοί

*

ΜΑΝΑ

Βλέπω τα χέρια της να ξεσπορίζουν τις όψιμες ντομάτες.
Δεν είναι καλές αυτή την εποχή, μα κάνουν για σάλτσα,
λέει.
Με το τσιγάρο στο στόμα
σηκώνεται,
πάει
έρχεται
ποτίζει τις γλάστρες
αλλάζει σεντόνια
ερμηνεύει τα όνειρα.
Με το τσιγάρο δρασκελίζει τις εποχές
ψηλότερη κι απ’ τους ίσκιους
Τρυφερή, μα χωρίς ίχνος ταλάντωσης.
Αν ήταν μουσικό όργανο, θα ήταν κανονάκι,
φτιαγμένο από τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις θίνες, 2024.

Λευτέρης Χονδρός, Οι νεκροθάφτες

From Shame by Ingmar Bergman 1968

Σκάβουμε ασταμάτητα από το πρωί·
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;
Καθένας σκάβει όπως μπορεί,
άλλος με το φτυάρι, άλλος με τα χέρια,
άλλος δεν έχει ούτε χέρια ούτε φτυάρι
και σκάβει με τα δόντια –
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;

Τριγύρω το χώμα υγρό,
η βροχή σταματά λίγο κι ύστερα
ξαναρχινάει
πιο δυνατή, πιο σφοδρή
και περονιάζει τα κόκαλά μας.

Ωστόσο, καθένας έχει τον λάκκο του.

Δώθε ένας έχει πάρει το χρώμα αυτό
λίγο πριν ξεψυχήσει,
μα δε σταματά να σκάβει
κι όλο επιμένει κι επιβιώνει.

Ο κόσμος έχει για φόντο ένα μαύρο,
κάτι το σκοτεινό, κι εμείς βλέπουμε
μόνο τα χέρια μας μελανιασμένα
κι εκείνους τους λάκκους
που μας κοιτάζουν πάντα πίσω.

Νύχτωσε πια·
η ψυχή μας κουράστηκε,
δεν μπορεί άλλο να περιμένει.
Αδράξαμε όλη τη μέρα μας σκάβοντας·
ο λάκκος που μας κοιτάζει πίσω
είναι δικός μας λάκκος.
Αφήνουμε τα φτυάρια ή τα χέρια ή τα δόντια –
μπαίνουμε μέσα.

Τώρα μπορούμε να σταματήσουμε.