Τόλης Νικηφόρου, Οξυγώνια λογχίζουν τον ουρανό

κατάγγιχτα στη νύχτα και την άσφαλτο
τα τείχη
η θάλασσα
οξυγώνια χτίσματα λογχίζουν τον ουρανό
καράβια σταχτωμένα απ’ τη σιγή
της πολιτείας τα νεφελώματα
ρομφαίες στο νερό
μυριόχρωμες
βραχνές φωνές
αποχαμένες πριν την άρθρωση
στου μπετόν τους σπόνδυλους
γαλήνη
πηχτό το μαζούτ
πέτρα ο κάμπος
κάτω από του βορρά τον άνεμο
ως τα τεφρά βουνά
σφραγίδες του ορίζοντα …

_______________________ Τόλης Νικηφόρου “Οι Άταφοι”

Κυριάκος Ραμολής, Τρίσβαθα

Απόψε δε βήχει ο φύλακας
και η πόρτα μας δεν τρίζει
Θα ανοίξουμε λοιπόν μια κονσέρβα
κι επιτέλους θα σκύψουμε πάνω της
…όπως σκύψαμε άλλοτε
πάνω από το πηγάδι
της φωτεινής -ως λεν- συνείδησης
ανασύροντας το έγκλημα
μες στο σκουριασμένο κουβά του
νερό γλυφό που δρόσισε
τα ακροδάκτυλά μας

* Κυριάκος Ραμολής, Εσωτερικό σωλήνα, εκδ. Πανοπτικόν, 2008

** Το πήρα από το http://poemsgolitsis.blogspot.com/

Νανά Τσόγκα, Καταχραστής Θαυμάτων

Σου λέω ταξίδι όταν με κοιτάς
κι εσύ με κόβεις με μοιράζεις με πετάς
μού λες βροχή μου κι απ’ το χέρι με κρατάς
ίχνος ο ήχος – και στο θαύμα θα με πας;
Χτυπάει σφυγμός αβάφτιστος
μα στη στροφή άλλος καιρός:
τρίζουνε κιόλας τα φτερά μας.

Πού είναι ο ουρανός που προτιμάει
το όνειρο απ’ τη σάρκα;

Τρελό καπνό φουμάρει η ψυχή μου
κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες –
θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει.
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες
η σιωπή λιμνάζει στο δωμάτιο
– η θάλασσα από μέσα –
έξω φυσάει ο πόνος σου
και βρέχει ο καημός μου
– ως ώρα πέμπτη πρωινή
θα έχει πλημμυρίσει.

Continue reading →

Αργύρης Χιόνης (1943-2011), Δύο Ποιήματα

Ελέησον σε

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις
Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,
Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

* * *

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.

Γιώργος Δρανδάκης, Γυναίκα η νύχτα

Γυναίκα, αγαπημένη μες τη νύχτα
Κράτησαν το κορμί σου οι καθρέφτες
κι ο άνεμος νανούρισε τα όνειρά σου
Γέλιο γυναίκας λατρεμένης σμίλεψε τον αγέρα η φωνή σου
και πέφτουν τ’ αγάλματα βροχή στη σιγαλιά
Γυναίκα φιλημένη μες τον ύπνο
Τα όνειρα διχάζουν την προσταγή σου
Γυναίκα αγαπημένη μες τη νύχτα
Χίλιες κινήσεις, λόγια μαρμαρωμένα
Η απουσία σου
έλαμψε φωτεινό το όραμά σου
Φτάνει!
Γλυκά σε λίγο θ’ ανατείλει το κορμί σου.

* Γιώργος Δρανδάκης (1945-2007)
** Από την συλλογή “Ένα παιδί του Καρλ Μαρξ και της Κόκα-Κόλα” (1987)

Νίκος Α. Νομικός, Σημειωμένες διαφάνειες

Ανάμεσα στο σκότος της οδύνης
τα βήματά σου έζησα
αυτά μου είπες
είν’ το προζύμι της ανάστασης

13
Κάθομαι στον πάγκο, μαζί με άλλους, περιμένοντας τη σειρά μου
να με φωνάξουν, στη γιορτή της αποκάλυψης, όπως μου είπαν.

14
Αίφνης, σηκώθηκε ένας συμπαθητικός αέρας, για μας, από τα δυτικά
της γαλάζιας Ηλιούπολης, πάνε κι έρχονται ανεμοδαρμένα πρόσωπα,
άλλα με ήρεμη ματιά, και άλλα με αγριεμένη όψη, κακής διάθεσης.

15
Πάντως, όποιον και να ρώτησα, κανείς δεν ήξερε να μου πει,
γιατί μας κάλεσαν, σ’ αυτόν τον αλλιώτικο τόπο.

16

Απέναντι στον κήπο της ευκρασίας, (όχι μόνο των ανθέων, αλλά και άλλης άγνωστης λαμπρότητας), στέκεται ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης, που ποτέ μου, δεν τον φαντάστηκα, έτσι όπως έπαιζε την κιθάρα του επιδέξια, κι ας ήταν μονόχειρας.

