Pier Paolo Pazolini, Επίλογος επικήδειος

VIII

(Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό- για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»- της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών)

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
Advertisement

Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως ).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»
Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια ή την Βομβάη – είναι το ίδιο-
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων-
που
διαλύονται….
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

*«Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου» (Poesia in forma di rosa), Εκδόσεις Τυπωθήτω. Mετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης.

**Το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/11/14/epilogos-epikidios/

Αντωνία Μποτονάκη, ζωντανά δολώματα

Τα κορίτσια κάνουν τα πάντα
για ν’ αρέσουν.
Ολόιδια όπως έκαναν μικρά, όταν
έχανε το κέφι του ο μπαμπάς.
Ήθελαν τότε μες στου βοδιού το κέρατο να μπουν,
για να κρυφτούν.

Τότε ερχόταν η μητέρα, λέγοντας
πήγαινε, πήγαινε, καλόπιασέ τον, ξέρεις εσύ.
Ήξερε πρώτη αυτή.
Το είχε μάθει απ’ τη δική της τη μητέρα.

Γι’ αυτό τους γυάλιζε τις μπούκλες.
Τους είχε κόψει τις δαγκάνες.
Τις αντιστάσεις είχε κάμψει, ολωσδιόλου.
Για να περνούν στο αγκίστρι ολοζώντανα
με κάτι παλιές χάντρες –να φέγγουν μες στα φύκια–
δόλωμα.

Η συνέχεια γνωστή.
Με τα δύο πόδια τους πηδάλιο πλεύσης,
καθώς κρεμόταν στο καλάμι
να κάνουν κόλπα και τσακίσματα, ώσπου
το κέφι να τσιμπήσει του μπαμπά
να του το ξαναδώσουν.

Ικανοποιημένα, μπορούσαν τότε να επιστρέψουν στη
μικρή, πλαστική, με το γλυκό νερό λεκάνη τους. Ασκώντας
τα δυο πόδια τους να περιμένουν το επόμενο σκοτάδι.
Στη φεγγαράδα ως γνωστόν δεν πιάνεις ψάρια.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Στέφανος Ροζάνης, Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις

Φωτογραφία: ένα έτσι

Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
και συ άλλες δεν είχες να διαλέξεις
πάρεξ εκείνες που δεν πίστεψαν ποτέ στον εαυτό τους.
Έτσι εγίναμε κι οι δυο ένα σώμα
-λέξη πάνω στη λέξη, λόγια πάνω στα λόγια-
Αβέβαιοι, όπως οι ώρες που περιμένουμε ακόμα
να χτυπήσουνε στα ξεχαρβαλωμένα μας ρολόγια.
Μαγνητικές γκριμάτσες, γρινιάρικες φωνές.
Μιλώντας γδέρνονται τα χείλη.
Τόσα τα χρόνια που πληρώνουμε αβάσταχτες ποινές
τα λόγια μας σμιλεύοντας και κομματιάζοντας τη σμίλη.
Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
γι’ αυτό δεν πρόσεξα πως άλλαξε το ριζικό τους –
Κι εσύ δεν πρόφτασες άλλες να μου μαζέψεις.

*Από τη συλλογή «Περιφραστική Σπουδή», Εκδόσεις Άγρα, 1991.

Μαρία Γερογιάννη, [Στέργω]  

Θα κεντήσω ένα φεγγάρι
να στρώσεις στη νύχτα
τ’ αδιάβατα σοκάκια σου
Θα κεντήσω μια βροχή
να τρυπήσει το σύννεφο
που διψά το άφιλο δέντρο σου
Θα κεντήσω λέξεις αγάπης
να υψωθεί ο ουρανός σου
-Πόσοι πήχεις το ύψος σου;

*Από τη συλλογή “ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη γιατί ερωτεύτηκε την Πολυδούρη”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024.

Γιώργος Κοζίας, Κρέμασε το τσεκούρι…

Κρέμασε το τσεκούρι

στον αλαφροΐσκιωτο νεκρό,
στην αγωνία που καραδοκεί,
στην σιωπή που σε κατασπαράζει

κι όλα θα έχουν ξεχαστεί,
όλα θα έχουν συγχωρεθεί,
ατίθασα, τρομερά, αποτρόπαια.

Κρέμασε το τσεκούρι στον αέρα.

Μάρτυς μου, ο εξολοθρευτής άγγελος
και η πολεμική σάλπιγγα που ηχεί:

Έλα να δεις μάτια,
βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης.
Έλα να δεις το ωμό,
το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο
τους αιώνες να ανατινάζει.
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,
τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.

Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης.
Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο.
Έλα να δεις
από τα κόκκαλα βγαλμένη την Ελπίδα
κι άδραξε το άστρο της αυγής.

Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος…

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιών…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

John Curl, Ηλιοτρόπια

Ηλιοτρόπια
Κινούνταν σιγανά στην αρχή,
σαν φυτά στη μάζωξή μας.
Τα ηλιοτρόπια ξεδιπλώνονται σε σύννεφα από σκώρο.
Παλεύοντας να μεταμορφωθεί,
ο σκώρος παίρνει φωτιά.
Ανοίγοντας διάπλατα όλες τις πόρτες και τα παράθυρα,
ξεριζώνοντας τα επιχειρησιακά προσωπεία,
ανατρέποντας τα ψέματα του κεφαλαίου,
καταργώντας τα παιχνίδια των τραπεζιτών.
Ξαφνικά γίναμε όλοι οραματιστές,
αναγέννηση στις καρδιές και στο νου μας,
ξαναανακαλύπτουμε τον κόσμο μας.
Τι δεν έχει ξαναδεί ποτέ κανείς,
προς ποια κατεύθυνση βρέχει;

*O John Curl είναι μέλος της ομάδας Revolutionary Poets Brigade που εμφανίστηκε στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο κατά τη διάρκεια του κινήματος Occupy και αποτελείται από νέους ποιητές των Ηνωμένων Πολιτειών που αποφάσισαν να κάνουν την ποίηση δράση. Τα κείμενά τους μπορείτε να τα βρείτε στο blog τους: http://poetsbrigade.blogspot.gr/

**Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο ποιήματα

Το αγόρι με τη μάινα στον ώμο

-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ ––Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου -Το αγόρι απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο- Που πάει με βήματα γοργά-Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με  τη μουσική-Στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Η δασκάλα μάνα του Alicja–Για να ζήσει τη φαμίλια-Πλένει δυο ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα-Ο πολιτικός μηχανικός-Πατέρας Lech- Και στη συνοικία μπογιατζής -Πίνει τα πόδια του στη γωνιακή ΕΒΓΑ μέχρι το χάραμα–Το αγόρι όμως απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο-Που πάει με βήματα γοργά–Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με τη μουσική στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Ώσπου το αγόρι απ’ το Γκντανσκ–Απ’ του  πατέρα του μια οργή-Μια νύχτα που ‘χει παραπιεί-Βρίσκει κομμάτια το βιολί–Κι η συνοικία Κλώνος Του Μπρονξ θα τον ρουφήξει σαν την τρύπα–Ανήκει πια στα ‘‘Μακριά Παλτά’’ μια συμμορία-Μισεί και την Ελλάδα και την Πολωνία-Η μάινα κορακιάζει η κακομοίρα-Τα νέα του από κάποιον -Που από πιοτό γυρνάει σαν τη μύγα-Μαγκώθηκε από μπάτσους ως τσιλιαδόρος σε ληστεία-Θα κάνει καιρό να ξαναδεί την Κοινωνία- Αλλά κι εμείς δεν ζήσαμε καλύτερα-Γέμισε ο πάτος μας ποντίκια- Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Δεν βρίσκουμε ρεβίθια– Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ -Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος- Της προσφυγιάς της υδρογείου.

*Από τη συλλογή Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

*

Μαγαζί της θλίψης

–Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-»Τι περιμένεις από μάτια που δεν βλέπουνε φύση»-Ανδρόγυνο μου ψιθυρίζει και μου συστήνεται καθηγητής των Μετεώρων μ’ ένα κασόνι μπίρες σε χαπάκια–Ράβει βρόχους του Χρόνου που τους πουλάει όπου νομίζει-Ή μήπως είναι παραίσθηση απ’ τη μοναξιά και τα δικά μου χάπια-Σε λίγο τα »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» θα ξαναεπιτεθούν στους μπάτσους κι όλοι είναι έτοιμοι για τη σύγκρουση που επαναλαμβάνεται χρόνια χωρίς νικητή και θεατές μόνον ορθίους-Ενώ μεταδίδεται σε απευθείας μετάδοση στον Ιστό και τα τηλεοπτικά κανάλια-Τα  »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» διεκδικούν το δικαίωμα όλων να μετοικούν στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Προς το παρόν αποκλειστικό δικαίωμα της μπουρζουαζίας και της εξουσίας με ειδικό διάταγμα-Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-

