Γιώργος Φαλελάκης (1965-2006), Ημίφωνα κοάσματα λευκών συνειρμών

Έχω φυλακή
αρχίζω να κρυώνω
εκεί που η μόνωση
μπαίνει στην απομόνωσή μου
Λευκά κελιά λευκά φώτα
Απονιά.
Χρόνια κουβαλώ την ψυχοπάθειά μου
τη χαρίζω στους γιατρούς.
Εγώ κρατώ τ’ αστέρια
που τρεμοσβήνουν στις αισθήσεις μου
και το φεγγάρι
να σέρνεται σ’ ανώγεια του μυαλού μου
Κορμί ψυχή και μοναξιά
Όποιος αντέξει.

(Από τη συλλογή «Ατέρμονη Ροή», 1996)
* Το πήρα από το translatum.gr

Κατερίνα Γώγου, Άτιτλο

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα, θαύμα»
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν
λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
«συνοδοιπόροι» και «αποστάτες»
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Επίκαιροι αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το
φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.

* Το πήρα από το http://poetrybar.blogspot.com/

Marrieta Elliott, Hidden 1943 / Κρυμμένη 1943

I was supposed to watch
from a distance
but you came running this way
after a ball

our eyes meet
the same eyes

You’re wondering
why am I hiding
behind a bush
If I’m your mother

and why have I left you
with strangers
why can’t you come
with me

I make my eyes say
don’t tell
it could cost us
our lives

You run off
What was i thinking?
I must not do this again

Κρυμμένη 1943

Υποτίθεται ότι θα έβλεπα
από απόσταση
αλλά ήρθες από κείνη τη μεριά
κυνηγώντας μια μπάλα

τα μάτια μας συναντήθηκαν
τα ίδια μάτια

Αναρωτιέσαι
γιατί κρύβομαι
πίσω από ένα θάμνο
εάν είμαι η μητέρα σου

και γιατί σε άφησα
με αγνώστους
γιατί δεν μπορείς να έρθεις
μαζί μου

Τα μάτια μου μίλησαν
μη το λες
θα μας κοστίσει
τη ζωή

Το έσκασες

Τι σκεφτόμουν;
Δεν πρέπει να το ξανακάνω

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Στο σπίτι της ψυχής…

Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη –
ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Από την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη –
τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη –
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.

Έξω απ’ τες αίθουσες χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παληού καιρού,
η Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε η εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώτα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

* Από τη συλλογή Νοσοκομείο εκστρατείας (1972)

** Το πήρα από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0#ixzz1XSdUX88g

Δημήτρης Τσαλουμάς, Άσωτος και Άσωτος Β’

ΑΣΩΤΟΣ

Φανατικό κουνούπι κι επίμονες ανεδοσιές
επικρατούν απόλυτα στα δειλινά
της μπουνάτσας. Τα βράδυα έρχονται νωρίς,
όλο μουρμούρα. Οι μέρες μας
δεν είτανε ποτέ πλούσιες – μα τώρα!
Το βόδι πετσί και κόκαλο
και η γίδα δε φτάνει ούτε για το μωρό.
Γι’ αυτό να λάβεις τα μέτρα σου.
Χτες είδανε τον Έρωτα στο παζάρι
αγνώριστο μες στ’ αποφόρια, γερασμένο.
Να ’ρθείς φυσικά, αφού τ’ αποφάσισες,
μα ό,τι θυμάσαι να το ξεχάσεις.

ΑΣΩΤΟΣ Β΄

Χρειάζεται νοικοκυριό και μάτια τέσσερα.
Σου το ’πα κι άλλοτε. Περνάμε
απάνθρωπους καιρούς, ακόμα και οι τράπεζες
θα ζοριστούν, κι έχει πολλούς
που ψάχνουν κιόλας στα παλιά τους τεφτέρια.
Δεν είναι ώρα για δάνεια.
Βολέψου όπως μπορείς. Στα περιθώρια
της αγρυπνίας και του ύπνου τα σύνορα
περιφέρονται ύποπτα σχήματα και σκιές,
κι αν βάνεις τ’ αφτί σου κι αφουγκραστείς
στης νύχτας τις ρωγμές θ’ ακούσεις ψιθύρους
θανάσιμους. Άκου που σου μιλώ.
Πάρ’ τα παιδιά σου και πήγαινε στην εξοχή.
Περάσανε τα χρόνια της σπατάλης.

* Από τη σειρά των ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ (1963-1983). Δημοσιεύτηκαν και στο ετήσιο λογοτεχνικό περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου «Αντίποδες», τεύχος 56, 2010.

Ντίλαν Τόμας, Η γοητεία της μελαγχολίας

Την μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας,
στην σιωπή της νύχτας,
όταν μονάχο του φρενιάζει το φεγγάρι,
κι οι εραστές ξαπλώνουν
αγκαλιά με τη θλίψη τους,
παιδεύομαι το φώς να τραγουδήσω,
όχι από φιλοδοξία ή για τον επιούσιο,
ούτε για επίδειξη στο παζάρι των ταλέντων
σε φιλντισένια παλκοσένικα,
μα για την αμοιβή την ελάχιστη
απ’ τα μύχια της καρδιάς τους.

Κι έξω απ’ το φεγγάρι που φρενιάζει
δεν γράφω τούτες τις σελίδες που αφρίζουν
μήτε για τον άνδρα τον περήφανο
μήτε για τους νεκρούς που από ψηλά επιβλέπουν
με τ’ αηδόνια και τις ψαλμωδίες τους
μα για τους εραστές,
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις,
που μ’ έχουνε γραμμένο,
κι ούτε τους νοιάζει η μαστοριά κι η τέχνη μου”.

Βύρων Λεοντάρης, Ο νεκρός της οθόνης

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω
του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο
κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια
φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μάς σκαμπανέβαζε σαν κύμα
— κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; —
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

… Αγέρωχος, αγαλματένιος μες στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του
η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς
δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση…
Aσ’ τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

… Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε
απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Κονιάκ!… και μη μου λες εμένα “κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στον φίλο μας… Και μακριά τα χέρια απ’ τον
συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι θα πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για
αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.