Μαρία Κυρτζάκη, Άτιτλο (Ξαφνικά σιωπή…)

[Από την ενότητα Όνειρο]
Ξαφνικά σιωπή. Άλλου
όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω

Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη
πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα
ρούχα φορούσε. Με τα μάτια
καρφωμένα τώρα μπροστά
– σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι.
Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς.

Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε
στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια
και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους
τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν γύρω

Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα
να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν
γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε
– σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε; –
και με το βλέμμα της αφής
σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας
τα ραγίσματα στερέωσέ μας
σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής.

* Από τη συλλογή “Λιγοστό και να χάνεται” (2002)
** Πάρθηκε από το http://www.translatum.gr

Παναγιώτης (Νότης) Παναγιώτου, Αγάπη

Όταν θα δεις το λαβωμένο μου χαμόγελο
πλάι σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο,
τον ήλιο
να βασιλεύει πίσω απ’ το μέτωπό μου,
τις φούχτες μου σκιές γεμάτες και προσδοκίες χαμένες,
να ξέρεις, σε συλλογίζομαι.

Αγαπώ τη βροχή
γιατί μούσκεψε τα χέρια μας,
τον άνεμο
γιατί μπερδεύτηκε στα μαλλιά σου,
αγαπώ τη σιωπή
γιατί αφουγκράζομαι καλύτερα τα βήματά σου.

Δεν ήξερα να χαμηλώνω τα μάτια στο φως
γι’ αυτό σε κοίταζα κατάματα.

Νότης Παναγιώτου (1925-2003)
* Από τη συλλογή “Αστροφεγγιά” (1958)
** Περισσότερα για τον ποιητή στο http://lesvosnews.net/2011/09/20/noti/

Ποίηση της γενιάς του Δεκέμβρη 2008

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ
Ρέκβιεμ

Στο ‘να τους χέρι θύρσος και στ’ άλλο χέρι δάδα
και με τα μούτρα στο κουβούσι στριμωγμένα
πνοή ζητούσανε να βρουν πόλης πλωτής σε λάβα
μα έμνεσκε ο ήλιος πίσω τους με όμματα ματωμένα.
Ντε γιούρε η κυβεία στους νευρώνες
οι λεωφόροι κούμουλες με λεγεώνες
καράδες με σειρήνες τη φωνή σου παύουν
τα κράνη με θυσάνους και με τζάμια
πιο κει σε μόνιτορ και γήπεδα μασκότ
κι εμείς κρυμμένοι στα καλάμια·
απ’ τα κιβούρια σαν θωρούσαμε που ολονυχτίς λοξά τους θάβουν
ξεπηδούσανε ρομπότ.

————————

ΚΥΟΚΟ ΚΙΣΙΝΤΑ
Οταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος
Συνάντησε τον Φαντίλ Ναμπούζι

Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα.
Η σιωπηρή πλειοψηφία χρεμέτισε στο άκουσμα από τα μαντάτα.
Το χρεμέτισμα έγινε φωτιά και πέτρα χωρίς προηγούμενο.
Οι αφεντάδες σπεύσανε θορυβημένοι να δηλώσουν
πως η φωτιά και η πέτρα βρίσκονταν σε χέρια επισφαλή
εξοστρακίζοντας τον κοινό νου
που πάσχιζε ν’ αντιτάξει:
“Η σφαίρα που μετέτρεψε τις πόλεις σε πεδίο μαχών
έχει παράδοση ετών πίσω της
και κανένα σύννεφο μπροστά της.
Σε χέρια μισθωμένα σίγουρα βρίσκεται
που θα φροντίσουν να τη φυγαδεύσουν”.

————————–
ΡΑΝΙΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ
Τις μέρες εκείνες

τις μέρες εκείνες
ο ουρανός έβρεχε καρφιά της μάρκας «σταύρωσον»
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ της σκλαβιάς το θαύμα
και στήνονταν στους δρόμους με στόματα ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τις μέρες εκείνες
η γη δάκρυα γεννοβολούσε σε βιτρίνες
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ του βλέμματος την ξεραΐλα
κι έπεφταν στο χώμα με μάτια ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τη μέρα εκείνη
άγγελος μαυροντυμένος έραψε ψωμί
κέντησε κρασί και μοίρασε
τρόμαξαν οι άνθρωποι απ’ της αλήθειας τα πυρά
έκλεισαν τα στόματα, φίμωσαν τα μάτια και πήγαν στις δουλειές τους
δεν ήθελαν να μεταλάβουν πια