17

Συλλογιέμαι λοιπόν, σε πόσο ύψος, μπορεί να φτάσει το ανάστημά του ο άνθρωπος,
μέσα από τα χτυπήματα που το προσφέρει με αγάπη, η καλομοίρα του;

18

Σήμερα, που αρχίζουν τα πανηγύρια του ωραίου κόσμου, με όλα τα πορφυρά όργανα, της καρδιάς, και της καλής ελπίδας, μου φώναξαν τ’ όνομά μου, με το μεγάφωνο, (λες και είμαι κουφός) και μούδειξαν το ποστάλι του ταξιδιού μου, βιάσου φιλάδελφέ μου, είπαν, σφυρίζει να σε πάρει, η Πολύμνια.

Χειμώνας Αντιποδικός

Dina Gerolymou, Absence

The stage in front of the smooth smiles
exit on the left
I hear you say the rain had started
at the last song
I left my bag backstage
tied with a rope
I’ll hand you my handkerchief
after the applause
I won’t stay for the standing ovation
I’ll leave without you before anyone sees
I am not there.

* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι παρμένα από το http://perpetualresidence.wordpress.com
Image courtes: Theophilos Katsipanos

Ποιήματα Παναγιώτη Πανά

1.

Έλαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος
και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών.
Εν σιγή βρονταί εβόων. Ήστραπτε της γης ο θόλος,
και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών.

Όρθιος εν εγρηγόρσει εκοιμώμην εν τη κλίνη,
ότε αίφνης έμπροσθέν μου έστη γέρων νεαρός,
κι εν ευγλώττω σιγή λέγει: τι ανήσυχος γαλήνη,
τι ακτινοβόλον σκότος, τι τερψίλυπος καιρός!

«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.

2

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα·
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα·
τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι·
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι,
δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες·
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες·
πέντ’ έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα·
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα·
κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια·
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια
[…]
και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.
Αχτίδες· σάβανα και έρμα πλάγια·
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια·
έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα…
Σε μια θεόχτιστη ρίξ’ τα παδέλα·
ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι
βρυσούλας γέννημα, ή και απ’ αυλάκι.
Πέσε τ’ ανάσκελα και πίθωσέ τα
στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.
Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,
καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.
[…]
Ας πάρει μπούρμπουλα μονάχα τρία,
και είναι έτοιμο μ’ επιτυχία
γιαχνί αθάνατο, ποιητικό…
Κένωσ’ το, κένωσ’ το ζεστό-ζεστό
σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο…
και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά’ το.

«Ποιητική συνταγή», 1-10, 22-32, 35-40. 1868. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154-155.

3

Του γκιόνη όποιος λέει πως η φωνή
στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
δεν είναι αναγκαία, ―με συγχωρεί―
μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιόνη.

* «Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.

Φώτης Μότσης, Νυχτερινό Γαίος Απείρου

α΄

Νεκρός
Το πρόσωπό του ένα κλαρί χλωρό
πίσω απ’ τη φλούδα

Τραγούδαγε
όταν οι άλλοι τον μοιρολογούσαν

Σάλευαν μόνο τα χείλη του

Κάποιο φιλί τα κράταγε ακόμα στη ζωή

β΄

Κάθε αποσπερνό τρόχιζε μες στο μυαλό του
τα μαχαίρια

Τη μοναξιά
δεν θα την έκαιγε
Αυτό το κόκκινο της φλόγας πάντα το μετάνιωνε

Δες
τα ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αιμόφυρτα

* Γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκα Σούλι. Ζει στο Ναύπλιο. Έργα του: ΄Κραυγές΄ (Σείριος, 1973), ‘Απολογία των δρόμων’ (Ελεύθερος Τύπος, 1983), ‘Το μικρό απέραντο’ (Ελλέβορος, 1999), ‘Υδράργυρος ρέων’ (Ελλέβορος, 2001), ‘Ο Ιούδας της νύχτας’ (Ελλέβορος, 2003), ‘Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου’ (Ελλέβορος, 2005), ‘Ηπειρώτικο’ (Ελλέβορος, 2006),΄Νυχτερινό γαιός απαίρου΄ (Ελλέβορος, 2007)

** Ποίημα και φωτογραφία πάρθηκαν από το http://motsis.blogspot.com/

Κώστας Μπραβάκης, Η μανούλα

και πρόσεχε
είπε η μανούλα
να σηκώνεις το χέρι
να λες μάλιστα κυρία
να μη κοιτάζεις κρυφά κάτω απ΄ την έδρα
να είσαι το καλό παιδί της τάξης
και κυρίως να είσαι σοβαρός
ακούς;
σοβαρός
ποιος ξέρει
κάποια μέρα μπορεί να γίνεις ποιητής

* Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδες και εφτά πικρά τραγούδια”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2009