*Από τη συλλογή Κάθαρμα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης έχουν δημοσιευτεί στο https://stahtes2003.com

Can Yücel (1926-1999), Ποιήματα

Αν πεθάνω τώρα
θα μεταφέρω στην άλλη πλευρά
αυτή την άκαιρη βροχή
που όλο σταματά και ξαναρχίζει
αυτόν τον βρεγμένο δρόμο, τ’ αυτοκίνητα
τα κατακερματισμένα φώτα, τις ομπρέλες που τρέχουν
τα βήματα, τα άτομα
τον Ιρανό μπάρμαν που μιλά στο τηλέφωνο
και τα δέντρα, τον πόνο που φώλιασε μέσα μου
δηλαδή το Ντίσελντορφ
τον τρελό που ασταμάτητα πλένει τα πόδια του

*

Έχει τις τροχιές του το φως
Κάποτε πέφτει στο λεμόνι
Κάποτε στην αμυγδαλιά
Κάποτε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα
Έχει τις τροχιές του ο άνεμος
Μια φέρνει τις φωνές του σκύλου
Μια της αγελάδας
Μια του κασμά
Ή της απόλυτης σιγής
Το βράδυ είναι πιο ωραίο
Φέρνει τον εαυτό του
Μόνο τον εαυτό του
Με το πορτοκαλί, το μοβ, το κίτρινο
Αναπηδώντας πάνω από τις πέτρινες σκάλες

*

Άνοιξα μια ταβέρνα τώρα…
Τα απογεύματα καθώς αραιώνουν οι πελάτες
Βάζω ρακί στο ποτήρι μου
Και με λίγα πασατέμπο κάθομαι στο παράθυρο
Στο τραπέζι αριθμός δύο
Και κοιτάω και κοιτάω τις ψαρόβαρκες στ’ ανοιχτά
Και τα βάζω με τον εαυτό μου
Τι γυρεύεις ρε πούστη εδώ από τα χαράματα
Σ’ αυτή την τρύπα δύο μέτρα μέρος, λέω…
Μ’ αυτό το βάσανο με βρίσκουν οι νυχτερινοί πελάτες
Και βουτάμε ξανά στις κουβέντες και στα τρεχάματα…

*Από το βιβλίο “Τζαν Γιουτζέλ – Ποιήματα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002. Μετάφραση: Ηρακλής Μήλλας.

Αντιγόνη Κεφαλά, Ο τόπος

IV

Ταξιδέψαμε σε παλιά καράβια
με μικρές φθαρμένες καρδιές
κουβαλήσαμε το γιγάντιο θεριό
αβέβαιοι
αναπολήσαμε άλλα ταξίδια
και σκοτεινούς βυθούς
κάθε μέρα απολαμβάναμε το παρελθόν
φίλοι που φύλαγαν
αποσκευές γενεών
τα δελφίνια δεν μας ακολουθούσαν πια
ήμασταν σε ξένα νερά»

*Από τη συλλογή «Διψασμένος καιρός». Μετάφραση: Ελένη Νίκα. Φωτογραφία: Γιάννης Δραμιτινός.

Γιώργος Μπλάνας, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Κάτι φτερωτό ψυχορραγεί από την ώρα
που γεννήθηκα. Το ακούω. Κάπου-κάπου
σταματάει ν’ ανασαίνει. Σταματάω
ν’ ανασαίνω και καθώς νιώθω το κλάμα ν’ ανεβαίνει
ακούω… ακούω ένα τραγούδι. Ω, τι τραγούδι!
Αυτή η δουλειά από την ώρα που γεννήθηκα. Δεν έχω
δύναμη πια να περιμένω με αγωνία αν η σιωπή
θα φέρει θάνατο ή τραγούδι. Ωστόσο… ωστόσο
μου αρέσουν τα τραγούδια.
Ω, πώς μου αρέσουν τα τραγούδια!

*

ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

“Κάνε κουράγιο, καρδιά μου”.
“Ως πότε”
“Ώσπου να πέσει ο ήλιος”.
“Γιατί;”
“Θέλω ν’ ακούσω τη νύχτα να παίζει
την τρίτη Gnossienne του Satie”.
“Θα μπορέσω ν’ αντέξω μετά τη σιωπή;”
“Με λίγο κουράγιο νομίζω
πως δεν θα χρειαστεί”.

*Από την συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”, Εκδόσεις Bibliotheque, Αθήνα 2021.