————————–
ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΛΑΒΑΣ
Εγκλημα και τιμωρία

Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Σε αυτή τη πόλη που δεν έχω,
Δεν βρίσκω όνομα να της δώσω, Αθήνα ή Αλέξης; Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Και μέσα στα συντρίμμια, συντρίμμια αποζητούν οι άνθρωποι,
Γενιά που δεν έχεις τα παιδιά σου αγκαλιά,
Μα μονάχα τα παιδιά σου κλαίνε,
Που δεν έχεις πρόσωπο να τα κοιτάς,
Και μονάχα μαλακίες τους λένε. Μα μόνο μες τις καρδιές μας η θλίψη αιώνια θα χτυπά,
Για τον μικρό Αλέξη που η ψυχή του χάθηκε
και πέταξε για πάντα μακριά.

———————————
ΠΑΥΛΙΝΑ ΜΑΡΒΙΝ
Τραλαλάθη

Εμεινα πίσω να σκεφτώ, ποιoς φταίει για τα λάθη.
Μήπως εσύ;
Μήπως εγώ;
Αστείο να σε ψέγω,
με τόσα που ‘χεις πάθει.
Λάθη τρελάθη ένα σωρό
και μπήξε δείξε, μπήκαν όλοι στο χορό.
Μην ειπωθεί τυχόν πως να ξεχνώ δεν έχω μάθει,
λίγη και λάθος όμως, η λήθη που ελάνθανε στα λάθη.
Eμεινα πίσω να σκεφτώ
με μνήμες που με καίνε.
Για τα λάθη φαίνεται,
πως άλλα λάθη φταίνε.

———————————-
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Λίλιθ

Η γυναίκα πόλη, πόρνη που απλώνει
σάπιο μες στο χέρι μου ένα σώμα.
Ενώ στα σπλάχνα της ανθίζει,
βρέφος, με λειψό κεφάλι
κι άσπρη γλώσσα.
Oλο ψάχνει αυτή κι όλο γυρίζει
το βυζί να βρει, που την ταΐζει
Φλόγα ανάρια
κι άγια Πέτρα! (φωτιά αν χρειαστεί, σίδερο!) ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ
Οι γενναίοι Και σαλτιμπάγκοι ξεχύθηκαν στους δρόμους,
ξεγελώντας με τα θεάματά τους,
και κάλεσαν παπαγάλους,
και οι παπαγάλοι επαναλάμβαναν λόγια κούφια,
και αργούν,
θεέ μου αργούν,
στις ερήμους να φυτρώσουν οι γενναίοι,
από σπόρους που ‘ναι με αφοσίωση βαθιά μπηγμένοι,
να ξεσπαθώσουν,
να κόψουν χέρια που υπόγραψαν,
χέρια βαμμένα αίμα ουρλιαχτών και αναστεναγμών.

——————————
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗ
Φεγγαράδα με τον θάνατο

Μια παγωμένη βεντάλια ολούθε
Μαύροι άγγελοι ιπτάμενοι
Καβαλικεύουν το άλογο
Η πόλη σκοτείνιασε
Η πόλη δάγκασε το αγόρι
Eγινε ζοφερός μανδύας τρυφερότητας
Πνιγμός από σφαίρα. Ανθρωποκτονία
Τώρα, να, κείται μέσα σε λευκό κουτί
Εκλιπαρεί την Ιστορία να δικάσει
Στο μαύρο κουτί κάθε μάταιής μας πτήσης
φυλάγονται χιλιάδες άγγελοι
Νήματα αιωρούνται καθώς πετούν
Οι άκρες δείχνουν κρυμμένα κενοτάφια
Κάθε αστέρι και ψυχή
Πάνω από την καμένη πόλη
ένας χάρτης 5.000.000 συμβόλων
Oλα σε φθίνουσα πορεία
Κάνουν 48ωρη καθιστική διαμαρτυρία
Πήραν πέτρα και γυαλί
Επιτέθηκαν στην ασχήμια της νεκρόπολης
Ζωγράφισαν ένα ρεαλιστικό πορτρέτο για τυφλούς
Μαύροι Βάνδαλοι Λευκά παιδιά
Λίμνες αίματος
Αγκάθια στα δέρματα των χειλιών μας
Silentio
Silentio
Silentio (Γυμνό
Το στόμα μου
από λόγια)

