Νικόλαος Κάλας, Ελευθερία

Ελευθερία! Εγερτήριο αγγελίας
με φτερό τον ήχο και μάτι την εικόνα
πολιορκείται η ελευθερία!
Λευτεριά! παραστατική γραφή στους τοίχους,
προέκταση χεριού ή σφραγίδα μηχανής
του νου μορφή. Η λέξη δεν αρκεί.
Αόρατος λόγος εμφανίζεται στον στίχο, στην ιστορία,
μάγος ο φορέας του, μαχητής κι ο φορέας των λαβάρων του,
το τρισυπόστατο ποίηση λευτεριά κι αγάπη
αναγνωρίζεται από την όψη του λόγου.
Με τόλμη – της δικής μας θέλησης το μέλλον.

* Από το βιβλίο: Νικόλαος Κάλας, «Οδός Νικήτα Ράντου», Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 111.
** Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Χλόη Κουτσουμπέλη, Αισιοδοξία

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας τη βόλτα
(θα περπατάς στο κάτω πεζοδρόμιο
κι εγώ πάντα στο πάνω
για να μπορώ λιγάκι να σε φτάνω).
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν – θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν – θα φύγει αυτό
δεν θα σου στείλω μήνυμα
ότι δεν θέλω να σε χάσω
(ο αέρας πάντα παρασέρνει τα μηνύματα
γι’ αυτό άδεια φύλλα σέρνονται στους δρόμους)
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μια ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό,τι θα συμβεί.

* Από τη συλλογή «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός»

Eίσαστε άθλιοι;

Eίσαστε άθλιοι, πεινασμένοι και φτωχοί;
Xιλιάδες πράγματα έχετε στερηθεί;
Eίν’ η ζωή σας γεμάτη μιζέρια;
Πρέπει ο καθένας σας τ’ αφεντικό του να ξεφορτωθεί.

Pούχα κουρέλια, όλο μπαλώματα φοράτε;
Έχ’ η ζωή σας μέσ’ στις παράγκες χαθεί;
Nα γλυτώσετε θέλετε από κάθε έγνοια και βάσανο;
Πρέπει ο καθένας σας τ’ αφεντικό του να ξεφορτωθεί.

Σας έχουν σπάσει σαν ξερόκλαδα στα δυό;
Kουβαλάτε φορτία σαν γαϊδούρια;
Kακόμοιροι, πρέπει ο καθένας σας να ξεσηκωθεί
και τ’ αφεντικό του να ξεφορτωθεί.

Kάθε αγωνία που περνάτε
μ’ ένα γερό σας χτύπημα μπορεί να διαλυθεί.
Eϊ, ατζαμήδες, καιρός να δυναμώστε λιγάκι.
Kι ο καθένας σας τ’ αφεντικό του να ξεφορτωθεί.

* Tραγούδι από την αμερικανική επαναστατική εργατική οργάνωση “Bιομηχανικοί Eργάτες του Kόσμου” – Industrial Workers of the World – αφιερωμένο στους εργάτες του Bόλου, στα τέλη της δεκαετίας του 1900 με αρχές της δεκαετίας του 1910. Αφιερώνεται στους κοινωνικούς αγώνες του σήμερα.

Αντόνιο Ματσάδο, Χτυπούσε το ρολόι…

Χτυπούσε το ρολόι τις δώδεκα… και ήταν δώδεκα
χτυπήματα της τσάπας στη γη.
Η ώρα μου φώναξα… Η σιωπή
μου απάντησε: – Μη φοβάσαι.
Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα
που τρέμει στην κλεψύδρα.
Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα
πάνω στη γέρικη όχθη
κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις
δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.

Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

Νίκος Καρούζος, Βράδυ

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής –
ω γοερά γόνατα – και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κ’ ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος αθώα υψούμενος.

* Ποίημα και εικόνα από το http://poemsgolitsis.blogspot.com/

Γιάννης Λειβαδάς,Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά, κάπως άτακτα.
Oπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα
μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό
που έπαψε να λειτουργεί˙
το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση
ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ – Ποίημα από την έκδοση Ατη – Σκόρπια ποιήματα 2001-2009, Κέδρος 2010

* Το πήρα από το http://lathrometanastis.wordpress.com

Cesar Vallejo, Μάζα

…Προκάτ τρελό σενάριο
και σκηνικά “στημένα”
μας όρισαν τα ερπετά
που ζουν στα παρασκήνια..,
κι εμείς.., “χωρίς να θέλουμε”..,
παίζουμε τη ζωή “μας”..,
ζωή απ’ τα καλούπια -τους
κι απ’ την υποταγή μας..!
Ξεκινάμε ανθρώποι…
και, μετά, στα σχολειά..,
σπουδαστήρια πετάγματος, τάχα..,
τα φτερά μας ‘ξαλείφουνε δόλια..,
κι η ζωή μας πορεία
σε σχοινί τεντωμένο…
κι από κάτ’ ένας βόθρος ανοιχτή αγκαλιά..!
Τελικά.., με κομμένα φτερά
και το πέταγμα χίμαιρα..,
καταντάμε κατθρώποι..!
Σικέ μιας Μοίρας έρμαια…
καταραμένο κλήρο
μας δώσαν σκάρτη μοιρασιά
της Γης οι Μοιροπλάστες..,
κι εμείς.., σαν τον δεχτήκαμε..,
φτιάχνουμε την ψυχή “μας”..,
ψυχή απ’ τα κουρέλια -τους
κι απ’ την ψευδαίσθησή μας..!

Angela Costi, Balconies

for young women to play romance
as snap-shot experience
when lovers of difference
Catalonian, Peruvian, Cypriot
look up, speaking the language
of zeal, desire leaping like a panther
to circle all hesitation. for little boys from great heights
to gain the power of gods
blowing their might with water
balloons becoming the bullion
they reserve for the meekest heads
mother’s hand the lightening flash
striking flat all laughter. for older aunts and uncles
to drop keys, shout market lists
tell the story the neighbourhood
should know
the nephew like a son, waiting
revving bike louder, wishing
the day wasn’t so certain.

Βύρων Λεοντάρης, Στάζει το σπίτι μας

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

* Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]
** Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]

Νίκος Καχτίτσης, Τρωτό σημείο

Μες σ’ όλο τούτο τα’ απέραντο
διάστημα του Χρόνου
η επιφάνεια της Γης άρχισε πια
να διαβρώνεται
ενώ αυτή ακόμα περιφέρεται
με λυσσαλέο σφύριγμα
στο Χάος.

Και δε θα σταματήσει ποτέ
αν ένας αρχιτέκτων
δεν την χτυπήσει με σφυρί
στο πιο τρωτό της σημείο.

Μα μέχρι τότε
υπάρχει άφθονος καιρός
και τα κτίρια τα χτίζουν
μ’ ανθρώπινα κόκκαλα,
οι άνθρωποι σπάζουν τα ρολόγια τους
να σταματήσει ο χρόνος

βάφουν τα πρόσωπα τους
με διάφορα χρώματα
για να προφυλαχτούν
απ’ τον επερχόμενο Καύσωνα.

Κι όπως κυλούνε τα χρόνια
ολισθαίνουν βαθμιαία στον τρόμο
αλλά και στην ψευδαίσθηση
πως θα βγουν σώοι
από την τελική καταστροφή

* Από το βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ, Ο Λεπιδεπτερολόγος της Αγωνίας Νίκος Καχτίτσης, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981