Κατερίνα Γώγου, Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ…

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω “ποιητής”
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί…ε;…μίαν άλλη μέρα…

* Το πήρα από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com/

Νίκος Καρούζος, Αἰώρηση

Στο Θάνο Κωνσταντινίδη

Στὸν οὐρανὸ οἱ δυνατότητες
εἶναι μόνο συναρπαστικές.
Καθὼς κρεμόμουνα στὸν ἀέρα
κρατημένος ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
σὲ μυθικὴ ὀθόνη τῆς φαντασίας
παρατηροῦσα τὶς τιμὲς
τῶν στοιχείων τοῦ αἵματός μου
κι ἄκουγα μία ἐκθαμβωτικὴ μουσικὴ πράξη
σχεδὸν ἐξωανθρώπινη
πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ στὸ γεωγραφικὸ χάρτη
στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ βουνὸ Τρόμος
τυλιγμένο πάντοτε μ᾿ ἀστραπὲς
καὶ ἔκπαγλες καταιγίδες.
Ἐκεῖ ἀνέβηκα μία φορά.
Ἐκεῖ πρωτάκουσα τὸ τραγούδι
ποὺ ἔλεγε ἀνήκουμε στὰ νερά.
Κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ἔλαμπε ὁ Ἐκκλησιαστής.
Ἀπὸ καιρὸ γνώριζα πὼς τὸ αἷμα
περιέχει ὅλο τὸ μυστήριο
ποὺ δίνεται μὲ σημάδια
στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ πλήρη ἀσυνέχεια.
Μήπως ἡ κυκλοφορία; –
διερωτήθηκε ὁ λαμπρὸς Καὶ αἰφνιδίως
ἦρθε στὸ μυαλό μου ὁ Λεονάρντο
ποὺ ἤξερε θεσπέσιες εἰδήσεις ἀπ᾿ τὸ σῶμα.

29 Αὐγούστου 1990

Γιάννης Τόλιας, Σκοτεινή θάλασσα της πόρτας μου

Ξυπνάω άνθρωπος μισός
κι ανάβω
το πικρό τσιγάρο του καφέ

Ο άλλος μου κωλυσιεργεί στο όνειρο
Σβήνει στο τζάμι του πρωινού
τα χρώματά της
πρωθύστερη η δύση

Σκοτεινή θάλασσα
της πόρτας μου
αν σε ανοίξω μόνος μου
θα πνιγώ.

Γιάννης Τόλιας, Ευλύπη, 2011

Γεχούντα Αμιχάϊ, Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας

Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας
Ούτε σημάδι δεν θ’ απομείνει πως βρεθήκαμε σ’ αυτό
τον τόπο.
Ο κόσμος κλείνει πίσω μας,
Η άμμος ξαναστρώνεται.

Μπροστά μας είναι κιόλας ημερομηνίες
Που πια δεν υπάρχεις,
Κιόλας ένας άνεμος παρασύρει σύννεφα
Που δε θα βρέξουν πάνω στους δυο μας.

Και τ’ όνομά σου είναι κιόλας στις λίστες
των επιβατών των πλοίων
Που και μόνο οι ονομασίες τους
Νεκρώνουν την καρδιά.

Οι τρεις γλώσσες που ξέρω,
Όλα τα χρώματα που μέσα τους βλέπω
κι ονειρεύομαι:

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα με βοηθήσει.

1924 – Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

Μάρκος Μέσκος, XVIII (Στον ίσκιο της γης)

Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.

Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί – με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απʼ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.

Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.

Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο. Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.

(Στον ίσκιο της γης, 1986)

Γιώργος Δάγλας, Απεργία πείνας

Δεν έρχονται στα χέρια μου
σφυριά
δεν πιάνονται περίστροφα
Στιγμή τη στιγμή
σφίγγομαι στις κουρτίνες και τα ξυραφάκια
ψάχνοντας έναν ήσυχο πλανήτη
να πιω καφέ χωρίς εφημερίδα.
Δεν τρώω πια.

* Από τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών», εκδ. Ελεύθερος Τύπος.

Κική Δημουλά, Αγγελίες

Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.
Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
ἔδαφος πωλεῖται
ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα.